Για τον Καραγκιόζη

Posted on 10 Μαΐου, 2014 9:43 μμ από

13


γράφουν οι Yar Aman

αναδημοσίευση απο το Καραβάνι

Το θέατρο σκιών έχει τις ρίζες του στο μακρινό παρελθόν μιας και το παιχνίδι με τις σκιές συναντάται σε πολλές αρχαίες τελετουργίες (για παράδειγμα στα Ελευσίνια Μυστήρια). Πολλοί μελετητές υποστηρίζουν πως το θέατρο σκιών ξεκίνησε από την Κίνα έχοντας αρχικά θρησκευτικό χαρακτήρα αφού οι σκιές σχετίζονταν με τις σκιές του κάτω κόσμου. Άλλοι υποστηρίζουν πως το είδος αυτό προέρχεται από την Ινδία ενώ ο Μετζίτ Ρεζβανί (ιρανός θεατρικός μελετητής) εικάζει πως το θέατρο σκιών ήταν το θέατρο των νομάδων του Ιράν που ζούσαν σε σκηνές. Σημαντικός σταθμός του θεάτρου σκιών ήταν η Τουρκία το 16ο αιώνα.

Ο Ε. Tselepi (Τούρκος χρονικογράφος της οθωμανικής εποχής) κατονομάζει ως έναν από τους πρώτους καραγκιοζοπαίχτες τον Πέρση σεΐχη Hustery που έζησε στην Προύσα γύρω στο 1400μ.Χ.

Ο Καραγκιόζης γεννιέται και ακμάζει μέσα στην προβιομηχανική οθωμανική κοινωνία ως ένας ιθυφαλλικός ήρωας. Οι βωμολοχίες και τα φαλλικά σύμβολα κυριαρχούν στον τούρκικο Καραγκιόζη, ενώ η αφθονία των ποιημάτων και των τραγουδιών (σχεδόν διπλάσια του μετέπειτα ελληνικού) έδιναν στις παραστάσεις μια ροπή προς την ιεροτελεστία και το μυστικισμό (1). Στην Τουρκία συνυπήρξαν δύο κατηγορίες Καραγκιοζοπαιχτών: αυτοί που έπαιζαν για την Αυλή, την άρχουσα τάξη και αυτοί που διασκέδαζαν το λαό. Στον ελλαδικό χώρο ο Καραγκιόζης έρχεται αρχικά ως πολύγλωσσο θέαμα για να ξεκινήσει να «ελληνοποιείται» γύρω στα 1850. Κατά την έξοδο από την οθωμανική κυριαρχία ο ελληνικός κόσμος που δε γνώρισε από πρώτο χέρι ούτε Αναγέννηση, ούτε Ευρωπαϊκό Κλασικισμό, ούτε βιομηχανική επανάσταση διατήρησε μια μεσαιωνική κληρονομιά που – στην κωμική της μορφή- αναδύεται με την άνθηση του Καραγκιόζη (2).

tlrpwkbrne52582eaddceef-690x350Όμως, σίγα σιγά, τα σεξουαλικά υπονοούμενα της τούρκικης παράδοσης χάνονται δίνοντας τη θέση τους σε πολιτικο-κοινωνικά σχόλια. Ο Καραγκιόζης εξελίσσεται σε έναν αριστοφανικό ήρωα που αντλεί από την παράδοση του βυζαντινού πτωχοπρόδρομου (Θεόδωρος Πρόδρομος 12ος αι.) αλλά και από τα παραμύθια του Νασρεντίν Χότζα.

Ο ελληνικός μπερντές υποχωρεί αργά αργά στην αστική σεμνοτυφία της εποχής και εξαφανίζει τις γυναίκες και όλες τις ζωηρές χανούμισσες. Διατηρεί κυρίως δυο γυναικείους ρόλους : της γκρινιάρας και της πολυπόθητης νύφης.

Παράλληλα όμως, προσαρμόζεται στην εποχή του δημιουργώντας νέους ρόλους απ’ όλα τα κοινωνικά στρώματα. Διεισδύει στην επικαιρότητα της εποχής του συμπάσχοντας με τους φτωχούς, τους πεινασμένους, τους έκπτωτους της βιομηχανικής κοινωνίας. Στο έργο «Λίγα απ’ όλα» του Αντώνη Μόλλα, ο Καραγκιόζης χλευάζει τους καλούς τρόπους που κρύβουν τη σκληρότητα και την υποκρισία του Μπέη, του πλούσιου αφεντικού. Όταν ο Μπέης αγανακτισμένος του λέει: « Ανόητε, τι τρόπος είναι αυτός;» ο Καραγκιόζης απαντά: «Ντόπιος αφεντικό, εγχώριος, εγχωρίου βιομηχανίας» (3).
Ακολουθώντας τις κοινωνικές εξελίξεις ο Καραγκιόζης γίνεται πρωθυπουργός, μακρονησιώτης, αστροναύτης, κομμουνιστής.……μέχρι και μετανάστης.

Το 1927 ο Ντίνος Θεοδωρόπουλος ανεβάζει το « Ο Καραγκιόζης στο Καστιγγάρι». Καστιγγάρι έλεγαν οι Έλληνες το Castle Garden , ένα νησάκι έξω από τη Νέα Υόρκη που ήταν ο πρώτος μεταναστευτικός σταθμός της αμερικανικής κυβέρνησης. Στο έργο αυτό, ο Καραγκιόζης εκμεταλλευόμενος την αφέλεια του μπάρμπα-Γιώργου καταφέρνει να περάσουν κι οι δύο τον έλεγχο των υπαλλήλων μετανάστευσης. (Μεταξύ 1903-1908 50.000 Έλληνες δεν κατάφεραν να περάσουν τον έλεγχο και γύρισαν πίσω άφραγκοι). (4)

Πώς αλλάζει όμως η προσωπικότητα του βασικού ήρωα του μπερντέ καθώς ταξιδεύει γεωγραφικά και χρονικά;
«Ψεύτης ασύστολος, όμως και ειλικρινής μέχρι κυνισμού, αφελής μα και ταυτόχρονα πονηρός, αδαής, χαζός, χονδράνθρωπος και αμοραλιστής, όμως και προικισμένος με στέρεα λογική, ετοιμόλογος και γενναιόδωρος, αντικείμενο περιφρόνησης και στόχος της επιθετικότητας των πάντων, ο ήρωας αυτός φαίνεται να περνά ακέραιος από την οθωμανική στην ελληνική παράδοση» (5).

Ο Καραγκιόζης γίνεται ένας υποπρολετάριος στον κόσμο των απόκληρων και καταπιεσμένων. Οι εμψυχωτές του άλλωστε ήταν άνθρωποι του περιθωρίου. Είναι ένας αντιήρωας που παρωδεί τα πάντα: τους ρόλους, τις αξίες, την ηθική, τα θεία, τον εαυτό του και κυρίως την εξουσία. Αρνείται την ένταξή του στην παραγωγή και αδιαφορεί για την κατανάλωση. Θέλει μόνο να κατευνάσει την πείνα του. Όποιο επάγγελμα και να κάνει το ειρωνεύεται, όποιο ρόλο και να πάρει, όποια αποστολή και να αναλάβει, θα είναι πάντα ο σαμποτέρ. Καταφέρνει να αναποδογυρίσει τη σοβαρότητα οποιασδήποτε θέσης, σκιαγραφώντας την κωμική όψη του κόσμου.

Ρίχνει φάπες στο Χατζηαβάτη ο οποίος (στην Ελλάδα) προσωποποιεί τα μικροαστικά χαρακτηριστικά: στερήσεις, υπομονή, παροχή υπηρεσιών, προσπάθεια για δουλειά, «γλείψιμο» κτλ. (6). Κυρίως όμως δέχεται βία από πολλούς γιατί κανείς – πλην του κοινού- δε συμμερίζεται τα αστεία του. Ο Καραγκιόζης παίζει σε δύο επίπεδα: στο μπερντέ και στο κοινό. Φαίνεται να θέλει να ξεγελάσει ακόμα και τον καραγκιοζοπαίχτη, συμμαχώντας με τους θεατές, σα να θέλει να αποδράσει απ’ τη σκηνή. Για τα μικρά παιδιά – τουλάχιστον – είναι η πιο ανθρώπινη φιγούρα γιατί μιλάει μαζί τους γνωρίζοντας ότι τον παρακολουθούν.

Οι περισσότεροι από τους καραγκιοζοπαίχτες είχαν πολλές ομοιότητες με το χαρακτήρα του Καραγκιόζη. Φτωχοί, περιπλανώμενοι, κυνηγημένοι, συκοφαντημένοι και ασυμβίβαστοι με την εξουσία, κινούνταν στους κόλπους του υποκόσμου μεταδίδοντας – λόγω της αλήτικης ζωής τους- τις ιδέες, τα τραγούδια, και τις συνήθειες του λαϊκού κόσμου.

Με όπλο την αλληγορία κορόιδευαν στο πρόσωπο του Βεληγκέκα και του Μπέη τη χωροφυλακή και την κρατική εξουσία αντίστοιχα. Ο Φώτος Πολίτης ( ο πρώτος σκηνοθέτης του Εθνικού Θεάτρου) χαρακτήρισε το Βεληγκέκα σαν αρχηγό της χωροφυλακής. Στην κωμωδία « το καφενεδάκι του Καραγκιόζη» όταν το κολλητήρι βλέπει το Βεληγκέκα φωνάζει :«Πω, πω, πω! Πατέλα αστυνομία!»και ο Σταύρακος λέει:«Μας μπλοκάρανε οι μπάτσοι!» (7).

greek-cop-in-karagiozis2Σε μια συνάντηση καραγκιοζοπαιχτών ο Μάνθος Αθηναίος εξιστορεί ότι οι χωροφύλακες συκοφαντούσαν τους καραγκιοζοπαίχτες, πριν τη είσοδό τους στα χωριά, χαρακτηρίζοντάς τους παιδεραστές, όπως άλλωστε συκοφαντούσαν και τα μπουλούκια των περιπλανώμενων θεατρίνων ότι «ξεμυάλιζαν» τους/τις συζύγους.

Οι καραγκιοζοπαίχτες όμως έβρισκαν αναλογίες μεταξύ της οθωμανικής και της ελληνικής εξουσίας κατορθώνοντας να σχολιάσουν μ’ αυτόν τον τρόπο την πολιτική επικαιρότητα, γλιτώνοντας πολλές φορές τη σύλληψη από την αστυνομία.

Ο λαός αγάπησε τον Καραγκιόζη γιατί βρήκε στο πρόσωπό του τη φωνή, τα όνειρα και τις προσδοκίες του. Το θέατρο σκιών ήταν για το λαϊκό κόσμο όχι μόνο ένα θέαμα, αλλά και μια καλή αφορμή για γλέντι. Οι μουσικοί έπαιζαν από νωρίς καλώντας τον κόσμο, ενώ δε σπάνιζαν οι περιπτώσεις που η παράσταση εξελισσόταν σε πανηγύρι. Πολλές φορές η αφίσα της διαφήμισης είχε με μεγαλύτερα γράμματα τους μουσικούς απ’ ότι τον εκτελεστή του έργου. Ανάλογα με την εποχή, οι καραγκιοζοπαίχτες συνεργάζονταν με μουσικούς έγχορδων οργάνων το χειμώνα και πνευστών το καλοκαίρι.

Η αγάπη του κόσμου για τον Καραγκιόζη φαίνεται από τη συμπαθητική σημασία που απέκτησε το όνομά του (σε αντίθεση με την υβριστική σύγχρονη σημασία). Στη Βέροια υπάρχουν δύο συνοικίες με τα ονόματα Χατζι-Καραγκιόζ και Ελλατζ-Καραγκιόζ. Στη Γονούσα της Κορινθίας γινόταν μια λαϊκή γιορτή τις αποκριές που ονομαζόταν : « Ο Γάμος του Καραγκιόζη » (8).

Χαρακτηριστικοί είναι και οι στίχοι του ζωναράδικου σκοπού της ξενιτιάς από το Αμόριο του Έβρου:

Του Γιάννη μας, βρε Γιάννη μου
Του Γιάννη μας του στοίχισαν
Πουλύ μακριά στα ξένα
Γιάννη μου Καραγκιόζη
Για ξύλα του, βρε Γιάννη μου
Για ξύλα του προυβόδισαν
Ξύλα να πάει να φέρει
Γιάννη μου Καραγκιόζη
Σκυλάρβαντας , βρε Γιάννη μου
Σκυλάρβαντας τουν βίγλιζει
΄Που μέσα ΄που του ρέμα
Γιάννη μου, Καραγκιόζη
Κι έριξι κι βρε Γιάννη μου
Κι έριξι κι τον βάρισι
Ανάμισα στα στήθια
Γιάννη μου, Καραγκιόζη.

Είναι αδύνατο να αναφέρουμε εδώ όλους αυτούς τους μεγάλους καραγκιοζοπαίχτες που με τη ζωή, τις καινοτομίες και τα έργα τους άφησαν ιστορία. Αξίζει, όμως, να μνημονεύσουμε τον κορυφαίο λογοτέχνη Γιάννη Σκαρίμπα που έπαιζε Καραγκιόζη ερασιτεχνικά, μόνο για παιδιά, με εισιτήριο ένα αβγό! Ο Σκαρίμπας ήθελε να συμμερίζονται τα παιδιά τον πεινασμένο ήρωα και τη λογική πως ο Καραγκιόζης δε θέλει λεφτά, θέλει φαϊ. Ο ίδιος άλλωστε, αρνήθηκε να πουλήσει κάποτε, τα χαρτονόμουτρά του (τις φιγούρες του) έναντι 200.000 δραχμών. (9)

Κατά αναλογία, δημιουργήσαμε ως Yar Aman μια παράσταση Καραγκιόζη και συλλέγουμε τρόφιμα για τα κοινωνικά συσσίτια (Στέκι Μεταναστών, Κοινωνική Κουζίνα).

 

Αβάντι μανέστρο!!!

Παραπομπές-Βιβλιογραφία
1, 3, 5, 6 : Στάθης Δαμιανάκος. Παράδοση ανταρσίας και λαϊκός πολιτισμός
7, 8 Ηλίας Πετρόπουλος Υπόκοσμος και Καραγκιόζης
2 Γιάννης Κιουρτσάκης Καρναβάλι και Καραγκιόζης
9 Ηλίας Πετρόπουλος. Εφημερίδα Καθημερινή 13-6-1985
4 Αθανάσιος Φωτιάδης. Καραγκιόζης ο πρόσφυγας.

————————————

Μανικάκος

http://wp.me/p1pa1c-jBa

Το θέατρο σκιών έχει τις ρίζες του στο μακρινό παρελθόν μιας και το παιχνίδι με τις σκιές συναντάται σε πολλές αρχαίες τελετουργίες (για παράδειγμα στα Ελευσίνια Μυστήρια). Πολλοί μελετητές υποστηρίζουν πως το θέατρο σκιών ξεκίνησε από την Κίνα έχοντας αρχικά θρησκευτικό χαρακτήρα αφού οι σκιές σχετίζονταν με τις σκιές του κάτω κόσμου. Άλλοι υποστηρίζουν πως το είδος αυτό προέρχεται από την Ινδία ενώ ο Μετζίτ Ρεζβανί (ιρανός θεατρικός μελετητής) εικάζει πως το θέατρο σκιών ήταν το θέατρο των νομάδων του Ιράν που ζούσαν σε σκηνές. Σημαντικός σταθμός του θεάτρου σκιών ήταν η Τουρκία το 16ο αιώνα.

Ο Ε. Tselepi (Τούρκος χρονικογράφος της οθωμανικής εποχής) κατονομάζει ως έναν από τους πρώτους καραγκιοζοπαίχτες τον Πέρση σεΐχη Hustery που έζησε στην Προύσα γύρω στο 1400μ.Χ.
Ο Καραγκιόζης γεννιέται και ακμάζει μέσα στην προβιομηχανική οθωμανική κοινωνία ως ένας ιθυφαλλικός ήρωας. Οι βωμολοχίες και τα φαλλικά σύμβολα κυριαρχούν στον τούρκικο Καραγκιόζη, ενώ η αφθονία των ποιημάτων και των τραγουδιών (σχεδόν διπλάσια του μετέπειτα ελληνικού) έδιναν στις παραστάσεις μια ροπή προς την ιεροτελεστία και το μυστικισμό (1). Στην Τουρκία συνυπήρξαν δύο κατηγορίες Καραγκιοζοπαιχτών: αυτοί που έπαιζαν για την Αυλή, την άρχουσα τάξη και αυτοί που διασκέδαζαν το λαό. Στον ελλαδικό χώρο ο Καραγκιόζης έρχεται αρχικά ως πολύγλωσσο θέαμα για να ξεκινήσει να «ελληνοποιείται» γύρω στα 1850. Κατά την έξοδο από την οθωμανική κυριαρχία ο ελληνικός κόσμος που δε γνώρισε από πρώτο χέρι ούτε Αναγέννηση, ούτε Ευρωπαϊκό Κλασικισμό, ούτε βιομηχανική επανάσταση διατήρησε μια μεσαιωνική κληρονομιά που – στην κωμική της μορφή- αναδύεται με την άνθηση του Καραγκιόζη (2).
Όμως, σίγα σιγά, τα σεξουαλικά υπονοούμενα της τούρκικης παράδοσης χάνονται δίνοντας τη θέση τους σε πολιτικο-κοινωνικά σχόλια. Ο Καραγκιόζης εξελίσσεται σε έναν αριστοφανικό ήρωα που αντλεί από την παράδοση του βυζαντινού πτωχοπρόδρομου (Θεόδωρος Πρόδρομος 12ος αι.) αλλά και από τα παραμύθια του Νασρεντίν Χότζα.

Ο ελληνικός μπερντές υποχωρεί αργά αργά στην αστική σεμνοτυφία της εποχής και εξαφανίζει τις γυναίκες και όλες τις ζωηρές χανούμισσες. Διατηρεί κυρίως δυο γυναικείους ρόλους : της γκρινιάρας και της πολυπόθητης νύφης.

Παράλληλα όμως, προσαρμόζεται στην εποχή του δημιουργώντας νέους ρόλους απ’ όλα τα κοινωνικά στρώματα. Διεισδύει στην επικαιρότητα της εποχής του συμπάσχοντας με τους φτωχούς, τους πεινασμένους, τους έκπτωτους της βιομηχανικής κοινωνίας. Στο έργο «Λίγα απ’ όλα» του Αντώνη Μόλλα, ο Καραγκιόζης χλευάζει τους καλούς τρόπους που κρύβουν τη σκληρότητα και την υποκρισία του Μπέη, του πλούσιου αφεντικού. Όταν ο Μπέης αγανακτισμένος του λέει: « Ανόητε, τι τρόπος είναι αυτός;» ο Καραγκιόζης απαντά: «Ντόπιος αφεντικό, εγχώριος, εγχωρίου βιομηχανίας» (3).
Ακολουθώντας τις κοινωνικές εξελίξεις ο Καραγκιόζης γίνεται πρωθυπουργός, μακρονησιώτης, αστροναύτης, κομμουνιστής.……μέχρι και μετανάστης.
Το 1927 ο Ντίνος Θεοδωρόπουλος ανεβάζει το « Ο Καραγκιόζης στο Καστιγγάρι». Καστιγγάρι έλεγαν οι Έλληνες το Castle Garden , ένα νησάκι έξω από τη Νέα Υόρκη που ήταν ο πρώτος μεταναστευτικός σταθμός της αμερικανικής κυβέρνησης. Στο έργο αυτό, ο Καραγκιόζης εκμεταλλευόμενος την αφέλεια του μπάρμπα-Γιώργου καταφέρνει να περάσουν κι οι δύο τον έλεγχο των υπαλλήλων μετανάστευσης. (Μεταξύ 1903-1908 50.000 Έλληνες δεν κατάφεραν να περάσουν τον έλεγχο και γύρισαν πίσω άφραγκοι). (4)

Πώς αλλάζει όμως η προσωπικότητα του βασικού ήρωα του μπερντέ καθώς ταξιδεύει γεωγραφικά και χρονικά;
«Ψεύτης ασύστολος, όμως και ειλικρινής μέχρι κυνισμού, αφελής μα και ταυτόχρονα πονηρός, αδαής, χαζός, χονδράνθρωπος και αμοραλιστής, όμως και προικισμένος με στέρεα λογική, ετοιμόλογος και γενναιόδωρος, αντικείμενο περιφρόνησης και στόχος της επιθετικότητας των πάντων, ο ήρωας αυτός φαίνεται να περνά ακέραιος από την οθωμανική στην ελληνική παράδοση» (5).

Ο Καραγκιόζης γίνεται ένας υποπρολετάριος στον κόσμο των απόκληρων και καταπιεσμένων. Οι εμψυχωτές του άλλωστε ήταν άνθρωποι του περιθωρίου. Είναι ένας αντιήρωας που παρωδεί τα πάντα: τους ρόλους, τις αξίες, την ηθική, τα θεία, τον εαυτό του και κυρίως την εξουσία. Αρνείται την ένταξή του στην παραγωγή και αδιαφορεί για την κατανάλωση. Θέλει μόνο να κατευνάσει την πείνα του. Όποιο επάγγελμα και να κάνει το ειρωνεύεται, όποιο ρόλο και να πάρει, όποια αποστολή και να αναλάβει, θα είναι πάντα ο σαμποτέρ. Καταφέρνει να αναποδογυρίσει τη σοβαρότητα οποιασδήποτε θέσης, σκιαγραφώντας την κωμική όψη του κόσμου.
Ρίχνει φάπες στο Χατζηαβάτη ο οποίος (στην Ελλάδα) προσωποποιεί τα μικροαστικά χαρακτηριστικά: στερήσεις, υπομονή, παροχή υπηρεσιών, προσπάθεια για δουλειά, «γλείψιμο» κτλ. (6). Κυρίως όμως δέχεται βία από πολλούς γιατί κανείς – πλην του κοινού- δε συμμερίζεται τα αστεία του. Ο Καραγκιόζης παίζει σε δύο επίπεδα: στο μπερντέ και στο κοινό. Φαίνεται να θέλει να ξεγελάσει ακόμα και τον καραγκιοζοπαίχτη, συμμαχώντας με τους θεατές, σα να θέλει να αποδράσει απ’ τη σκηνή. Για τα μικρά παιδιά – τουλάχιστον – είναι η πιο ανθρώπινη φιγούρα γιατί μιλάει μαζί τους γνωρίζοντας ότι τον παρακολουθούν.

Οι περισσότεροι από τους καραγκιοζοπαίχτες είχαν πολλές ομοιότητες με το χαρακτήρα του Καραγκιόζη. Φτωχοί, περιπλανώμενοι, κυνηγημένοι, συκοφαντημένοι και ασυμβίβαστοι με την εξουσία, κινούνταν στους κόλπους του υποκόσμου μεταδίδοντας – λόγω της αλήτικης ζωής τους- τις ιδέες, τα τραγούδια, και τις συνήθειες του λαϊκού κόσμου.

Με όπλο την αλληγορία κορόιδευαν στο πρόσωπο του Βεληγκέκα και του Μπέη τη χωροφυλακή και την κρατική εξουσία αντίστοιχα. Ο Φώτος Πολίτης ( ο πρώτος σκηνοθέτης του Εθνικού Θεάτρου) χαρακτήρισε το Βεληγκέκα σαν αρχηγό της χωροφυλακής. Στην κωμωδία « το καφενεδάκι του Καραγκιόζη» όταν το κολλητήρι βλέπει το Βεληγκέκα φωνάζει :«Πω, πω, πω! Πατέλα αστυνομία!»και ο Σταύρακος λέει:«Μας μπλοκάρανε οι μπάτσοι!» (7).

Σε μια συνάντηση καραγκιοζοπαιχτών ο Μάνθος Αθηναίος εξιστορεί ότι οι χωροφύλακες συκοφαντούσαν τους καραγκιοζοπαίχτες, πριν τη είσοδό τους στα χωριά, χαρακτηρίζοντάς τους παιδεραστές, όπως άλλωστε συκοφαντούσαν και τα μπουλούκια των περιπλανώμενων θεατρίνων ότι «ξεμυάλιζαν» τους/τις συζύγους.
Οι καραγκιοζοπαίχτες όμως έβρισκαν αναλογίες μεταξύ της οθωμανικής και της ελληνικής εξουσίας κατορθώνοντας να σχολιάσουν μ’ αυτόν τον τρόπο την πολιτική επικαιρότητα, γλιτώνοντας πολλές φορές τη σύλληψη από την αστυνομία.

Ο λαός αγάπησε τον Καραγκιόζη γιατί βρήκε στο πρόσωπό του τη φωνή, τα όνειρα και τις προσδοκίες του. Το θέατρο σκιών ήταν για το λαϊκό κόσμο όχι μόνο ένα θέαμα, αλλά και μια καλή αφορμή για γλέντι. Οι μουσικοί έπαιζαν από νωρίς καλώντας τον κόσμο, ενώ δε σπάνιζαν οι περιπτώσεις που η παράσταση εξελισσόταν σε πανηγύρι. Πολλές φορές η αφίσα της διαφήμισης είχε με μεγαλύτερα γράμματα τους μουσικούς απ’ ότι τον εκτελεστή του έργου. Ανάλογα με την εποχή, οι καραγκιοζοπαίχτες συνεργάζονταν με μουσικούς έγχορδων οργάνων το χειμώνα και πνευστών το καλοκαίρι.
Η αγάπη του κόσμου για τον Καραγκιόζη φαίνεται από τη συμπαθητική σημασία που απέκτησε το όνομά του (σε αντίθεση με την υβριστική σύγχρονη σημασία). Στη Βέροια υπάρχουν δύο συνοικίες με τα ονόματα Χατζι-Καραγκιόζ και Ελλατζ-Καραγκιόζ. Στη Γονούσα της Κορινθίας γινόταν μια λαϊκή γιορτή τις αποκριές που ονομαζόταν : « Ο Γάμος του Καραγκιόζη » (8).

Χαρακτηριστικοί είναι και οι στίχοι του ζωναράδικου σκοπού της ξενιτιάς από το Αμόριο του Έβρου:

Του Γιάννη μας, βρε Γιάννη μου
Του Γιάννη μας του στοίχισαν
Πουλύ μακριά στα ξένα
Γιάννη μου Καραγκιόζη

Για ξύλα του, βρε Γιάννη μου
Για ξύλα του προυβόδισαν
Ξύλα να πάει να φέρει
Γιάννη μου Καραγκιόζη

Σκυλάρβαντας , βρε Γιάννη μου
Σκυλάρβαντας τουν βίγλιζει
΄Που μέσα ΄που του ρέμα
Γιάννη μου, Καραγκιόζη

Κι έριξι κι βρε Γιάννη μου
Κι έριξι κι τον βάρισι
Ανάμισα στα στήθια
Γιάννη μου, Καραγκιόζη.

Είναι αδύνατο να αναφέρουμε εδώ όλους αυτούς τους μεγάλους καραγκιοζοπαίχτες που με τη ζωή, τις καινοτομίες και τα έργα τους άφησαν ιστορία. Αξίζει, όμως, να μνημονεύσουμε τον κορυφαίο λογοτέχνη Γιάννη Σκαρίμπα που έπαιζε Καραγκιόζη ερασιτεχνικά, μόνο για παιδιά, με εισιτήριο ένα αβγό! Ο Σκαρίμπας ήθελε να συμμερίζονται τα παιδιά τον πεινασμένο ήρωα και τη λογική πως ο Καραγκιόζης δε θέλει λεφτά, θέλει φαϊ. Ο ίδιος άλλωστε, αρνήθηκε να πουλήσει κάποτε, τα χαρτονόμουτρά του (τις φιγούρες του) έναντι 200.000 δραχμών. (9)

Κατά αναλογία, δημιουργήσαμε ως Yar Aman μια παράσταση Καραγκιόζη και συλλέγουμε τρόφιμα για τα κοινωνικά συσσίτια (Στέκι Μεταναστών, Κοινωνική Κουζίνα).

Αβάντι μανέστρο!!!

Παραπομπές-Βιβλιογραφία
1, 3, 5, 6 : Στάθης Δαμιανάκος. Παράδοση ανταρσίας και λαϊκός πολιτισμός
7, 8 Ηλίας Πετρόπουλος Υπόκοσμος και Καραγκιόζης
2 Γιάννης Κιουρτσάκης Καρναβάλι και Καραγκιόζης
9 Ηλίας Πετρόπουλος. Εφημερίδα Καθημερινή 13-6-1985
4 Αθανάσιος Φωτιάδης. Καραγκιόζης ο πρόσφυγας.

– See more at: http://www.tokaravani.gr/2014/05/liga-logia-gia-ton-karagkiozi-ton-yar-aman/#sthash.FUMCyPxA.dpuf

Το θέατρο σκιών έχει τις ρίζες του στο μακρινό παρελθόν μιας και το παιχνίδι με τις σκιές συναντάται σε πολλές αρχαίες τελετουργίες (για παράδειγμα στα Ελευσίνια Μυστήρια). Πολλοί μελετητές υποστηρίζουν πως το θέατρο σκιών ξεκίνησε από την Κίνα έχοντας αρχικά θρησκευτικό χαρακτήρα αφού οι σκιές σχετίζονταν με τις σκιές του κάτω κόσμου. Άλλοι υποστηρίζουν πως το είδος αυτό προέρχεται από την Ινδία ενώ ο Μετζίτ Ρεζβανί (ιρανός θεατρικός μελετητής) εικάζει πως το θέατρο σκιών ήταν το θέατρο των νομάδων του Ιράν που ζούσαν σε σκηνές. Σημαντικός σταθμός του θεάτρου σκιών ήταν η Τουρκία το 16ο αιώνα.

Ο Ε. Tselepi (Τούρκος χρονικογράφος της οθωμανικής εποχής) κατονομάζει ως έναν από τους πρώτους καραγκιοζοπαίχτες τον Πέρση σεΐχη Hustery που έζησε στην Προύσα γύρω στο 1400μ.Χ.
Ο Καραγκιόζης γεννιέται και ακμάζει μέσα στην προβιομηχανική οθωμανική κοινωνία ως ένας ιθυφαλλικός ήρωας. Οι βωμολοχίες και τα φαλλικά σύμβολα κυριαρχούν στον τούρκικο Καραγκιόζη, ενώ η αφθονία των ποιημάτων και των τραγουδιών (σχεδόν διπλάσια του μετέπειτα ελληνικού) έδιναν στις παραστάσεις μια ροπή προς την ιεροτελεστία και το μυστικισμό (1). Στην Τουρκία συνυπήρξαν δύο κατηγορίες Καραγκιοζοπαιχτών: αυτοί που έπαιζαν για την Αυλή, την άρχουσα τάξη και αυτοί που διασκέδαζαν το λαό. Στον ελλαδικό χώρο ο Καραγκιόζης έρχεται αρχικά ως πολύγλωσσο θέαμα για να ξεκινήσει να «ελληνοποιείται» γύρω στα 1850. Κατά την έξοδο από την οθωμανική κυριαρχία ο ελληνικός κόσμος που δε γνώρισε από πρώτο χέρι ούτε Αναγέννηση, ούτε Ευρωπαϊκό Κλασικισμό, ούτε βιομηχανική επανάσταση διατήρησε μια μεσαιωνική κληρονομιά που – στην κωμική της μορφή- αναδύεται με την άνθηση του Καραγκιόζη (2).
Όμως, σίγα σιγά, τα σεξουαλικά υπονοούμενα της τούρκικης παράδοσης χάνονται δίνοντας τη θέση τους σε πολιτικο-κοινωνικά σχόλια. Ο Καραγκιόζης εξελίσσεται σε έναν αριστοφανικό ήρωα που αντλεί από την παράδοση του βυζαντινού πτωχοπρόδρομου (Θεόδωρος Πρόδρομος 12ος αι.) αλλά και από τα παραμύθια του Νασρεντίν Χότζα.

Ο ελληνικός μπερντές υποχωρεί αργά αργά στην αστική σεμνοτυφία της εποχής και εξαφανίζει τις γυναίκες και όλες τις ζωηρές χανούμισσες. Διατηρεί κυρίως δυο γυναικείους ρόλους : της γκρινιάρας και της πολυπόθητης νύφης.

Παράλληλα όμως, προσαρμόζεται στην εποχή του δημιουργώντας νέους ρόλους απ’ όλα τα κοινωνικά στρώματα. Διεισδύει στην επικαιρότητα της εποχής του συμπάσχοντας με τους φτωχούς, τους πεινασμένους, τους έκπτωτους της βιομηχανικής κοινωνίας. Στο έργο «Λίγα απ’ όλα» του Αντώνη Μόλλα, ο Καραγκιόζης χλευάζει τους καλούς τρόπους που κρύβουν τη σκληρότητα και την υποκρισία του Μπέη, του πλούσιου αφεντικού. Όταν ο Μπέης αγανακτισμένος του λέει: « Ανόητε, τι τρόπος είναι αυτός;» ο Καραγκιόζης απαντά: «Ντόπιος αφεντικό, εγχώριος, εγχωρίου βιομηχανίας» (3).
Ακολουθώντας τις κοινωνικές εξελίξεις ο Καραγκιόζης γίνεται πρωθυπουργός, μακρονησιώτης, αστροναύτης, κομμουνιστής.……μέχρι και μετανάστης.
Το 1927 ο Ντίνος Θεοδωρόπουλος ανεβάζει το « Ο Καραγκιόζης στο Καστιγγάρι». Καστιγγάρι έλεγαν οι Έλληνες το Castle Garden , ένα νησάκι έξω από τη Νέα Υόρκη που ήταν ο πρώτος μεταναστευτικός σταθμός της αμερικανικής κυβέρνησης. Στο έργο αυτό, ο Καραγκιόζης εκμεταλλευόμενος την αφέλεια του μπάρμπα-Γιώργου καταφέρνει να περάσουν κι οι δύο τον έλεγχο των υπαλλήλων μετανάστευσης. (Μεταξύ 1903-1908 50.000 Έλληνες δεν κατάφεραν να περάσουν τον έλεγχο και γύρισαν πίσω άφραγκοι). (4)

Πώς αλλάζει όμως η προσωπικότητα του βασικού ήρωα του μπερντέ καθώς ταξιδεύει γεωγραφικά και χρονικά;
«Ψεύτης ασύστολος, όμως και ειλικρινής μέχρι κυνισμού, αφελής μα και ταυτόχρονα πονηρός, αδαής, χαζός, χονδράνθρωπος και αμοραλιστής, όμως και προικισμένος με στέρεα λογική, ετοιμόλογος και γενναιόδωρος, αντικείμενο περιφρόνησης και στόχος της επιθετικότητας των πάντων, ο ήρωας αυτός φαίνεται να περνά ακέραιος από την οθωμανική στην ελληνική παράδοση» (5).

Ο Καραγκιόζης γίνεται ένας υποπρολετάριος στον κόσμο των απόκληρων και καταπιεσμένων. Οι εμψυχωτές του άλλωστε ήταν άνθρωποι του περιθωρίου. Είναι ένας αντιήρωας που παρωδεί τα πάντα: τους ρόλους, τις αξίες, την ηθική, τα θεία, τον εαυτό του και κυρίως την εξουσία. Αρνείται την ένταξή του στην παραγωγή και αδιαφορεί για την κατανάλωση. Θέλει μόνο να κατευνάσει την πείνα του. Όποιο επάγγελμα και να κάνει το ειρωνεύεται, όποιο ρόλο και να πάρει, όποια αποστολή και να αναλάβει, θα είναι πάντα ο σαμποτέρ. Καταφέρνει να αναποδογυρίσει τη σοβαρότητα οποιασδήποτε θέσης, σκιαγραφώντας την κωμική όψη του κόσμου.
Ρίχνει φάπες στο Χατζηαβάτη ο οποίος (στην Ελλάδα) προσωποποιεί τα μικροαστικά χαρακτηριστικά: στερήσεις, υπομονή, παροχή υπηρεσιών, προσπάθεια για δουλειά, «γλείψιμο» κτλ. (6). Κυρίως όμως δέχεται βία από πολλούς γιατί κανείς – πλην του κοινού- δε συμμερίζεται τα αστεία του. Ο Καραγκιόζης παίζει σε δύο επίπεδα: στο μπερντέ και στο κοινό. Φαίνεται να θέλει να ξεγελάσει ακόμα και τον καραγκιοζοπαίχτη, συμμαχώντας με τους θεατές, σα να θέλει να αποδράσει απ’ τη σκηνή. Για τα μικρά παιδιά – τουλάχιστον – είναι η πιο ανθρώπινη φιγούρα γιατί μιλάει μαζί τους γνωρίζοντας ότι τον παρακολουθούν.

Οι περισσότεροι από τους καραγκιοζοπαίχτες είχαν πολλές ομοιότητες με το χαρακτήρα του Καραγκιόζη. Φτωχοί, περιπλανώμενοι, κυνηγημένοι, συκοφαντημένοι και ασυμβίβαστοι με την εξουσία, κινούνταν στους κόλπους του υποκόσμου μεταδίδοντας – λόγω της αλήτικης ζωής τους- τις ιδέες, τα τραγούδια, και τις συνήθειες του λαϊκού κόσμου.

Με όπλο την αλληγορία κορόιδευαν στο πρόσωπο του Βεληγκέκα και του Μπέη τη χωροφυλακή και την κρατική εξουσία αντίστοιχα. Ο Φώτος Πολίτης ( ο πρώτος σκηνοθέτης του Εθνικού Θεάτρου) χαρακτήρισε το Βεληγκέκα σαν αρχηγό της χωροφυλακής. Στην κωμωδία « το καφενεδάκι του Καραγκιόζη» όταν το κολλητήρι βλέπει το Βεληγκέκα φωνάζει :«Πω, πω, πω! Πατέλα αστυνομία!»και ο Σταύρακος λέει:«Μας μπλοκάρανε οι μπάτσοι!» (7).

Σε μια συνάντηση καραγκιοζοπαιχτών ο Μάνθος Αθηναίος εξιστορεί ότι οι χωροφύλακες συκοφαντούσαν τους καραγκιοζοπαίχτες, πριν τη είσοδό τους στα χωριά, χαρακτηρίζοντάς τους παιδεραστές, όπως άλλωστε συκοφαντούσαν και τα μπουλούκια των περιπλανώμενων θεατρίνων ότι «ξεμυάλιζαν» τους/τις συζύγους.
Οι καραγκιοζοπαίχτες όμως έβρισκαν αναλογίες μεταξύ της οθωμανικής και της ελληνικής εξουσίας κατορθώνοντας να σχολιάσουν μ’ αυτόν τον τρόπο την πολιτική επικαιρότητα, γλιτώνοντας πολλές φορές τη σύλληψη από την αστυνομία.

Ο λαός αγάπησε τον Καραγκιόζη γιατί βρήκε στο πρόσωπό του τη φωνή, τα όνειρα και τις προσδοκίες του. Το θέατρο σκιών ήταν για το λαϊκό κόσμο όχι μόνο ένα θέαμα, αλλά και μια καλή αφορμή για γλέντι. Οι μουσικοί έπαιζαν από νωρίς καλώντας τον κόσμο, ενώ δε σπάνιζαν οι περιπτώσεις που η παράσταση εξελισσόταν σε πανηγύρι. Πολλές φορές η αφίσα της διαφήμισης είχε με μεγαλύτερα γράμματα τους μουσικούς απ’ ότι τον εκτελεστή του έργου. Ανάλογα με την εποχή, οι καραγκιοζοπαίχτες συνεργάζονταν με μουσικούς έγχορδων οργάνων το χειμώνα και πνευστών το καλοκαίρι.
Η αγάπη του κόσμου για τον Καραγκιόζη φαίνεται από τη συμπαθητική σημασία που απέκτησε το όνομά του (σε αντίθεση με την υβριστική σύγχρονη σημασία). Στη Βέροια υπάρχουν δύο συνοικίες με τα ονόματα Χατζι-Καραγκιόζ και Ελλατζ-Καραγκιόζ. Στη Γονούσα της Κορινθίας γινόταν μια λαϊκή γιορτή τις αποκριές που ονομαζόταν : « Ο Γάμος του Καραγκιόζη » (8).

Χαρακτηριστικοί είναι και οι στίχοι του ζωναράδικου σκοπού της ξενιτιάς από το Αμόριο του Έβρου:

Του Γιάννη μας, βρε Γιάννη μου
Του Γιάννη μας του στοίχισαν
Πουλύ μακριά στα ξένα
Γιάννη μου Καραγκιόζη

Για ξύλα του, βρε Γιάννη μου
Για ξύλα του προυβόδισαν
Ξύλα να πάει να φέρει
Γιάννη μου Καραγκιόζη

Σκυλάρβαντας , βρε Γιάννη μου
Σκυλάρβαντας τουν βίγλιζει
΄Που μέσα ΄που του ρέμα
Γιάννη μου, Καραγκιόζη

Κι έριξι κι βρε Γιάννη μου
Κι έριξι κι τον βάρισι
Ανάμισα στα στήθια
Γιάννη μου, Καραγκιόζη.

Είναι αδύνατο να αναφέρουμε εδώ όλους αυτούς τους μεγάλους καραγκιοζοπαίχτες που με τη ζωή, τις καινοτομίες και τα έργα τους άφησαν ιστορία. Αξίζει, όμως, να μνημονεύσουμε τον κορυφαίο λογοτέχνη Γιάννη Σκαρίμπα που έπαιζε Καραγκιόζη ερασιτεχνικά, μόνο για παιδιά, με εισιτήριο ένα αβγό! Ο Σκαρίμπας ήθελε να συμμερίζονται τα παιδιά τον πεινασμένο ήρωα και τη λογική πως ο Καραγκιόζης δε θέλει λεφτά, θέλει φαϊ. Ο ίδιος άλλωστε, αρνήθηκε να πουλήσει κάποτε, τα χαρτονόμουτρά του (τις φιγούρες του) έναντι 200.000 δραχμών. (9)

Κατά αναλογία, δημιουργήσαμε ως Yar Aman μια παράσταση Καραγκιόζη και συλλέγουμε τρόφιμα για τα κοινωνικά συσσίτια (Στέκι Μεταναστών, Κοινωνική Κουζίνα).

Αβάντι μανέστρο!!!

Παραπομπές-Βιβλιογραφία
1, 3, 5, 6 : Στάθης Δαμιανάκος. Παράδοση ανταρσίας και λαϊκός πολιτισμός
7, 8 Ηλίας Πετρόπουλος Υπόκοσμος και Καραγκιόζης
2 Γιάννης Κιουρτσάκης Καρναβάλι και Καραγκιόζης
9 Ηλίας Πετρόπουλος. Εφημερίδα Καθημερινή 13-6-1985
4 Αθανάσιος Φωτιάδης. Καραγκιόζης ο πρόσφυγας.

– See more at: http://www.tokaravani.gr/2014/05/liga-logia-gia-ton-karagkiozi-ton-yar-aman/#sthash.FUMCyPxA.dpuf

Το θέατρο σκιών έχει τις ρίζες του στο μακρινό παρελθόν μιας και το παιχνίδι με τις σκιές συναντάται σε πολλές αρχαίες τελετουργίες (για παράδειγμα στα Ελευσίνια Μυστήρια). Πολλοί μελετητές υποστηρίζουν πως το θέατρο σκιών ξεκίνησε από την Κίνα έχοντας αρχικά θρησκευτικό χαρακτήρα αφού οι σκιές σχετίζονταν με τις σκιές του κάτω κόσμου. Άλλοι υποστηρίζουν πως το είδος αυτό προέρχεται από την Ινδία ενώ ο Μετζίτ Ρεζβανί (ιρανός θεατρικός μελετητής) εικάζει πως το θέατρο σκιών ήταν το θέατρο των νομάδων του Ιράν που ζούσαν σε σκηνές. Σημαντικός σταθμός του θεάτρου σκιών ήταν η Τουρκία το 16ο αιώνα.

Ο Ε. Tselepi (Τούρκος χρονικογράφος της οθωμανικής εποχής) κατονομάζει ως έναν από τους πρώτους καραγκιοζοπαίχτες τον Πέρση σεΐχη Hustery που έζησε στην Προύσα γύρω στο 1400μ.Χ.
Ο Καραγκιόζης γεννιέται και ακμάζει μέσα στην προβιομηχανική οθωμανική κοινωνία ως ένας ιθυφαλλικός ήρωας. Οι βωμολοχίες και τα φαλλικά σύμβολα κυριαρχούν στον τούρκικο Καραγκιόζη, ενώ η αφθονία των ποιημάτων και των τραγουδιών (σχεδόν διπλάσια του μετέπειτα ελληνικού) έδιναν στις παραστάσεις μια ροπή προς την ιεροτελεστία και το μυστικισμό (1). Στην Τουρκία συνυπήρξαν δύο κατηγορίες Καραγκιοζοπαιχτών: αυτοί που έπαιζαν για την Αυλή, την άρχουσα τάξη και αυτοί που διασκέδαζαν το λαό. Στον ελλαδικό χώρο ο Καραγκιόζης έρχεται αρχικά ως πολύγλωσσο θέαμα για να ξεκινήσει να «ελληνοποιείται» γύρω στα 1850. Κατά την έξοδο από την οθωμανική κυριαρχία ο ελληνικός κόσμος που δε γνώρισε από πρώτο χέρι ούτε Αναγέννηση, ούτε Ευρωπαϊκό Κλασικισμό, ούτε βιομηχανική επανάσταση διατήρησε μια μεσαιωνική κληρονομιά που – στην κωμική της μορφή- αναδύεται με την άνθηση του Καραγκιόζη (2).
Όμως, σίγα σιγά, τα σεξουαλικά υπονοούμενα της τούρκικης παράδοσης χάνονται δίνοντας τη θέση τους σε πολιτικο-κοινωνικά σχόλια. Ο Καραγκιόζης εξελίσσεται σε έναν αριστοφανικό ήρωα που αντλεί από την παράδοση του βυζαντινού πτωχοπρόδρομου (Θεόδωρος Πρόδρομος 12ος αι.) αλλά και από τα παραμύθια του Νασρεντίν Χότζα.

Ο ελληνικός μπερντές υποχωρεί αργά αργά στην αστική σεμνοτυφία της εποχής και εξαφανίζει τις γυναίκες και όλες τις ζωηρές χανούμισσες. Διατηρεί κυρίως δυο γυναικείους ρόλους : της γκρινιάρας και της πολυπόθητης νύφης.

Παράλληλα όμως, προσαρμόζεται στην εποχή του δημιουργώντας νέους ρόλους απ’ όλα τα κοινωνικά στρώματα. Διεισδύει στην επικαιρότητα της εποχής του συμπάσχοντας με τους φτωχούς, τους πεινασμένους, τους έκπτωτους της βιομηχανικής κοινωνίας. Στο έργο «Λίγα απ’ όλα» του Αντώνη Μόλλα, ο Καραγκιόζης χλευάζει τους καλούς τρόπους που κρύβουν τη σκληρότητα και την υποκρισία του Μπέη, του πλούσιου αφεντικού. Όταν ο Μπέης αγανακτισμένος του λέει: « Ανόητε, τι τρόπος είναι αυτός;» ο Καραγκιόζης απαντά: «Ντόπιος αφεντικό, εγχώριος, εγχωρίου βιομηχανίας» (3).
Ακολουθώντας τις κοινωνικές εξελίξεις ο Καραγκιόζης γίνεται πρωθυπουργός, μακρονησιώτης, αστροναύτης, κομμουνιστής.……μέχρι και μετανάστης.
Το 1927 ο Ντίνος Θεοδωρόπουλος ανεβάζει το « Ο Καραγκιόζης στο Καστιγγάρι». Καστιγγάρι έλεγαν οι Έλληνες το Castle Garden , ένα νησάκι έξω από τη Νέα Υόρκη που ήταν ο πρώτος μεταναστευτικός σταθμός της αμερικανικής κυβέρνησης. Στο έργο αυτό, ο Καραγκιόζης εκμεταλλευόμενος την αφέλεια του μπάρμπα-Γιώργου καταφέρνει να περάσουν κι οι δύο τον έλεγχο των υπαλλήλων μετανάστευσης. (Μεταξύ 1903-1908 50.000 Έλληνες δεν κατάφεραν να περάσουν τον έλεγχο και γύρισαν πίσω άφραγκοι). (4)

Πώς αλλάζει όμως η προσωπικότητα του βασικού ήρωα του μπερντέ καθώς ταξιδεύει γεωγραφικά και χρονικά;
«Ψεύτης ασύστολος, όμως και ειλικρινής μέχρι κυνισμού, αφελής μα και ταυτόχρονα πονηρός, αδαής, χαζός, χονδράνθρωπος και αμοραλιστής, όμως και προικισμένος με στέρεα λογική, ετοιμόλογος και γενναιόδωρος, αντικείμενο περιφρόνησης και στόχος της επιθετικότητας των πάντων, ο ήρωας αυτός φαίνεται να περνά ακέραιος από την οθωμανική στην ελληνική παράδοση» (5).

Ο Καραγκιόζης γίνεται ένας υποπρολετάριος στον κόσμο των απόκληρων και καταπιεσμένων. Οι εμψυχωτές του άλλωστε ήταν άνθρωποι του περιθωρίου. Είναι ένας αντιήρωας που παρωδεί τα πάντα: τους ρόλους, τις αξίες, την ηθική, τα θεία, τον εαυτό του και κυρίως την εξουσία. Αρνείται την ένταξή του στην παραγωγή και αδιαφορεί για την κατανάλωση. Θέλει μόνο να κατευνάσει την πείνα του. Όποιο επάγγελμα και να κάνει το ειρωνεύεται, όποιο ρόλο και να πάρει, όποια αποστολή και να αναλάβει, θα είναι πάντα ο σαμποτέρ. Καταφέρνει να αναποδογυρίσει τη σοβαρότητα οποιασδήποτε θέσης, σκιαγραφώντας την κωμική όψη του κόσμου.
Ρίχνει φάπες στο Χατζηαβάτη ο οποίος (στην Ελλάδα) προσωποποιεί τα μικροαστικά χαρακτηριστικά: στερήσεις, υπομονή, παροχή υπηρεσιών, προσπάθεια για δουλειά, «γλείψιμο» κτλ. (6). Κυρίως όμως δέχεται βία από πολλούς γιατί κανείς – πλην του κοινού- δε συμμερίζεται τα αστεία του. Ο Καραγκιόζης παίζει σε δύο επίπεδα: στο μπερντέ και στο κοινό. Φαίνεται να θέλει να ξεγελάσει ακόμα και τον καραγκιοζοπαίχτη, συμμαχώντας με τους θεατές, σα να θέλει να αποδράσει απ’ τη σκηνή. Για τα μικρά παιδιά – τουλάχιστον – είναι η πιο ανθρώπινη φιγούρα γιατί μιλάει μαζί τους γνωρίζοντας ότι τον παρακολουθούν.

Οι περισσότεροι από τους καραγκιοζοπαίχτες είχαν πολλές ομοιότητες με το χαρακτήρα του Καραγκιόζη. Φτωχοί, περιπλανώμενοι, κυνηγημένοι, συκοφαντημένοι και ασυμβίβαστοι με την εξουσία, κινούνταν στους κόλπους του υποκόσμου μεταδίδοντας – λόγω της αλήτικης ζωής τους- τις ιδέες, τα τραγούδια, και τις συνήθειες του λαϊκού κόσμου.

Με όπλο την αλληγορία κορόιδευαν στο πρόσωπο του Βεληγκέκα και του Μπέη τη χωροφυλακή και την κρατική εξουσία αντίστοιχα. Ο Φώτος Πολίτης ( ο πρώτος σκηνοθέτης του Εθνικού Θεάτρου) χαρακτήρισε το Βεληγκέκα σαν αρχηγό της χωροφυλακής. Στην κωμωδία « το καφενεδάκι του Καραγκιόζη» όταν το κολλητήρι βλέπει το Βεληγκέκα φωνάζει :«Πω, πω, πω! Πατέλα αστυνομία!»και ο Σταύρακος λέει:«Μας μπλοκάρανε οι μπάτσοι!» (7).

Σε μια συνάντηση καραγκιοζοπαιχτών ο Μάνθος Αθηναίος εξιστορεί ότι οι χωροφύλακες συκοφαντούσαν τους καραγκιοζοπαίχτες, πριν τη είσοδό τους στα χωριά, χαρακτηρίζοντάς τους παιδεραστές, όπως άλλωστε συκοφαντούσαν και τα μπουλούκια των περιπλανώμενων θεατρίνων ότι «ξεμυάλιζαν» τους/τις συζύγους.
Οι καραγκιοζοπαίχτες όμως έβρισκαν αναλογίες μεταξύ της οθωμανικής και της ελληνικής εξουσίας κατορθώνοντας να σχολιάσουν μ’ αυτόν τον τρόπο την πολιτική επικαιρότητα, γλιτώνοντας πολλές φορές τη σύλληψη από την αστυνομία.

Ο λαός αγάπησε τον Καραγκιόζη γιατί βρήκε στο πρόσωπό του τη φωνή, τα όνειρα και τις προσδοκίες του. Το θέατρο σκιών ήταν για το λαϊκό κόσμο όχι μόνο ένα θέαμα, αλλά και μια καλή αφορμή για γλέντι. Οι μουσικοί έπαιζαν από νωρίς καλώντας τον κόσμο, ενώ δε σπάνιζαν οι περιπτώσεις που η παράσταση εξελισσόταν σε πανηγύρι. Πολλές φορές η αφίσα της διαφήμισης είχε με μεγαλύτερα γράμματα τους μουσικούς απ’ ότι τον εκτελεστή του έργου. Ανάλογα με την εποχή, οι καραγκιοζοπαίχτες συνεργάζονταν με μουσικούς έγχορδων οργάνων το χειμώνα και πνευστών το καλοκαίρι.
Η αγάπη του κόσμου για τον Καραγκιόζη φαίνεται από τη συμπαθητική σημασία που απέκτησε το όνομά του (σε αντίθεση με την υβριστική σύγχρονη σημασία). Στη Βέροια υπάρχουν δύο συνοικίες με τα ονόματα Χατζι-Καραγκιόζ και Ελλατζ-Καραγκιόζ. Στη Γονούσα της Κορινθίας γινόταν μια λαϊκή γιορτή τις αποκριές που ονομαζόταν : « Ο Γάμος του Καραγκιόζη » (8).

Χαρακτηριστικοί είναι και οι στίχοι του ζωναράδικου σκοπού της ξενιτιάς από το Αμόριο του Έβρου:

Του Γιάννη μας, βρε Γιάννη μου
Του Γιάννη μας του στοίχισαν
Πουλύ μακριά στα ξένα
Γιάννη μου Καραγκιόζη

Για ξύλα του, βρε Γιάννη μου
Για ξύλα του προυβόδισαν
Ξύλα να πάει να φέρει
Γιάννη μου Καραγκιόζη

Σκυλάρβαντας , βρε Γιάννη μου
Σκυλάρβαντας τουν βίγλιζει
΄Που μέσα ΄που του ρέμα
Γιάννη μου, Καραγκιόζη

Κι έριξι κι βρε Γιάννη μου
Κι έριξι κι τον βάρισι
Ανάμισα στα στήθια
Γιάννη μου, Καραγκιόζη.

Είναι αδύνατο να αναφέρουμε εδώ όλους αυτούς τους μεγάλους καραγκιοζοπαίχτες που με τη ζωή, τις καινοτομίες και τα έργα τους άφησαν ιστορία. Αξίζει, όμως, να μνημονεύσουμε τον κορυφαίο λογοτέχνη Γιάννη Σκαρίμπα που έπαιζε Καραγκιόζη ερασιτεχνικά, μόνο για παιδιά, με εισιτήριο ένα αβγό! Ο Σκαρίμπας ήθελε να συμμερίζονται τα παιδιά τον πεινασμένο ήρωα και τη λογική πως ο Καραγκιόζης δε θέλει λεφτά, θέλει φαϊ. Ο ίδιος άλλωστε, αρνήθηκε να πουλήσει κάποτε, τα χαρτονόμουτρά του (τις φιγούρες του) έναντι 200.000 δραχμών. (9)

Κατά αναλογία, δημιουργήσαμε ως Yar Aman μια παράσταση Καραγκιόζη και συλλέγουμε τρόφιμα για τα κοινωνικά συσσίτια (Στέκι Μεταναστών, Κοινωνική Κουζίνα).

Αβάντι μανέστρο!!!

Παραπομπές-Βιβλιογραφία
1, 3, 5, 6 : Στάθης Δαμιανάκος. Παράδοση ανταρσίας και λαϊκός πολιτισμός
7, 8 Ηλίας Πετρόπουλος Υπόκοσμος και Καραγκιόζης
2 Γιάννης Κιουρτσάκης Καρναβάλι και Καραγκιόζης
9 Ηλίας Πετρόπουλος. Εφημερίδα Καθημερινή 13-6-1985
4 Αθανάσιος Φωτιάδης. Καραγκιόζης ο πρόσφυγας.

– See more at: http://www.tokaravani.gr/2014/05/liga-logia-gia-ton-karagkiozi-ton-yar-aman/#sthash.FUMCyPxA.dpuf

Advertisements