Ας περιμένουν οι γυναίκες…

Posted on 3 Αυγούστου, 2010 5:02 πμ από

6


του loophole

Είναι η ψυχή μου ταραγμένη/ Τσιγάρα πίνω απ’ το πρωί/ Καθώς τηλέφωνο προσμένω/ Απ’ την Αθήνα να μου πεις/ Πώς πέρασες τις διακοπές σου/ Βρήκες τον άλλον εαυτό σου/ Μες του ανθρώπινους καθρέφτες/ Στου τουρισμού την ανοχή.

Οι παραπάνω στίχοι του Αργύρη Μπακιρτζή αποτελούν μακράν το πιο ουσιώδες μέρος της παρούσας ανάρτησης. Ό,τι ακολουθεί, ομολογώ εκ των προτέρων ότι γράφτηκε για να δικαιολογήσει την ανάγκη μου να τους δω δημοσιευμένους σε ένα κείμενο.

«Σταράκια, σαγιονάρα 1-4 ή παντόφλα 5-0;». Αυτό ήταν εν περιλήψει το ζήτημα που τέθηκε σε μια συζήτηση μεταξύ φίλων κάποιο ζεστό αθηναϊκό μεσημέρι του Ιούλη. Εκεί λοιπόν «στη ρωγμή του χρόνου», όπου ο παγωμένος καφές πάσχιζε να ελαφρύνει τη δυσφορία των κυνικών καυμάτων και η αναμονή της θερινής αργίας παρέσερνε το νου μακριά από τα καθημερινά, τα τρέχοντα και τα επείγοντα, η εν λόγω κουβέντα ανέβασε το θερμόμετρο σε δυσθεώρητα ύψη, θα μπορούσα να πω. Αλλά δεν θα το κάνω. Οι γυναίκες της παρέας συμφώνησαν σχεδόν ομόφωνα ότι η πλέον ενδεδειγμένη επιλογή όσον αφορά την εμφάνιση των ανδρών στην παραλία είναι η σαγιονάρα-διχάλα, ενώ μέρος αυτών αποδεχόταν από στυλιστικής απόψεως τη λύση «σταράκι», η οποία όμως, σύμφωνα με τις ίδιες, παρουσιάζει ένα βασικό μειονέκτημα: «Το σταράκι μουλιάζει, γεμίζει λάσπες και βρωμάει, ειδικά χωρίς κάλτσα». Για την παντόφλα-μιτσούκο ή άλλη μάρκα (ιαπωνικής ή μη προέλευσης) ούτε κουβέντα. Από την άλλη μεριά, ο ανδρικός πληθυσμός -αποτελούμενος μόνο από τρεις… αλλά λέοντες- μη αποδεχόμενος μεν τα καπιταλιστικά και καπηλευτικά σε μεγάλο βαθμό ψευτοδιλήμματα που θέτει η άρχουσα τάξη για να συντηρεί τις μάζες σε καταστολή, αλλά με φανερή έλλειψη ετοιμότητας και ως εκ τούτου σοβαρών επιχειρημάτων, παρακολουθούσε τις τοποθετήσεις της άλλης πλευράς σχεδόν αποσβολωμένος, με μόνο όπλο κάποιες άναρθρες κραυγές και μια γλώσσα που του επιστρεφόταν ελαφρά τη καρδία ως ξύλινη. Οι έμμεσες, δε, αλλά σαφείς απειλές που διατυπώνονταν κατά διαστήματα από τις σύγχρονες Λυσιστράτες, Κλεονίκες και Μυρίννες υπήρξαν αν μη τι άλλω καταλυτικές.

Η μάχη ήταν απ’ την αρχή χαμένη, αλλά όχι και ο πόλεμος…Δεν έχω σκοπό βέβαια να χρησιμοποιήσω το βήμα αυτό για προσωπικές επιθέσεις και ξεκαθαρίσματα λογαριασμών. Άλλωστε η «σέχτα» καραδοκεί με όπλα γεμάτα και έτοιμα να μιλήσουν. Ούτε φυσικά να αλλοιωθεί εξ’ αιτίας μου ο χαρακτήρας του μπλογκ με κιτρινισμούς και lifestyle συστημικές θεματικές. Απλά εκκινώντας από ένα παλαιότερο ποστ του συντρόφου MITSARA σχετικά με την καταστολή (όπου Καταστολή: Συγκράτηση, αναχαίτιση//κατάπαυση// κατάπνιξη// καταπράυνση. Βλ. http://wp.me/pPn6Y-1MQ ) καθώς και από το χθεσινό σχόλιο του j4nus πάνω στη δήλωση του Φοίβου Δεληβοριά για την «υπόγεια βία» της καθημερινότητας που μας παραλύει (http://wp.me/pPn6Y-1Xq ) σκέφτηκα (πράγμα σπάνιο αυτές τις μέρες) να συμπληρώσω την τριλογία μιλώντας με δυο λόγια αντί επιλόγου για τη «βία» των διακοπών. Αλλά δεν θα το κάνω. Η τριλογία θα μπορούσε να αποτελέσει ένα διασκεδαστικό καλοκαιρινό ανάγνωσμα για τους μικρούς και μεγάλους φίλους του μπλογκ στην παραλία, τη βεράντα ή τον ανάλογο χώρο στο τουριστικό θέρετρο όπου παραθερίζουν. Αλλά δεν θα το κάνει.

Καταρχάς ως «βία των διακοπών» εννοώ το προφανές. Τη βία του ακριβού ή λιγότερο ακριβού ξενοδοχείου ή δωματίου, τη βία της ξαπλώστρας/ρεζερβέ τραπεζάκι στα μπουζούκια, των καταστημάτων/εκτρωμάτων που είτε εμποδίζουν το δρόμο για τη θάλασσα είτε -ακόμα χειρότερα- αποτελούν προϋπόθεση για να επισκεφτεί κάποιος την παραλία και τα λοιπά. Απέναντι σε όλα αυτά τα γνωστά και κοινότυπα διατυπώνεται συχνά το επιχείρημα που λέει σχηματικά ότι εμάς δεν μας αφορούν∙ έχουμε την επιλογή να κάνουμε τις διακοπές μας όπως θέλουμε. Συμφωνώ. Προσωπικά κι εγώ πιστεύω πως δεν είναι ο κόσμος μου αυτός αλλά τελικά μπορούμε και θέλουμε να ζούμε μονίμως βολεμένοι στον κόσμο μας; Διότι το γεγονός ότι ο καπιταλισμός δεν έχει αδιέξοδα και σου λέει ή μείνε και πλήρωσε ή πάρε τα κουβαδάκια σου και σ’ άλλη παραλία ελεύθερη και καθαρή, προφανώς και δεν μας αφαιρεί το δικαίωμα να διεκδικούμε τα αυτονόητα. Ελεύθερες και καθαρές παραλίες παντού λοιπόν. Ελεύθερες διακοπές και καθαρό ορίζοντα θέλουμε. Να μπορούμε να αναπνέουμε.

Από την άλλη μεριά, αν κάποιοι θεωρούμε πως έχουμε φτάσει σε έναν βαθμό συνειδητοποίησης και αποτελούμε κατά κάποιον τρόπο μια κάποια πρωτοπορία, οπότε καθήκον μας είναι να διαφωτίσουμε τους «παραπλανημένους» και να τους οδηγήσουμε στο «σωστό δρόμο», κατά τη γνώμη μου, οφείλουμε να αναθεωρήσουμε κάποια πράγματα σχετικά με το πόσο διαφορετικοί μπορεί να είμαστε από τους υπολοίπους. Για όλον τον κόσμο το σύνθημα της εποχής είναι «καταναλώστε». Κανείς δεν περισσεύει από τα target groups. Καταναλώστε όσο μπορείτε περισσότερο αλλά καταναλώστε με στυλ. Διότι κάθε άνθρωπος είναι διαφορετικός κι έχει τις δικές του ανάγκες (και το δικό του προφίλ), οπότε υπάρχουν προϊόντα για όλους τους ανθρώπους και για όλες τις ανάγκες. Και κάθε άνθρωπος που έχει το δικό του στυλ, το πληρώνει και οφείλει να το επιδεικνύει κάθε στιγμή όσο μπορεί και όπου μπορεί. Όποιος δεν καταναλώνει και δεν επιδεικνύει απλά δεν υπάρχει ή δεν έχει λόγο να υπάρχει. Κι αφού καταναλώνουμε και επιδεικνύουμε όλον το χρόνο θα πρέπει να καταναλώνουμε και να επιδεικνύουμε ακόμη περισσότερο το καλοκαίρι που έχουμε και περισσότερο ελεύθερο χρόνο να το κάνουμε. «Εμείς» λοιπόν έχουμε ξεφύγει, έχουμε υπερβεί αυτό το πλαίσιο; Καταναλώνουμε λιγότερο, επιδεικνύουμε λιγότερο; Κατά τη γνώμη μου ένα μεγάλο μέρος όσων το πιστεύουν αυτό αποτελούν απλά την άλλη όψη του ίδιου νομίσματος.

(Μέτρησε πρώτος πόσες φορές έγραψα τα ρήματα «καταναλώνω», «επιδεικνύω» και παράγωγα αυτών και κέρδισε βατραχοπέδιλα με τον Τσε Γκεβάρα. Γίνε εσύ ο Υπερτυχερός!)

Τα παραπάνω τα θέτω ως έναυσμα για κάποια συζήτηση που πιθανώς να ξεκινήσει πιθανώς και όχι. Εγώ πάντως θα πάω στην παραλία φορώντας ό,τι μου βρίσκεται πρόχειρο. Ας περιμένουν οι γυναίκες. Διότι οι άνθρωποι δεν συγχωρούν αυτούς που από έρωτα εκπέσανε. Κι ας μετανιώνω καμιά φορά.

Τελειώνοντας, και μια και μιλάμε για τουρισμό, θα προσπαθήσω να καταδείξω μέσω ενός αποσπάσματος από το Χρώμα της Μαγείας του Terry Pratchett, το πρώτο βιβλίο της σειράς Discworld, ότι η εκμετάλλευση τουρίστα από άνθρωπο δεν έχει πατρίδα. Καλή ανάγνωση και καλές βουτιές.

«Όχι. Γιατί; Έχω τίποτε που να κινδυνεύω να μου το κλέψουν;»

Ο Ανεμοβρόχης ξερόβηξε. «Έχεις, χμμ, χρυσάφι», είπε.

«Ούτε δυο χιλιάδες ρίνου καλά καλά. Ίσα που φτάνουν να περάσεις ένα-δυο μήνες. Στην πατρίδα μου, θέλω να πω. Φαντάζομαι εδώ μπορεί να μου κρατήσουν κάπως περισσότερο».

«Ένα ρίνου είναι μήπως ένα από εκείνα τα χρυσά νομίσματα;» είπε ο Ανεμοβρόχης.

«Ναι». Ο Δίανθος κοίταξε ανήσυχος τον μάγο πάνω από τους περίεργους φακούς που φορούσε για να βλέπει. «Νομίζεις ότι δύο χιλιάδες δεν θα μου φτάσουν;»

«Ωχωχωχ», έκρωξε ο Ανεμοβρόχης. «Θέλω να πω, όχι, τι λες, θα φτάσουν».

«Ωραία»

«Χμμ. Όλοι στην Αγαθαϊκή Αυτοκρατορία είναι πλούσιοι σαν εσένα;»

«Εμένα; Πλούσιος εγώ; Σε καλό σου, πώς σου πέρασε αυτό από το μυαλό; Εγώ είμαι ένας φτωχός υπαλληλάκος! Μήπως νομίζεις ότι πλήρωσα πολλά τον ταβερνιάρη;»

«Να σου πω, πιστεύω ότι θα βολευόταν και με λιγότερα», υποχώρησε ο Ανεμοβρόχης.

«Α. Την άλλη φορά θα ξέρω. Βλέπω ότι πρέπει να μάθω πολλά. Έχω μια ιδέα. Ανεμοβρόχη, μήπως θα ήθελες να σε προσλάβω, δεν ξέρω, μήπως η λέξη «οδηγός» ταιριάζει στην περίπτωση; Νομίζω ότι θα μπορούσα να σε πληρώσω ένα ρίνου την ημέρα».

Ο Ανεμοβρόχης άνοιξε το στόμα του για να απαντήσει αλλά ένιωσε τις λέξεις να συνωστίζονται στο λαιμό του, απρόθυμες να κάνουν την έξοδό τους σε έναν κόσμο που τρελαινόταν ολοταχώς. Ο Δίανθος κοκκίνισε.

«Σε πρόσβαλα», είπε. «Ήταν πολύ άστοχο εκ μέρους μου να κάνω μια τέτοια πρόταση σε έναν επαγγελματία άνθρωπο σαν εσένα. Ασφαλώς θα έχεις πολλές δουλειές στις οποίες βιάζεσαι να επιστρέψεις – κάποιες δουλειές υψηλής μαγείας, χωρίς αμφιβολία…»

«Όχι», είπε ξέπνοα ο Ανεμοβρόχης. «Προς το παρόν, δεν έχω. Ένα ρίνου, λες; Την ημέρα; Κάθε μέρα;»

«Νομίζω ότι ίσως θα έπρεπε να το κάνω ενάμισι ρίνου τη μέρα. Χώρια τα έξοδα, φυσικά».

Ο μάγος ανέκτησε τις δυνάμεις του με αξιοθαύμαστο τρόπο. «Νομίζω ότι αρκούν», είπε. «Ωραία».

Ο Δίανθος ψαχούλεψε το πουγγί του, έβγαλε ένα μεγάλο χρυσό αντικείμενο, το κοίταξε για μια στιγμή, και το ξανάβαλε μέσα. Ο Ανεμοβρόχης δεν πρόλαβε να το δει καλά.

«Νομίζω», είπε ο τουρίστας, «Ότι θα ήθελα να ξεκουραστώ λιγάκι τώρα. Το ταξίδι ήταν πολύ μακρύ. Ύστερα, αν θες, έρχεσαι κατά το μεσημεράκι για να ρίξουμε μια ματιά στην πόλη».

«Βέβαια».

«Τότε σε παρακαλώ, έχεις την καλωσύνη να παρακαλέσεις τον ταβερνιάρη να με οδηγήσει στο δωμάτιό μου;»

Ο Ανεμοβρόχης το έκανε, και παρακολουθούσε τον νευρικό Άντρακλα, που είχε καταφθάσει καλπάζοντας από κάποιο πίσω δωμάτιο, να οδηγεί τον ξένο στα ξύλινα σκαλοπάτια πίσω από το μπαρ. Μετά από μερικά δευτερόλεπτα, το Μπαούλο σηκώθηκε και τους ακολούθησε τρεκλίζοντας.

Ύστερα ο μάγος κοίταξε τα έξι μεγάλα νομίσματα στο χέρι του. Ο Δίανθος είχε επιμείνει να του προκαταβάλει τα τέσσερα πρώτα ημερομίσθια.

Ο Χιου κούνησε το κεφάλι και του χαμογέλασε ενθαρρυντικά. Ο Ανεμοβρόχης βρυχήθηκε απειλητικά.

Σαν μαθητευόμενος μάγος, ο Ανεμοβρόχης ποτέ δεν είχε πάρει καλούς βαθμούς στην πρόγνωση, αλλά τώρα κάτι αχρησιμοποίητα κυκλώματα στο μυαλό του δούλευαν με ένταση και έβλεπε το μέλλον τόσο καθαρά σαν κάποιος να το είχε χαράξει με ζωηρά χρώματα στους βολβούς των ματιών του. Το σημείο ανάμεσα στις ωμοπλάτες του άρχισε να τον τρώει. Ήξερε ότι το πιο λογικό πράγμα που είχε να κάνει ήταν ν’ αγοράσει ένα άλογο. Καλό θα ήταν να ήταν γρήγορο, και ακριβό – μετά από πρόχειρη σκέψη, ο Ανεμοβρόχης αδυνατούσε να θυμηθεί κάποιον έμπορο αλόγων που να ήταν αρκετά πλούσιος ώστε να του δώσει ρέστα από σχεδόν μια ουγγιά χρυσάφι. Ύστερα φυσικά, τα υπόλοιπα πέντε νομίσματα θα τον βοηθούσαν να ξεκινήσει μια δουλίτσα σε ασφαλή απόσταση, ας πούμε διακοσίων μιλίων. Αυτό θα ήταν το πιο λογικό πράγμα που είχε να κάνει.

Αλλά τι θ’ απογινόταν ο Δίανθος, κατάμονος σε μια πόλη όπου ακόμα και οι κατσαρίδες έχουν ένα αλάθητο ένστικτο για το χρυσάφι; Μόνο ένα αληθινό κάθαρμα θα μπορούσε να το κάνει.

Ο Πατρίκιος της Ανκ-Μορπόρκ χαμογέλασε, αλλά μόνο με το στόμα.

«Από την Κεντρική Πύλη, είπες;» μουρμούρησε.

Ο αρχηγός των φρουρών χαιρέτησε έξυπνα. «Μάλιστα, Άρχοντά μου. Χρειάστηκε να σκοτώσουμε το άλογο για να τον σταματήσουμε». (…)

Τέρρυ Πράτσετ, Το χρώμα της Μαγείας.

Εικόνα: Pam Van Londen, Joy at the Beach.

Shortlink: http://wp.me/p1pa1c-1Yw