Τα βάσανα του λεπενιστή

Posted on 4 Αυγούστου, 2014 3:41 πμ από

19


Του Πιέρ Τεβανιάν*

(Το κείμενο αποτελεί απόσπασμα από το βιβλίο Chronique du racisme publicaine – εκδόσεις “Syllepse”, Παρίσι – 2013). Τη μετάφραση έκανε το Καπυμπάρα

Το βράδυ του πρώτου γύρου των προεδρικών εκλογών της 22ης Απριλίου 2012 γίναμε μάρτυρες για νιοστή φορά ενός «σεισμού» εξίσου αναμενόμενου με όλους τους προηγούμενους. Η Μαρίν Λεπέν συγκέντρωσε κοντά στα επτά εκατομμύρια ψήφους, δηλαδή 17,8%. Σύντομα, μια ομοφωνία επιβλήθηκε τόσο στα κόμματα εξουσίας, όσο και στους επαγγελματίες πολιτικούς σχολιαστές: Ο λεπενιστής ψηφοφόρος υποφέρει. Η λέξη «υποφέρω» κατέστη σχεδόν συνώνυμο της λεπενικής ψήφου, εισέβαλλε ανά κύματα και σήμανε την εξαφάνιση μιας άλλης λέξης: της λέξης ρατσισμός.

Sans titreΗ εξέλιξη της υπόθεσης ήταν αναμενόμενη. Από τη Ρασίντα Ντάτι ως τη Σεγκολέν Ρουαγιάλ και από τον Ολλάντ ως τον Σαρκοζύ, όλοι το λένε παντού: Η Γαλλία που ψηφίζει Εθνικό Μέτωπο είναι μια Γαλλία που υποφέρει και πρέπει να ακούσουμε τα βάσανά της. Και υπό μία έννοια είναι αλήθεια. Όντως, οι ψηφοφόροι του Εθνικού Μετώπου είναι άνθρωποι που υποφέρουν και ναι, πρέπει να ακούσουμε προσεχτικά τα βάσανά τους. Πρέπει όμως να τα ακούσουμε γι’ αυτό που είναι. Γιατί δεν είναι από την ανεργία και την εργασιακή ανασφάλεια, από την κοινωνική και οικονομική μιζέρια που υποφέρουν αυτοί οι ψηφοφόροι –τουλάχιστον όχι όλοι (στο μεγαλύτερο μέρος τους) και όχι περισσότερο (το αντίθετο μάλιστα) από άλλους ψηφοφόρους ή απ’ όσους επέλεξαν την αποχή.

Όλες οι στατιστικές έρευνες εδώ και χρόνια το επιβεβαιώνουν: Αυτοί οι βασανισμένοι ψηφοφόροι διασκορπίζονται σε ολόκληρο το κοινωνικό φάσμα από τα πιο χαμηλά ως τα πιο υψηλά εισοδηματικά στρώματα, σε ποσοστά σχεδόν ισοδύναμα με αυτά των αντίστοιχων στρωμάτων στο σύνολο της κοινωνίας, και οι κοινωνικές κατηγορίες στις οποίες υπερεκπροσωπούνται αυτοί οι εκλογείς δεν είναι τόσο οι άνεργοι ή οι εργάτες όσο οι εργαζόμενοι στα σώματα ασφαλείας, οι εμποροβιοτέχνες και οι επιχειρηματίες (τα θεαματικά ποσοστά του Εθνικού Μετώπου στους εργάτες και στους ανέργους δεν είναι παρά το αποτέλεσμα μιας οπτικής απάτης, που συνδέεται με την αποχή: οι εργάτες και οι άνεργοι δεν ψηφίζουν Εθνικό Μέτωπο σε ποσοστό πάνω από το γενικό μέσο όρο, αλλά ψηφίζουν σε ποσοστό χαμηλότερο από το μέσο όρο τις άλλες υποψηφιότητες και υπερεκπροσωπούνται στους απέχοντες και στους μη εγγεγραμμένους στους εκλογικούς καταλόγους).

Αυτοί οι βασανισμένοι ψηφοφόροι είναι επίσης ένα εκλογικό κοινό πολύ περισσότερο ανδρικό απ’ ότι γυναικείο, σε μια χώρα όπου οι άνδρες είναι ξεκάθαρα πολύ λιγότερο εκτεθειμένοι από τις γυναίκες στην εργασιακή ανασφάλεια και τους χαμηλούς μισθούς –για να μη μιλήσουμε για τους βιασμούς, τη συζυγική βία, την σεξουαλική παρενόχληση και τις δουλειές του σπιτιού. Αυτή η κατηγορία ψηφοφόρων είναι σχεδόν στο σύνολό της λευκή, σε μια χώρα όπου οι λευκοί είναι ξεκάθαρα πολύ λιγότερο εκτεθειμένοι από τους Μαύρους και τους Άραβες στην εργασιακή ανασφάλεια και τους χαμηλούς μισθούς –για να μη μιλήσουμε για τους αστυνομικούς ελέγχους και την αστυνομική βία, τις διακρίσεις στην εργασία και τη στέγαση. Και όλα αυτά, ας το επαναλάβουμε, είναι τεκμηριωμένα από αμέτρητα στατιστικά δεδομένα.

Pierre Tevanian - CHRONIQUE DU RACISME REPUBLICAINEΑπό τι υποφέρουν λοιπόν αυτοί οι καημένοι οι λεπενιστές αφού δεν είναι από τη φτώχια; Θα ανακαλύψουμε ότι εδώ και χρόνια η ερώτηση αυτή τους έχει τεθεί στα «έξιτ πολ» και ότι τα αποτελέσματά τους δεν διαφέρουν σημαντικά, συμπεριλαμβανομένου και του 2012: Πλούσιοι ή φτωχοί, άνεργοι ή αφεντικά, άνδρες ή γυναίκες, οι βασανισμένοι ψηφοφόροι μας προβάλουν μία και μόνη ανησυχία, ένα και μοναδικό μαράζι, τη «μετανάστευση». Υποφέρουν οι ψηφοφόροι αυτοί γιατί βλέπουν στους δρόμους ή στις τηλεοράσεις τους μουσουλμάνες με μαντίλα. Υποφέρουν γιατί βλέπουν στους δρόμους ή στις τηλεοράσεις τους ομάδες μουσουλμάνων να προσεύχονται στο πεζοδρόμιο –αλλά υποφέρουν ακόμα περισσότερο με την ιδέα ότι μπορεί να κατασκευαστεί κάποιο τζαμί που θα απελευθερώσει αυτό το πεζοδρόμιο. Υποφέρουν όταν βλέπουν μιναρέδες ή πιο συχνά με την ιδέα ότι μπορεί να δουν μια μέρα. Υποφέρουν με την ιδέα ότι μπορεί να ανοίξει δίπλα τους ένα χασάπικο με κρέας χαλάλ. Υποφέρουν όταν συναντούν Μαύρους στο τιμόνι ενός όμορφου αυτοκινήτου και όταν ακούνε ραπ από το στερεοφωνικό του αυτοκινήτου αυτού, υποφέρουν όταν ακούνε ράι, υποφέρουν όταν βλέπουν έναν Μαύρο, Άραβα, μουσουλμάνο παρουσιαστή, αιρετό ή συγγραφέα να εισβάλει στην ιερή οθόνη της τηλεόρασής τους. Υποφέρουν όταν ακούνε, σπάνια βέβαια ακόμα, αλλά πάντως συχνότερά από πριν, ότι η Γαλλία υπήρξε δουλοκτητική και αποικιοκρατική και ότι αυτό δεν ήταν έργο ευεργετικό. Υποφέρουν με λίγα λόγια όταν βλέπουν τη Γαλλία όπως είναι και όχι όπως την ονειρεύονται –λευκή, άσπιλη, «καθολικοσμική», πατριαρχική, ετεροσεξουαλική. Υποφέρουν τέλος, αυτοί οι κατακαημένοι ψηφοφόροι γιατί παρά τα σαράντα χρόνια κλειστών συνόρων και των νόμων Πασκουά / Ντεμπρέ / Σεβενεμάν / Σαρκοζύ/ Ορτφέ / Γκεάν, υφίστανται ακόμα κάποια δικαιώματα για τους ξένους στην εργασία, στη στέγαση στην υγεία… Υποφέρουν με την ιδέα ότι οι ξένοι μπορεί μια μέρα να ψηφίζουν. Υποφέρουν, με λίγα λόγια, με την ιδέα ότι μπορεί να χάσουν τα προνόμιά τους ως Γάλλοι και ως λευκοί. Υποφέρουν από μια αρρώστια, της οποίας το όνομα, παραδόξως, δεν ακούσαμε να προφέρεται ούτε μια φορά από τους εκπροσώπους του Σοσιαλιστικού Κόμματος ή της δεξιάς την εκλογική βραδιά της 22ης Απριλίου, τον ρατσισμό.

Το παίζουν φοβισμένοι, αλλά ο φόβος τους αυτός, συγκρινόμενος με τις ανησυχίες και τα βάσανα των μεταναστών, των «χωρίς χαρτιά», των μουσουλμάνων, των «αλητών» και άλλων ωφελούμενων από την πρόνοια είναι ένα απλό τουρτούρισμα. Υποφέρουν από μια αρρώστια που θεραπεύεται πολύ εύκολα: Αρκούν λίγα γραμμάρια διανοητικής ευθύτητας, ηθικής ακεραιότητας και ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Υποφέρουν από μια αρρώστια από την οποία δεν πεθαίνουν αυτοί, αλλά που σκοτώνει άλλους, μη-Γάλλους, μη-αυτόχθονες, μη-λευκούς, μη-«καθολικοσμικούς», με εκκαθαριστικές επιχειρήσεις, αστυνομικά εγκλήματα «για λόγους ασφαλείας», τυχαίες εκπυρσοκροτήσεις ή το κυνήγι των «χωρίς χαρτιά»… Από τον Μπραχήμ Μπουαράμ που πετάχτηκε στο Σηκουάνα από λεπενιστές, ως τον Μαχαμαντού Μαρεγκά που δολοφονήθηκε από την αστυνομία, η λίστα των θυμάτων αυτής της αρρώστιας, που προσβάλει, μεταξύ άλλων, και τους λεπενιστές είναι μακρά –για να μη μιλήσουμε για τα εκατομμύρια ξένων ή μη-λευκών Γάλλων που συνθλίβονται καθημερινά από τις διακρίσεις κυρίως στους τομείς της εργασίας και της στέγασης και για τα εκατομμύρια μουσουλμάνων που βάλλονται καθημερινά, από παντού, από τις προσβολές μιας ισλαμοφοβικής προπαγάνδας.

Πρέπει λοιπόν να ακούσουμε τα βάσανα του λεπενιστή, αλλά από τη στιγμή που θα τα ακούσουμε δεν πρέπει να ανταποκριθούμε στα αιτήματά του, αφού το να συμπάσχεις με το ρατσιστή, κάνει ρατσιστή κι εσένα τον ίδιο. Ικανοποιώντας ένα ρατσιστικό αίτημα γίνεσαι φορέας του ρατσισμού· και αυτό κάνουν η δεξιά και η κυβερνητική αριστερά εδώ και κοντά τρεις δεκαετίες.

«Κακές απαντήσεις σε σωστά ερωτήματα» είχε πει πριν από είκοσι χρόνια ένας σοσιαλιστής πρωθυπουργός –και γνωρίζουμε ότι αυτού του είδους η ανάλυση παρήγαγε, κάνοντας τις ιδέες του κοινό τόπο και νομιμοποιώντας τις, τη σχεδόν αδιάλειπτη ανάπτυξη του Εθνικού Μετώπου. Έχει σημάνει από καιρό η ώρα να σταματήσουμε αυτήν την ανάπτυξη, να τολμήσουμε να αναγνωρίσουμε πως όχι· η «μετανάστευση», η «εισβολή», η «ισλαμοποίηση», δεν είναι σωστά ερωτήματα. Είναι καιρός να πούμε με ειλικρίνεια στους λεπενιστές ψηφοφόρους ότι δεν πρόκειται να κάνουμε τίποτα για να κατευνάσουμε τις ανησυχίες τους. Το αντίθετο. Ήρθε η ώρα να αναζωογονήσουμε τις Συνταγματικές αρχές μας, να καταπολεμήσουμε επί τέλους τις διακρίσεις και να δώσουμε, επομένως, στους λεπενιστές ψηφοφόρους την ακόλουθη υπόσχεση: «Αν είναι η ισότητα που σας κάνει να υποφέρετε, τα βάσανά σας τώρα αρχίζουν!»

_____________________________________________________________________________________________

ΣτΜ: Το κείμενο γράφτηκε το 2012 και πιστεύουμε ότι, παρά τις όποιες διαφορές με τη γαλλική πραγματικότητα, ένα μεγάλο κομμάτι του προβληματισμού του είναι χρήσιμο για το διάλογο που γίνεται και στην ελληνική κοινωνία. Το γεγονός ότι σήμερα το Εθνικό Μέτωπο έχει διευρύνει το εκλογικό του ακροατήριο διευρύνοντας και την ατζέντα του με μεγάλες δόσεις οικονομικού εθνικισμού, προστατευτισμού και αντίθεσης στη λιτότητα, το ευρώ και την Ε.Ε. δεν καθιστά το κείμενο ανεπίκαιρο, καθώς είναι ο ρατσισμός –το παλιό τμήμα της ατζέντας του κόμματος- που θεωρείται από τους σοσιαλιστές και τους δεξιούς βάσανο άξιο να το ακούσουμε. Η αντίθεση στη λιτότητα είναι απλά λαϊκισμός των δύο άκρων. Δεν είναι τυχαίο ότι αμέσως μετά την πρωτιά του Εθνικού Μετώπου στις ευρωεκλογές, ο νεοφιλελεύθερος και ακροδεξιός σοσιαλιστής πρωθυπουργός Μανυέλ Βαλς έλαβε το μήνυμα των εκλογών και έστειλε τα ΜΑΤ σε τσιγγάνικο καταυλισμό, για να επαναπατρίσει στο δημοκρατικό τόξο τους βασανισμένους λεπενιστές ψηφοφόρους.

_____________________________________________________________________________________________

Pierre TevanianΟ Πιέρ Τεβανιάν γεννήθηκε το 1970, είναι καθηγητής της φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Seine-Saint-Denis (Drancy) και ακτιβιστής κατά του ρατσισμού. Είναι συγγραφέας ανάμεσα σε άλλα των Chronique du racisme publicaine – (εκδόσεις “Syllepse”, Παρίσι – 2013), La haine de la religion. Comment l’athéisme est devenu l’opium du peuple de gauche” (εκδόσεις “La Découverte”, Παρίσι- 2013) καιLa canique raciste” (εκδόσεις “Dilecta”, Παρίσι – 2008). Είναι ιδρυτής μαζί με την Συλβί Τισώ της κολλεκτίβας Les Mots sont importants και συνδιαχειριστής του ιστότοπού της.

_____________________________________________________________________________________________

Σόρτλινκ: http://wp.me/p1pa1c-jGK