Ξεριζωμός

Posted on 24 Ιανουαρίου, 2014 2:54 μμ από

3


Παίρνοντας τη στροφή το αυτοκίνητο μπαίνει ξαφνικά μέσα στην ομίχλη. Φτάνει στην πόλη νωρίτερα από ότι είχε υπολογίσει. Είχε ξεκινήσει ξημερώματα. Το μήνυμα έφτασε αξημέρωτα. Τον βρήκε άυπνο. Ταξιδεύει με έναν κόμπο δεμένο στο στομάχι προς έναν προορισμό που όσο πλησιάζει γίνεται και πιο ξένος. Παγώνουν οι ρίζες και το τέρμα δεν είναι λιμάνι.

Στην επόμενη στάση για τσιγάρο ανοίγει αργά η μπουκαπόρτα του πλοίου. Οι πρόσφυγες που σώθηκαν, δεκάξι όλοι κι όλοι, κατεβαίνουν σχηματίζοντας κύκλο, ο ένας κοντά στον άλλον, η επιφανειακή τάση των κατατρεγμένων φτιάχνει την περίμετρο. Πρώτοι ανάμεσά τους το ζευγάρι, νέοι, η γυναίκα με τον κόκκινο σκούφο, ο άντρας που κρατά στα χέρια του ένα μωρό. Πατάνε στα σχοινιά, μετά στα τσιμέντα του λιμανιού και τους παίρνουν τα κλάματα. Σέρνουν τα πόδια , κοντοστέκονται σιμά ο ένας στον άλλον, δεν ξεπετιέται ούτε ένας. Μια συμπαγής μάζα από δάκρυα, ο Χορός χωρίς μετάσταση πορεύεται προς την ερημιά του πολιτισμού. Έρημοι οι δεκάξι κι όρθιοι. Πίσω, μέσα στα νερά, βούλιαξαν οι οικογένειές τους. Βούλιαξε η πατρίδα τους.  Δεν είχαν ποτέ κι άλλη. Και αυτή που είχαν την ξερίζωσε η θάλασσα και ο ανθρώπινος νόμος.

Τα πρησμένα μάτια δεν μιλάνε ποτέ. Δεν χρειάζεται να μιλήσουν. Δεν έχουν πια τίποτε άλλο να πουν. Με τον λυγμό ανεβαίνει η γνωστή μεταλλική γεύση στο στόμα, πάντα η  ίδια, μαζί έρχεται η ασφυξία, το οικείο αντανακλαστικό του εμέτου. Το παγωμένο μέταλλο τρέχει από τους δακρυϊκούς πόρους και οδεύει στο πίσω μέρος του ουρανίσκου. Γεμίζει το στόμα και δεν το αφήνει να αρθρώσει λέξη, να πάρει ανάσα.

Η θλίψη του κόσμου είναι ερημιά, τόπος που δεν σε υποδέχεται, ούτε σε διώχνει. Μόνο σε γκρεμίζει, σε σπρώχνει ουρλιάζοντας διαταγές, σου βγάζει τις ρίζες απ’ το χώμα και τις πετάει στην αλμύρα για να μη βλαστήσει τίποτα, σου σπάει τα κλαριά και λιώνει τους καρπούς με το μπαστούνι. Το βουητό των χιλιάδων στομάτων,  που θρηνούν χαμηλόφωνα και κρατάνε στα χέρια τους τις ματωμένες ρίζες γίνεται βράχος στις πλάτες του Σίσυφου. Τον κουβαλάει στην ερημιά αλύγιστος. Ανεβαίνει κάτω από το αφιλόξενο φως που δεν σβήνει ποτέ, μόνο καίει τα μάτια και το τσιμέντο που πατάει, του καίει τα πόδια. Τον κουβαλάει αυτός μέχρι την κορυφή του γκρεμού και τον πετάει στη θάλασσα, να συναντήσει τους ξεριζωμένους, να σπάσει το μαύρο κατάρτι. Στο κύμα που σηκώνεται παίζουν χελιδονόψαρα. Δεν έχουν φωλιές. Δεν έχουν πνευμόνια. Δεν βλέπουν το φως. Χορεύουν γύρω απ’ τον βράχο καθώς βουλιάζει.

Παλιός Σιδηροδρομικός Σταθμός Δραπετσώνας, ο ”δακρύβρεχτος σταθμός της ξενιτιάς” – όπως τον αποκαλούν – από όπου ξεκινούσαν τα καραβάνια των μεταναστών. Φωτογραφία της Rozita Foradi για το [project 3] ΘΛΙΨΗ των [nomades artcore], που θα πραγματοποιηθεί εκεί στις 14, 15 και 16 Φλεβάρη

Παλιός Σιδηροδρομικός Σταθμός Δραπετσώνας, ο ”δακρύβρεχτος σταθμός της ξενιτιάς” – όπως τον αποκαλούν – από όπου ξεκινούσαν τα καραβάνια των μεταναστών.
Φωτογραφία της Rozita Foradi για το [project 3] ΘΛΙΨΗ των [nomades artcore], που θα πραγματοποιηθεί εκεί στις 14, 15 και 16 Φλεβάρη

Jaquou Utopie

Posted in: Ζωή