Οι επαγγελματίες τρομο-κυνηγοί

Posted on 15 Ιανουαρίου, 2014 11:22 μμ από

54


του Ιουλιανού

Ένα κρύο βράδυ της 23ης του Δεκεμβρίου 1975 κατά τις 22:30 ο σταθμάρχης της CIA στην Ελλάδα Ρίτσαρντ Γουέλς πέφτει νεκρός, δολοφονημένος από περίστροφο.

Ο Γουέλς ήταν ένας κρατικός υπάλληλος των ΗΠΑ με περγαμηνές και παράσημα από την Γουατεμάλα όπου από το Μάιο του 1966, ανέλαβε να υλοποιήσει το τρομοκρατικό πρόγραμμα δημιουργίας και καθοδήγησης του δεξιού παρακράτους για τη φυσική εξολόθρευση της αριστεράς. Το αποτέλεσμα ήταν ένας «βρόμικος πόλεμος» με δεκάδες χιλιάδες νεκρούς και ταυτόχρονα, το πρότυπο του κύματος κρατικής τρομοκρατίας που την επόμενη δεκαπενταετία θα σάρωνε τις περισσότερες χώρες της Λατινικής Αμερικής (Χιλή, Αργεντινή, Ονδούρα, Σαλβαδόρ, κ.λπ.). Η Γουατεμάλα του 1966-67 θεωρείται ακριβώς το «πειραματικό εργαστήρι» μιας ολόκληρης μεθοδολογίας, επικεντρωμένης στην εξολόθρευση των αντιφρονούντων από παρακρατικά «αποσπάσματα θανάτου».

Η δολοφονία του Γουέλς προκαλεί τριγμούς στην δημοκρατία του Καραμανλή που την εποχή εκείνη έκανε τα πρώτα της βήματα. Ήταν μια δολοφονία που μπορούσε να κατευθύνει ή να αποτρέψει κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις, και που πυροδότησε ατέλειωτα σενάρια για τους σκοπούς των δολοφόνων που παρέμεναν άγνωστοι. Διότι τότε ουδείς γνώριζε την «17 Νοέμβρη». Η κυβέρνηση Καραμανλή μην έχοντας κάτι άλλο να κάνει επικηρύσσει τους δολοφόνους με 5 εκατομμύρια δραχμές.

Το θέμα όμως σιγά-σιγά ξεχνιέται μέσα στην δίνη γεγονότων όπως οι δίκες μασκαράτες των χουντικών και των βασανιστών των ΕΑΤ-ΕΣΑ, των σκληρών συγκρούσεων των κατοίκων των Σπάτων με την αστυνομία, που αντιδρούν στην προοπτική οι κατοικίες και τα χωράφια τους να μετατραπούν σε αεροδρόμιο, της ευφορίας που προκάλεσε στην ντόπια ελίτ το πρώτο βαρέλι πετρελαίου που αντλήθηκε από την θάλασσα της Θάσου, μα και οι δηλώσεις των εννέα της ΕΟΚ που εκφράζουν τον πόθο τους για την ένταξη της Ελλάδας στην Κοινή Αγορά. Η ευφορία του αστικού κόσμου σκιάζεται λίγο από το σκάνδαλο δωροδοκίας στρατηγών από ξένη εταιρεία για την προμήθεια αεροσκαφών. Ω ! Τι σύμπτωση…

Και τότε, ύστερα από ένα χρόνο, την 14η Δεκεμβρίου ημέρα Τρίτη και ώρα 22:15 δολοφονείται με περίστροφο ο βασανιστής της αστυνομίας Ευάγγελος Μάλλιος. Παγωμάρα στα κρατικά επιτελεία. Και τότε έρχεται η είδηση από την Γαλλία, γραμμένη στην εφημερίδα «Λιμπερασιόν». Ήταν η προκήρυξη, η πρώτη ανακοίνωση της οργάνωσης με το όνομα «17 Νοέμβρη» που αναλάμβανε την ευθύνη της δολοφονίας του Γουέλς και αιτιολογούσε τις ενέργειες της.(Την προκήρυξη την είχαν στα χέρια τους όλες οι εφημερίδες αλλά δεν την δημοσίευσαν). Αυτό ήταν. Ο «μύθος» της «17 Νοέμβρη» μα και ο μεγαλύτερος κοινωνικοπολιτικός γρίφος της μεταπολίτευσης ξεκίνησε. Επί 27 ολόκληρα χρόνια η δράση της ένοπλης οργάνωσης ταλάνισε το πολιτικό προσωπικό της χώρας, ξένες και ντόπιες μυστικές υπηρεσίες, για να καταλήξει τελικά στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων όπου και έκλεισε το κεφάλαιο «17 Νοέμβρη». Δεν έκλεισε όμως το κεφάλαιο τρομοκρατία το οποίο πέρασε σε πιο σύνθετες πολιτικές και κοινωνικές διεργασίες.

Πρόσφατα και με αφορμή την απόδραση του μέλους της «17 Νοέμβρη» Χριστόδουλου Ξηρού ξεκίνησε μια συζήτηση περί του πολιτικού ή μη χαρακτήρα των εγκλημάτων της τρομοκρατίας χρησιμοποιώντας κυρίως ηθικολογικά στερεότυπα με ταυτόχρονη σύνδεση του συνόλου της αριστεράς με την τρομοκρατία από ολόκληρο σχεδόν το πολιτικό-δημοσιογραφικό προσωπικό της χώρας.
Με ηγεμονικό ύφος και με την δικαιωματική αυθεντία του πεφυσιωμένου, οι δημοσιογραφικές πένες των Μπάμπη Σκάι Παπαδημητρίου, Πάσχου Μανδραβέλη, Γιάννη Πρετεντέρη, Τάκη Θεοδωρόπουλου, Αθανάσιου Έλλις και πολλών άλλων ειδικών τρομοκρατολόγων, όλες στο ίδιο μοτίβο τυχαία βέβαια, ταυτίζουν, σχετίζουν και ενοχοποιούν την αριστερά, συνεπικουρούμενοι από την ΝΔ του Σαμαρά που κατήγγειλε με επίσημη ανακοίνωση τις «γνωστές θέσεις και σχέσεις» του ΣΥΡΙΖΑ με την τρομοκρατία, διότι στελέχη του ήταν «οι κεντρικοί μάρτυρες και οι δικηγόροι υπεράσπισης» των εκτελεστών της 17Ν. Επιβαρυντικό γεγονός ήταν η προτροπή του ΣΥΡΙΖΑ να σταλεί σε νοσοκομείο ο Σάββας Ξηρός λόγω της βαριάς ασθένειας του.

Λογικό, αρκεί να δεχτούμε ότι η βραχυπρόθεσμη νομή εξουσίας και πλούτου είναι πιο σημαντική  από στοιχειώδη ατομικά δικαιώματα,  δικονομικές και συνταγματικές εγγυήσεις και ότι άλλη «μπούρδα» διατυπώνει η αριστερά.

«Βεβαίως στον χυλό της επαναστατημένης Αριστεράς σπανίως βρίσκει κάποιος λογική συνέπεια. Δηλαδή, αν οι ενέργειες της «17 Νοέμβρη» ήταν «πολιτικά εγκλήματα», τότε αυτά πρέπει να χρεωθούν σε κάποιον πολιτικό χώρο και ο καλύτερος υποψήφιος ήταν η Αριστερά. (σ,σ έτσι γενικά) Ποιος, λοιπόν, ενοχοποιούσε τον συγκεκριμένο πολιτικό χώρο;»
Αναρωτιέται ο Πάσχος Μανδραβέλης.

Ο κάθε Μανδραβέλης λόγω έλλειψης τεκμηριωμένων προσεγγίσεων του ζητήματος καταφεύγει στο ολοκληρωτικό τεκμήριο της ενοχής ενός πολιτικού χώρου προσπαθώντας να τον στιγματίσει πολιτικά και κοινωνικά μια και οι εννοιολογικοί προσδιορισμοί : «κομμουνιστής» «αναρχικός» «περιθωριακός» «τρομοκράτης» αποτελούν και θεωρούνται, γι αυτούς, όροι ταυτόσημοι.

Η δράση της «17Ν», ότι στόχο κι αν είχε  υπήρξε πολιτική, δίχως αμφιβολία, άρα και οι πράξεις της, παράλογες και τυφλές, είναι πολιτικού χαρακτήρα γιατί τα κίνητρα δεν αποχωρίζονται από τις ενέργειες. Οι δολοφονίες που διέπραξε η 17Ν και τα κίνητρα συνιστούν ένα ενιαίο σύνολο. Το ποινικό στοιχείο των δολοφονιών δεν ανατρέπει το συνολικό ενιαίο σύνολο. Διότι δεν σκότωναν δίχως στόχο. Υπήρχε συγκεκριμένος λόγος για τον κάθε φορά στόχο όπως αυτός περιγράφονταν στην κατά περίπτωση προκήρυξη τους όπου προσπαθούσαν να επενδύσουν ιδεολογικά τις αιματοβαμμένες επιθέσεις τους.

Η δράση αυτή όμως ήταν «αριστερή» δράση;

Στην 4η προκήρυξη τους που στάλθηκε και δημοσιεύθηκε στην «Ελευθεροτυπία» το 1977 η 17Ν απαντά στην σύσσωμη καταδίκη των ενεργειών της από τα δυο ΚΚΕ μα και από τις οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς , αναφέροντας: «Όπου υπάρχουν γεροί μηχανισμοί των κομμάτων της αριστεράς, αγώνες δεν γίνονται, και όπου δεν υπάρχουν, ο λαός κινητοποιείται και αγωνίζεται. (…..) Λάσπη κατασυκοφάντηση, αυτή είναι η πολιτική αντιμετώπιση (…)

Στις 20 Οκτωβρίου 1991, σε άρθρο του στο «Βήμα» ο Μιχάλης Ράπτης ή «Πάμπλο» απευθυνόμενος προς τη 17Ν θέτει έτσι το ζήτημα:

«Η Ελλάδα σήμερα περνά σε μαφιόζικη αναβάθμισή της. Μαφιόζικα συγκροτήματα αρπάζουν ό,τι μπορούν, κυκλώματα κάθε είδους έχουν αρχίσει να νέμονται την οικονομία, το κράτος, την κοινωνία, εφορμούν ακάθεκτα, αρπάζουν από εδώ και από εκεί ό,τι μπορούν, από νοσοκομεία έως βραχονησίδες… μοιράζεις όταν μπορείς «φακελάκια» παντού, αγοράζεις «υπηρεσίες» ακόμα και «τρομοκρατικές»»

Η «αριστερή» δράση με κουκούλες, χωρίς πρόσωπο και θολό ιδεολογικό στίγμα, με ασαφές πολιτικό και κοινωνικό περιεχόμενο χωρίς λαϊκή υποστήριξη και νομιμοποίηση το μόνο που καταφέρνει είναι να νομιμοποιεί την σύγκρουση της κρατικής με την «αντι-κρατική» τρομοκρατία, που με μαθηματική ακρίβεια οδηγεί στο να τρομάξει ο έτσι κι αλλιώς φοβισμένος α-μέτοχος πολίτης ο οποίος χωρίς ερωτήσεις, χωρίς κρίση, χωρίς έλεγχο, χωρίς γνώμη, χωρίς σκέψη χωρίς αντίσταση θα θέσει την ατομική του ελευθερία στην χοάνη της μεγαλύτερης θωράκισης του ποινικού κατασταλτικού και αστυνομικού οπλοστασίου, νομιμοποιώντας την κρατική καταστολή απέναντι σε όποια ανατρεπτική δράση εναντίον της αστικής εξουσίας. Άρα αυτή η τρομοκρατική ατομική δράση διασύρει τη λαϊκή πάλη, εντείνοντας το κλίμα τρομοκρατίας και την καταστολή ενάντια στα εργατικά κινήματα.

Καθόλου τυχαία ο κύριος Μπάμπης ο Σκαις σε ρόλο χωροφύλακα-γλωσσοπλάστη είπε ότι στην Ελλάδα έχουμε πολιτικό φορέα την «ΑΝΤΑΡΣΥΑ» που εκπροσωπεί μια «παρατρομοκρατική πολιτική οργάνωση η οποία συνιστά το «νόμιμο τμήμα της παρατρομοκρατίας»

Κάνουν λαθροχειρίες ολκής, που είναι επικίνδυνες για την αριστερά και τα κινήματα. Προσπαθούν συνειδητά να συνδέουν με διάφορους τρόπους ακόμα και με γελοίους προσδιορισμούς τις τρομοκρατικές ατομικές ενέργειες με την αριστερά με προφανή σκοπό να συκοφαντήσουν και αν χρειαστεί να πλήξουν το αριστερό κίνημα. Προπαγάνδα, για να δημιουργήσουν στη συνείδηση των ανθρώπων την αντίληψη ότι οι έννοιες έγκλημα – πολιτικό έγκλημα – τρομοκρατία – παρανομία- δολοφονίες και «αριστερά», είναι έννοιες που συνδέονται στενά και σχεδόν ταυτίζονται.

Επίσης οι διοχετευόμενες πληροφορίες των διωκτικών αρχών προς δημοσιογράφους είναι μόνιμα προσανατολισμένες στο χώρο των διαφόρων εξωκοινοβουλευτικών κινημάτων, που έντεχνα οι δυνάμεις του αστικού κράτους στοχοποιούν ως «αριστερά εργαστήρια της τρομοκρατίας». Αυτές οι οργανώσεις είναι στην ουσία ανοιχτοί χώροι από θέση και ιδεολογία σε όλους, χωρίς αυστηρές εσωτερικές δομές, ενάντια σε κάθε μορφή χειραγώγησης και ενσωμάτωσης της ατομικής συμπεριφοράς. Ταυτόχρονα, και λόγω αυτής της δομής τους, αποτελούν έναν εύκολο στόχο.

«Συγκεκριμένες ομάδες έχουν καταπατήσει και καταλάβει δημόσιους χώρους και τους έχουν μετατρέψει σε εστίες ανομίας. Απέναντι σε αυτό το φαινόμενο η Ελληνική Αστυνομία θα συνεχίσει το συνταγματικό της καθήκον να ανακαταλαμβάνει τους χώρους αυτούς και στην πρωτεύουσα του κράτους, αλλά και στην περιφέρεια. Και θα μου επιτρέψετε να πω το εξής: το “Νόμος και Τάξη” δεν είναι κυβερνητική ατζέντα, ούτε πολιτικό σύνθημα. Eίναι συνταγματική υποχρέωση και δικαίωμα του κάθε Έλληνα πολίτη».

«Εξάλλου, το ελληνικό κράτος είχε εν μέρει παραιτηθεί από την επιβολή της νομιμότητας σε συγκεκριμένες περιοχές και χώρους, που εν δυνάμει συνιστούν «φυτώρια» τρομοκρατών»

…θα δηλώσει ο υπουργός Δένδιας

Σωστό. Διότι ο πολίτης έχει δικαίωμα να αισθάνεται ασφαλής μόνο όταν αναγνωρίζει τις δομές της εξουσίας στους όγκους από μπετό και γυαλί των τραπεζών και των εταιρειών, που με την βαριά σιδερόφραχτη οχύρωση τους ορίζουν και τον νόμο και την τάξη.

Η Βαϊμάρη

Και για όλα τα παραπάνω έχουν άλλοθι. Το άλλοθι που δημιούργησαν οι ίδιοι. Το άλλοθι που προσέφεραν οι τραμπούκοι, δολοφόνοι, φασίστες της Χρυσής Αυγής.

«Η εποχή μας μάλιστα αρχίζει να θυμίζει έντονα ορισμένες πτυχές από τη δημοκρατία της Βαϊμάρης όταν επιχειρηματικοί κύκλοι ακύρωσαν τις δημοκρατικές διαδικασίες επιβάλλοντας την εξουσία τους με πράξεις νομοθετικού περιεχομένου και ανάγκασαν το πολιτικό κατεστημένο να ανεχτεί και στη συνέχεια να φέρει στην εξουσία το ναζιστικό μόρφωμα του Χίτλερ.»

Έγραψε για το ίδιο θέμα ο Άρης Χατζηστεφάνου στο info-war

Σίγουρα είναι αδιανόητο να παραγνωρίζουμε την ιστορία και το ιστορικό υλικό. Μα όταν μια συγκεκριμένη ιστορική εμπειρία μετατρέπεται σε αποκλειστικό γνώμονα τότε παραμορφώνουμε την πραγματικότητα που βιώνουμε. Οι αναλογίες όμως υπάρχουν.

Στην διάρκεια του μεσοπολέμου και ενώ η κρίση του συστήματος είναι προ των πυλών επιβλήθηκαν από Βρετανία και Γαλλία στην ηττημένη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, Γερμανία, τεράστια και απροσδιόριστα ποσά αποζημιώσεων ως «ένοχη του πολέμου». Για να πληρωθούν αυτά τα ποσά ΗΠΑ και Γερμανία συμφώνησαν σε ένα δανεισμό από αμερικανικές τράπεζες με αποτέλεσμα τα λεφτά των επανορθώσεων να προέρχονται από αμερικανικά δάνεια. Τότε όμως χτύπησε η Μεγάλη Κρίση-από τα ακίνητα ξεκίνησε και τότε- και ο χάρτινος πύργων αυτών των Γερμανικών δανείων κατέρρευσε, όπως κατέρρευσε όλος ο καπιταλισμός. Όλη η παγκόσμια οικονομία, από την παραγωγή ως τις διευθετήσεις των διεθνών πληρωμών.
Στην Γερμανία οι πολίτες έχασαν τις αποταμιεύσεις τους, ενώ οι εργάτες πληρώνονταν σε χρήμα χωρίς αντίκρισμα. Τα προϊόντα διατροφής έφθασαν σε αστρονομικές τιμές και σε κάθε πόλη της χώρας ξέσπασαν διαδηλώσεις, καθώς ο πληθυσμός κυριολεκτικά λιμοκτονούσε. Η ανεργία, η πείνα και ο φόβος αντί να ενισχύσουν τις δυνάμεις της κοινωνικής επανάστασης όπως ανέμενε τότε η Κομουνιστική Διεθνής, το καραβάνι του φοβισμένου κόσμου έπαιρνε τον δρόμο του εθνικοσοσιαλισμού-φασισμού σπρωγμένος από το αποτυχημένο αστικό πολιτικό σύστημα, μα και από την στιβαρή εξουσία της εκκλησίας.

Οι βιομήχανοι, οι βιοτέχνες η ανώτερη αστική μα και η αριστοκρατική τάξη της Γερμανίας, συμπεριλαμβανομένων των στρατιωτικών, και των υψηλόβαθμων αξιωματούχων της δημόσιας διοίκησης, έδωσαν έμφαση στην απόλυτη ανάγκη να συντρίβει ο μαρξισμός, που κατά αυτούς αποτελούσε εμπόδιο στην εθνική αναγέννηση της Γερμανίας. Όλοι αυτοί με τον όρο μαρξισμό εννοούσαν τους πάντες: φιλελεύθερους υποστηρικτές της πολυκομματικής δημοκρατίας, εργατικά συνδικάτα, κομμουνιστές, αναρχικούς, σοσιαλιστές, σοσιαλδημοκράτες έστω κι αν οι τελευταίοι είχαν μετακινηθεί από τις θεωρητικές μαρξιστικές ρίζες τους και είχαν βοηθήσει συγκυβερνώντας με την δεξιά στην διατήρηση του καπιταλιστικού συστήματος. Μαζί στην ουσία είχαν καταργήσει την Βουλή και κυβερνούσαν την χώρα μόνο με προεδρικά διατάγματα. Η ανακάλυψη του εθνικισμού και του τρομοκρατικού αντιμαρξισμού και η θεωρία του εσωτερικού εχθρού καθώς και η σύνδεση του με την μειονότητα των Εβραίων δεν ήσαν ιδιαίτερες ιδιότητες των φασιστών. Άλλωστε η δημοκρατία της Βαϊμάρης είχε θέσει εκτός νόμου το ναζιστικό κόμμα είχε συλλάβει τον «αρχηγό» και διάφορα στελέχη μετά το θεατρικό πραξικόπημα της μπύρας και είχε απαγορεύσει τις δημόσιες συγκεντρώσεις των ναζιστών. Και όμως η άρχουσα τάξη θεωρούσε ότι οι φασίστες είχαν έντιμα κίνητρα, μια και δήλωναν πως ότι κάνανε το κάνανε γιατί αγαπούσαν την πατρίδα τους και τους διαφήμισε δημιουργώντας άρθρα στις εφημερίδες της ρομαντικής εικονοπλασίας κάνοντας τον λαό να στρέψει το βλέμμα προς ένα ως τότε άσημο και περιθωριακό κόμμα. Διότι ο αντιμαρξισμός η ρητορική και η έμπρακτη βίαιη επίθεση των φασιστών στην αριστερά ηχούσε ως όπερα του Βάγκνερ στα αυτιά των μπουρζουάδων.
Ο επιλεκτικός τρόμος που καλλιεργούσε εναντίων των «μαρξιστών» η Γερμανική ελίτ συνάντησε τον κοινωνικό δαρβινισμό, τον βιολογικό αντισημιτισμό και τον ρατσισμό των φασιστών, δημιούργησε έναν συσσωματικό εθνικισμό κάνοντας απαραίτητο για την διατήρηση και την άσκηση εξουσίας το μίσος.

Ο φασισμός άλλωστε είναι ο βίαιος τρόπος που διαθέτει ο καπιταλισμός για να αντιμετωπίσει την διάβρωση του κοινοβουλευτισμού χωρίς να απειληθεί το οικονομικό σύστημα της καπιταλιστικής οικονομίας και χωρίς να χάσει τα κεκτημένα η άρχουσα οικονομική τάξη. Κάνει αυτά που δεν θα ήθελε να πράξει ένα δημοκρατικό καθεστώς χωρίς μάλιστα να δυσαρεστεί τους «φιλήσυχους νομοταγείς» πολίτες. Όταν ο φασισμός πετύχει τάξη και σιγή νεκροταφείου ο κοινοβουλευτισμός μπορεί να επανέλθει θριαμβευτής.

Αν σε ορισμένους από μας η ιστορία του τότε μας δημιουργεί συνειρμούς που σχετίζονται με το σήμερα, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η ιστορία στα όρια του ίδιου κοινωνικού συστήματος επαναλαμβάνεται είτε σαν τραγωδία είτε σαν φάρσα, ενώ σε κάθε περίπτωση η επανάληψή της αποτελεί δράμα γι’ αυτούς που καλούνται να πληρώσουν το λογαριασμό. Κι αυτοί δεν είναι άλλοι, και τότε και σήμερα, από τη μεγάλη λαϊκή πλειοψηφία.

Κάνετε τις αναγωγές σας.

___________________________________

Short URL: http://wp.me/p1pa1c-jvT