Η άλλη απώλεια: Μια κομμουνιστική διαφωνία στη σκιά του Οκτώβρη

Posted on 1 Ιουνίου, 2013 3:15 μμ από

2


Του Νικόλα Σεβαστάκη (μεταφέρει το Καπυμπάρα από το αφιέρωμα του RedNotebook στον Οκτώβρη)

Aleksander Rodchenko2Σε ένα αφιέρωμα για τον Οκτώβρη και τη ρωσική επανάσταση, σκέφτηκα να αναφερθώ στο καταγωγικό πλαίσιο αυτού που, ελλείψει κάποιας πιο πρωτότυπης ονομασίας, θα αποκαλέσω δημοκρατικό κομμουνισμό. Συγκεκριμένα για τον δημοκρατικό κομμουνισμό όπως αναδύθηκε ως μια ιδιαίτερη «προβληματοποίηση» στη σκιά της παγκόσμιας έκπληξης που υπήρξε η ανατροπή του 1917 και η νίκη των Μπολσεβίκων.

Έναν σχεδόν αιώνα μετά, μπορούμε να πούμε ότι έπειτα από αλλεπάλληλα κύματα κατεδάφισης και αναθεμάτων («αγγελτήρια θανάτου του μαρξισμού»), η εργασία με τις έννοιες έχει ενισχύσει, εκ νέου, την υπόθεση ότι ως προς την θεμελιώδη του πρόθεση, ο κομμουνισμός, και ιδιαίτερα ο κομμουνισμός του Μαρξ, συναντά το πνεύμα της πλήρους δημοκρατίας πέρα από τη δημοκρατία ως ουτοπικό ιδεώδες ή κανονιστική πολιτική ιδέα. Υπήρξαν φυσικά και συνεχίζουν να υπάρχουν πολλοί και σημαντικοί στοχαστές που δεν συμμερίζονται αυτή την υπόθεση επιμένοντας στις κρίσιμες αντινομίες που προκύπτουν στο σημείο συνάντησης μαρξικής θεώρησης και δημοκρατικού γεγονότος (ο Κλωντ Λεφόρ είναι ένας από τους πολλούς και ο Ζακ Ρανσιέρ ένας από τους επιγόνους της σχετικής αμφιβολίας). Ανεξάρτητα όμως από την τάξη της θεωρητικής συζήτησης για την κομμουνιστική ιδέα η οποία παραμένει πάντα ανοιχτή, ως προς την ιστορική του εμπειρία ο δημοκρατικός κομμουνισμός υπήρξε μια εξαίρεση, μια «ανωμαλία», άλλοτε δεξιά και άλλοτε αριστερή, ανάλογα με τις εκάστοτε βουλές του Κυρίου, ανάλογα ας πούμε με τις αποφάσεις και τους φετφάδες της ηγεσίας της Διεθνούς, του διεθνούς καθοδηγητικού κέντρου. Για την ακρίβεια, ο δημοκρατικός κομμουνισμός των χρόνων μετά τον Οκτώβρη, ως σχέδιο και ως πολιτική πρακτική συρρικνώνεται στην περιπέτεια κάποιων προσωπικοτήτων, κάποιων γραπτών και ορισμένων ημιτελών και άδοξα τερματισμένων οργανωτικών εγχειρημάτων. Και αυτή η περιθωριακή μοίρα έχει άμεση σχέση με την εμπειρία της ρωσικής Επανάστασης, με το λεγόμενο κράτος των Σοβιέτ, την ίδρυσή του και την τραυματική του εξέλιξη στον χρόνο. Ας πούμε, χάριν ευκολίας, ότι αναφερόμαστε σε εκείνο το μετέωρο στο χρόνο βήμα για την απαλλαγή του κομμουνισμού από τη δυσφήμηση, την απαξίωση αλλά και τη ψεύτικη λάμψη μιας νίκης που αποτέλεσε ήττα, μιας επιτυχημένης αποτυχίας.

Το πρώτο που πρέπει να τονίσουμε είναι ότι ο δημοκρατικός κομμουνισμός δεν στεγάστηκε σε καμιά από τις φιλόδοξες εναλλακτικές στον «μπολσεβικισμό» ο οποίος σε λίγα χρόνια έδωσε τη θέση του στο σταλινικό μόρφωμα. Μπορεί να συναντήθηκε προσωρινά με τις γνωστές αντιπολιτεύσεις, με τις «δεξιές» ή τις «αριστερές» πλατφόρμες της δεκαετίας του ΄20· μπορεί επίσης να υποδέχτηκε και να συνυπήρξε εδώ κι εκεί με τους διωκόμενους μενσεβίκους, αναρχοσυνδικαλιστές, συμβουλιακούς κομμουνιστές ή τροτσκιστές ως συντρόφους της διαφωνίας, ως κρίκους της διεθνούς των εξορίστων ή των θυμάτων του Γκουλάγκ. Αλλά το δικό του ίχνος διαφέρει από όλες τις μικρές εκκλησίες της σοσιαλιστικής και κομμουνιστικής αυθεντικότητας στο εξής: στην έμφαση την οποία θα αποδώσει στον ουσιώδη δεσμό μεταξύ του προτάγματος της ριζικής κοινωνικής αλλαγής και του ορίζοντα της πολιτικής και διανοητικής δημοκρατίας. Με άλλα λόγια, σε αυτή την οικογένεια των «χωρίς οικογένεια», η ανακάλυψη της σημασίας της δημοκρατίας δεν έρχεται απλώς ως συνέπεια κάποιας ήττας στους συσχετισμούς δύναμης ούτε ως απότοκο της εμπειρίας των διωγμών και της καταπίεσης. Το αφετηριακό συμβάν του δημοκρατικού κομμουνισμού είναι κατά ιδιαίτερο τρόπο η αγωνία για τη δημοκρατία μέσα στο εργατικό και λαϊκό κίνημα αλλά και η αυξανόμενη ανησυχία για όλα τα μοντέλα σοσιαλιστικής/ επαναστατικής πρακτικής της εξουσίας που δεν αναγνωρίζουν τις δημόσιες πολιτικές ελευθερίες και την χειραφέτηση της «δημοσιότητας» ως οργανικό στοιχείο του αγώνα εναντίον των κυρίαρχων τάξεων.

Αν θα ήθελε κανείς να εντοπίσει την προτροπή-μήτρα του δημοκρατικού κομμουνισμού, αρκεί ίσως η γνωστή φράση του Jean Jaurès: To κουράγιο είναι να αναζητάς την αλήθεια και να τη λες· να μην υφίστασαι το νόμο του θριαμβεύοντος ψεύδους [1]. Αυτή η κατηγορική προσταγή δεν ορίζει μια αριστερή ηθικολογία αλλά το ηθικό πεδίο μέσα στο οποίο αρθρώθηκε η αριστερή διαφωνία απέναντι στην πολιτική κουλτούρα του μπολσεβικισμού αρχικά και στο παράδειγμα των κομμάτων της Τρίτης Διεθνούς στη συνέχεια. Οι ιστορικοί έχουν αναδείξει όλη την πολυπλοκότητα και τις διφορούμενες πλευρές της ρωσικής Επανάστασης και των κοινωνικοπολιτικών αγώνων οι οποίοι σημάδεψαν την μετάβαση από τα «Σοβιέτ στον γραφειοκρατικό κομμουνισμό», κατά τον τίτλο του γνωστού βιβλίου του Μarc Ferro. Η πιο εύλογη θέση είναι ίσως ότι αυτή η σύνθετη ιστορία, με τους πολλούς παίκτες και τις χαοτικές αλλαγές γραμμών, συμμαχιών και συνθημάτων, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί en bloc, με αφοριστικούς όρους και ετεροχρονισμένους συλλογισμούς. Η αναγωγή της σοβιετικής εμπειρίας στην ιστορία της Τσεκά ή της NKVD οδηγεί απλώς στην απλουστευτική παράφραση του συνθήματος «εξηλεκτρισμός συν σοβιέτ»: στην αντιμετώπιση της εξέλιξης του Οκτώβρη με τους όρους του συνθήματος «οικονομισμός συν Γκουλάγκ».

Φυσικά εκεί τέλη της δεκαετίας του ΄30 και με το άκουσμα των ανατριχιαστικών ειδήσεων από τις δίκες της Μόσχας, η πικρή προσγείωση της αριστερής διαφωνίας θα ωθήσει πολλούς εκφραστές της προς τον φιλελεύθερο «αστικό» αντικομμουνισμό. Το ίδιο σοκ θα επαναληφθεί και στα πρώτα χρόνια του ψυχρού πολέμου ο οποίος άσκησε τεράστια πίεση ακόμα και σε διανοητές που δεν απομακρύνθηκαν ποτέ από την αιχμηρή κριτική των απατηλών ιδεολογημάτων του «ελεύθερου κόσμου» και της καπιταλιστικής ορθολογικότητας [2].

Μιλώντας όμως για τον δημοκρατικό κομμουνισμό οφείλουμε να μην τον συγχέουμε με τον κατοπινό πολύ ευρύτερο χώρο του αριστερού αντισταλινισμού. Σε αυτόν τον τελευταίο θα συνυπάρξουν τόσο διαφορετικές περιπτώσεις όπως ο Τζορτζ Όργουελ ή ο Aλμπέρ Καμύ, οι Γάλλοι «Καθολικοί της Αριστεράς» και άνθρωποι όπως ο συγγραφέας του «στρατοπεδικού σύμπαντος» (1946) David Rousset που πέρασε από τον τροτσκισμό στον αριστερό ρεπουμπλικανισμό. Ο γαλαξίας του αριστερού αντισταλινισμού χωράει άλλωστε τόσο τους «ιδιότυπους» τροτσκιστές τύπου Μπάρναμ ή ανεξάρτητους ριζοσπάστες όπως ο Αμερικανός ιστορικός Χαλ Ντράπερ όσο και πλείστες άλλες περιπτώσεις που ακολούθησαν τη ψυχροπολεμική ιδεολογία διαχωρίζοντας τη θέση τους από την υπόθεση της ριζοσπαστικής κοινωνικής αλλαγής. Ο πραγματιστής φιλόσοφος Sidney Hook είναι μια χαρακτηριστική φυσιογνωμία αυτής της μετατόπισης από την αριστερή διαφωνία στην απολογητική του αμερικανικού και ατλαντικού κόσμου. Και βέβαια πριν από αυτούς υπήρξαν και οι μάλλον άγνωστοι Μενσεβίκοι και η περιπέτειά τους μετά την εκδίωξή τους από τη Ρωσία, περιπέτεια γεμάτη συγκρούσεις, εσωτερικές διαφωνίες και ρήγματα για πολλές δεκαετίες [3].

Για να επιστρέψω στο θέμα μου θα μείνω απλώς σε μια υποθήκη και ένα οδοιπορικό ζωής. Η υποθήκη είναι πασίγνωστη και προέρχεται από τη Ρόζα Λούξεμπουργκ και τη διαυγή τοποθέτησή της για την αναγκαιότητα της Συντακτικής Συνέλευσης, για τη σημασία της πολιτικής και πνευματικής ελευθερίας σε μια σοσιαλιστική Επανάσταση. «Ελευθερία μόνο για τα μέλη της κυβέρνησης, μόνο για τα μέλη του Κόμματος – αν και είναι πολυάριθμα – δεν είναι καθόλου ελευθερία. Η ελευθερία είναι ελευθερία γι αυτούς που σκέφτονται διαφορετικά. Η ουσία της πολιτικής ελευθερίας δεν εξαρτάται από τους φανατικούς της “δικαιοσύνης”, αλλά μάλλον στις αναζωογονητικές, ευεργετικές και καθαρτικές πράξεις αυτών που σκέπτονται διαφορετικά. Αν η “ελευθερία” γίνει “προνόμιο”, η λειτουργία της πολιτικής ελευθερίας σπάει».

Η τοποθέτηση της Λούξεμπουργκ στο γνωστό κείμενο που έγραψε στη φυλακή είναι, ουσιαστικά, μια ώθηση του προβληματισμού ο οποίος θα αποκτήσει όλο του το νόημα στη συνέχεια [4] . Δεν είναι μια τοποθέτηση εναντίον του «μπολσεβικισμού» αλλά μια στοχαστική προειδοποίηση για τάσεις και πρακτικές που, όπως δείχνει και ο Φερρό, δεν ήταν ίδιον μόνο των μπολσεβίκων αλλά όλων σχεδόν των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων της ρωσικής κοινωνίας που έδρασαν τη συγκεκριμένη περίοδο [5].

Liubov Popova - Space-Force Construction 1921Ακόμα όμως και ως μια πρώτη και πολύ πρώιμη τοποθέτηση, η έμφαση της Λούξεμπουργκ στο πρόβλημα των πολιτικών ελευθεριών και της διανοητικής χειραφέτησης μοιάζει πολύ πιο προωθημένη από την τοποθέτηση του Λέοντος Τρότσκι το 1927 ενώπιον της «σταλινικής» Κεντρικής Επιτροπής. Στις κραυγές και στις επιθέσεις που ακούγονται εναντίον του από τους κεντρικοεπίτροπους, ο Τρότσκι απαντά εξηγώντας την άποψή του για την ορθή χρήση της επαναστατικής βίας που πρέπει, όπως υποστηρίζει, να στηρίζεται σε μια «ορθή ταξική πολιτική». Σε αυτούς που τον φωνάζουν διαρκώς μενσεβίκο και αποστάτη, ο Τρότσκυ απαντά ότι «η βία που άσκησαν οι μπολσεβίκοι εναντίον της αστικής τάξης, εναντίον των μενσεβίκων, εναντίον των σοσιαλεπαναστατών, έδωσε, μέσα σε καθορισμένες ιστορικές συνθήκες, γιγαντιαία αποτελέσματα. Η βία του Κερένσκι και του Τσετερέλι εναντίον των μπολσεβίκων δεν έκανε άλλο από το να επιταχύνει την ήττα του καθεστώτος της συνεργασίας με τον αστισμό. Αποκλείοντας, στερώντας από την εργασία, φυλακίζοντας ανθρώπους, η ηγέτιδα φράξια δρα με το χρήμα και με το πολυβόλο εναντίον του ίδιου του κόμματός της [6]».

Για τον Τρότσκυ, δηλαδή, το πρόβλημα της πολιτικής καταπίεσης εντοπίζεται απλώς στο εσωτερικό του μοναδικού κόμματος ως καταχρηστική βία μιας κακής ηγεσίας, επί του πολιτικού οργάνου της δικτατορίας του προλεταριάτου, του κομμουνιστικού κόμματος. Η καταστολή των εξωκομματικών ή των αντίπαλων δυνάμεων δικαιολογείται πλήρως αρκεί βεβαίως να θεμελιώνεται στην «ορθή ταξική γραμμή».

Η προβληματική του δημοκρατικού κομμουνισμού ξεκινά ουσιαστικά από τη ρητή αμφισβήτηση της θέσης για τα «γιγαντιαία αποτελέσματα» που μπορεί να έχει η οργάνωση της σοσιαλιστικής εξουσίας με όρους αποκλεισμών, τόσο εσωτερικών (εντός του κυρίαρχου κόμματος) όσο και εξωτερικών (εναντίον των άλλων κοινωνικών, πολιτικών και πολιτιστικών δυνάμεων). Θα μπορούσαμε επίσης να τη διαχωρίσουμε από τη συνηθισμένη κριτική στον λενινιστικό συγκεντρωτισμό στο εξής: η συνηθισμένη κριτική περικλείεται στην άποψη για την παραβίαση της «εσωκομματικής δημοκρατίας», για την στάση της κομματικής πλειοψηφίας έναντι των εκάστοτε μειοψηφιών. Αυτή η ένσταση υιοθετήθηκε πολλάκις από διαφορετικές πλευρές, τόσο αυτές που χαρακτηρίστηκαν «δεξιές» όσο και αυτές που θεωρήθηκαν φορείς ενός αριστερού κομμουνισμού. Δεν μιλούμε εδώ για τις επί της ουσίας διαφορές ως προς την οικονομική πολιτική, τη στρατηγική της σοβιετικής εξουσίας έναντι των αγροτών και των μικρών ιδιοκτητών/ επιχειρηματιών κλπ. Αναφερόμαστε περισσότερο στον περιορισμό της δημοκρατικής προβληματικής στο πεδίο της εσωτερικής κομματικής ζωής ή έστω στο πεδίο του εργοστασίου και των οργανώσεων της τάξης. Πολύ γρήγορα, από το 1924/25, γίνεται όμως αισθητό ότι δεν μπορεί κανείς να διαχωρίζει το ζήτημα της δημοκρατίας στο κόμμα ή της δημοκρατίας στις κοινωνικές οργανώσεις από το πλέγμα των θεσμικών εγγυήσεων για τις δημόσιες αλλά και τις ατομικές ελευθερίας στην συνολική κοινωνία. Δεν μπορεί να αντιμάχεσαι την πολιτική των προγραφών και της καταπίεσης/ εξόντωσης των διαφωνούντων στο κόμμα και να απαιτείς συγχρόνως, όπως έκαναν πολλοί μέσα στην αριστερή αντιπολίτευση, την πιο αποφασιστική και σαρωτική αντιμετώπιση του κόσμου του χωριού, των μικροαστικών θυλάκων ή των «υπολειμμάτων» του παλαιού καθεστώτος.

Ο εμφύλιος πόλεμος, οι λιμοί, η επέμβαση των ιμπεριαλιστικών σωμάτων για την καταστολή της Επανάστασης, όλα αυτά ανέστειλαν ουσιαστικά ή επισκίασαν τη συνειδητοποίηση του κινδύνου. Η διαρκής «έκτακτη ανάγκη» και οι αντεπιθέσεις των Λευκών, οι τοπικές εξεγέρσεις και το επισιτιστικό χάος, τα επείγοντα προβλήματα «δημιουργίας κράτους» και στερέωσης των δομών της σοβιετικής εξουσίας καθυστέρησαν, αντικειμενικά, την αφύπνιση μιας δημοκρατικής κομμουνιστικής συνείδησης. Αλλά πάνω από όλα, τα ίδια τα υποκείμενα αυτής της διαφωνίας συμμερίστηκαν για ένα διάστημα τον ενθουσιασμό της νέας αρχής, την αίγλη του ίδιου του γεγονότος, την εκρηκτική επαναστατική προσδοκία. Τι να κάνουμε: αυτοί τουλάχιστον «έκαναν την Επανάσταση» και κυρίως αυτοί «νίκησαν»: τούτο και μόνο το γεγονός της νίκης, του κατορθώματος και της ηρωικής επίτευξης κόντρα σε θεούς και δαίμονες δημιουργεί μια δυναμική αποδοχής και ταυτίσεων που θα υπερβεί άλλωστε τον κομμουνιστικό χώρο. Όπως συνέβη αργότερα με τον «Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο» και τη νίκη των Σοβιετικών, έτσι και κατά τα πρώτα χρόνια της επανάστασης, θα υπάρξει μια ευμενής κοινή γνώμη, μια στάση θαυμασμού και προσδοκίας πολύ πέρα από τα όρια του διεθνούς κινήματος.

Boris Souvarine: στοιχεία ενός οδοιπορικού [7]

Ο Boris Lifschitz γεννήθηκε στις 5 Νοεμβρίου του 1895 στο Κίεβο της Ουκρανίας. Το 1897 ο εργάτης πατέρας του μεταναστεύει με την οικογένεια στο Παρίσι όπου και θα πολιτογραφηθούν Γάλλοι πολίτες το 1906. Ο νεαρός Μπορίς αρχίζει να εργάζεται ως μαθητευόμενος στην ηλικία των 14. Πολύ γρήγορα έρχεται σε επαφή με τις σοσιαλιστικές ιδέες και παρίσταται σε συγκεντρώσεις με ομιλητή τον ηγέτη του γαλλικού σοσιαλισμού Jean Jaurès.

Στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο ο Μπορίς στρατεύεται. Αλλά τον Μάρτιο του 1915 σκοτώνεται ο μεγάλος αδελφός του και αυτό το τραύμα μαζί με την ανακάλυψη της φρίκης του πολέμου ενισχύουν τις ειρηνιστικές πεποιθήσεις του νέου. Από τότε εγκαινιάζεται μια έντονη πολιτική στράτευση στο εσωτερικό της αριστερής πτέρυγας του εργατικού κινήματος, στην μειοψηφία των αγωνιστών που παρέμειναν ειρηνιστές και διεθνιστές. Προσχωρεί στη SFIO (γαλλικό τμήμα της εργατικής διεθνούς) και γράφει στο περιοδικό της μειοψηφίας, τον Populaire. Σε αυτά τα κείμενα θα υιοθετήσει το ψευδώνυμο με το οποίο έγινε γνωστός στην υπόλοιπη ζωή του, το επίθετο Souvarine [Σουβαρίν] δανεισμένο από έναν ήρωα του μυθιστορήματος του Ζολά Germinal.

Απαλλαγμένος από τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις, ο Σουβαρίν γίνεται δημοσιογράφος για πολλές εφημερίδες της Αριστεράς και της άκρας Αριστεράς. Και όπως είναι φυσικό υποδέχεται με ενθουσιασμό την είδηση της Επανάστασης του Φεβρουαρίου του 1917 και την ανατροπή του τσαρισμού. Ως ρωσόφωνος παρακολουθεί με προσοχή την εξέλιξη του επαναστατικού κινήματος και υποστηρίζει τα συνθήματα «όλη η εξουσία στα Σοβιέτ» και «άμεση ειρήνη». Γίνεται ανταποκριτής για την έκδοση Novaia Jizn (Νέα Ζωή) του Μαξίμ Γκόρκι.  Τον Νοέμβριο του 1917, έπειτα από την κατάληψη της εξουσίας από τους μπολσεβίκους, ο Σουβαρίν γράφει: «Υπάρχει λόγος να φοβάται κανείς ότι για τον Λένιν και τους δικούς του, η ‘δικτατορία του προλεταριάτου’ μέλλει να είναι η δικτατορία των μπολσεβίκων και του αρχηγού τους. Και αυτό θα μπορούσε να γίνει δυστυχία για τη ρωσική εργατική τάξη και συνακόλουθα και για το διεθνές προλεταριάτο […]. Αυτό που μπορούμε να ευχηθούμε είναι η συνεννόηση μεταξύ σοσιαλιστών για την οργάνωση μιας σταθερής εξουσίας που θα είναι πραγματικά η εξουσία του λαού και όχι ενός ανθρώπου..».

Παρά αυτή την πρώιμη κριτική, ο Σουβαρίν θα αναγνωρίσει την αξία της υπογραφής της ειρήνης, την ίδια στιγμή που στην υπόλοιπη Ευρώπη συνεχίζεται η σφαγή με χιλιάδες νεκρούς κάθε βδομάδα. Η πολιτική ειρήνης του Λένιν και των μπολσεβίκων θα παίξει αποφασιστικό ρόλο στην υποστήριξή τους από τις διεθνιστικές και ειρηνιστικές μερίδες του ευρωπαϊκού εργατικού κινήματος.

Το 1919, ο Σουβαρίν προσχωρεί στην Επιτροπή της Τρίτης Διεθνούς, οργάνωση η οποία αποτέλεσε μετασχηματισμό της Επιτροπής για την Επανάληψη των Διεθνών Σχέσεων, μικρής ομάδας αγωνιστών της άκρας Αριστεράς με αντιμιλιταριστικό προσανατολισμό. Η οργάνωση διάκειται ευνοϊκά στην Τρίτη Κομμουνιστική Διεθνή που μόλις ιδρύθηκε στη Μόσχα. Και ο Σουβαρίν γίνεται ένας από τους πιο ενεργούς αγωνιστές της Επιτροπής δημοσιεύοντας πολυάριθμες μπροσούρες.

Στο SFIO είναι ένας από τους υποστηρικτές της προσχώρησης στην Κομμουνιστική Διεθνή. Τον Μάρτιο του 1920 ιδρύει το διμηνιαίο έντυπο της Επιτροπής της Τρίτης Διεθνούς Bulletin Communiste. Συλλαμβάνεται στις 17 Μαίου 1920 στα πλαίσια μιας κρατικής επιχείρησης εναντίον των «συνωμοτών» και των «αναρχικών πράξεων». Επειδή η σύλληψη δεν στηρίζεται σε κανένα στοιχείο, αυτός και οι δυο σύντροφοί του, ο Φερνάν Λοριό και ο Πιέρ Μονάτ, απελευθερώνονται τον Μάρτιο του 1921. Στη διάρκεια της φυλάκισής του γράφει ασταμάτητα για το Bulletin Communiste, την Humanité, την Vague και την Vie ouvrière. Στη φυλακή συντάσσει επίσης,  μαζί με άλλους, την «πλατφόρμα Σουβαρίν» για το Συνέδριο της Tours του SFIO, πλατφόρμα που θα συγκεντρώσει την πλειοψηφία. Στη βάση αυτής της τοποθέτησης, ο Σουβαρίν, ο Λοριό και άλλοι δημιουργούν το SFIC: το Γαλλικό τμήμα της Κομμουνιστικής Διεθνούς, την πρώτη μορφή του Γαλλικού Κ.Κ.

Ο Σουβαρίν επισκέπτεται τη Ρωσία τον Ιούνιο του 1921 ως αντιπρόσωπος στο 3ο συνέδριο της Κ.Δ. Εντυπωσιάζει τους συνέδρους με τον αντικομφορμισμό του καθώς επισκέπτεται τους φυλακισμένους αναρχικούς ή δείχνοντας ενδιαφέρον για τις θέσεις της Εργατικής Αντιπολίτευσης.

Ο κομμουνιστής Marcel Body τον συναντά στη Ρωσία: «ο Βίκτορ Σερζ κι εγώ δοκιμάσαμε έκπληξη από την ωριμότητα του πνεύματός του και από το κύρος που διέθετε στη γαλλική αντιπροσωπεία… Αυτό που μας εντυπωσίασε ιδιαίτερα ήταν η διαύγεια των τοποθετήσεών του, τις οποίες ανέπτυξε στην ολομέλεια ο πενηντάχρονος Φερνάν Λοριό και όχι ο ίδιος ο Σουβαρίν που ήταν πολύ καλός γραφιάς αλλά όχι ρήτορας».

Στο πέρας του Συνεδρίου ο Σουβαρίν εκλέχτηκε μεταξύ των πρώτων ηγετών της Κ.Δ. Αν και συμμετέχει πάντοτε στην ηγεσία του Γαλλικού Τμήματος της Κ.Δ, βρίσκεται όλο και συχνότερα στη Μόσχα για να πάρει μέρος στη διεύθυνση της Διεθνούς.

Στα τέλη του 1923 αρχές 1924, μπροστά στις κατευθύνσεις της κομματικής ηγεσίας του ρωσικού κόμματος, ο Σουβαρίν αρνείται να συμμορφωθεί στην επίσημη γραμμή και συνεχίζει να εκδηλώνει μια ελευθερία πνεύματος που γίνεται ενοχλητική για τη σοβιετική ηγεσία. Αρχίζουν να τον βλέπουν ως διαφωνούντα και ετερόδοξο στοιχείο. Αν και δεν αποστασιοποιείται ακόμα από το καθεστώς, σε μια επιστολή της 6ης Φεβρουαρίου στον Ζινόφιεβ γράφει: «Υπάρχουν πολλά γεγονότα που τα θεωρώ απαράδεκτα στο ρωσικό κόμμα και στη σοβιετική ζωή εν γένει».

Liubov Popova - Spatial Force Construction 1921Στις εβδομάδες μετά τον θάνατο του Λένιν, ο Σουβαρίν αντιτίθεται στην υποχρεωτική μονοφωνία υπέρ της ηγεσίας Στάλιν-Ζινόβιεφ και κατά του Τρότσκι. Τον Απρίλιο του 1924 μεταφράζει στα γαλλικά την μπροσούρα του Τρότσκι Νέα Πορεία. Παρών στη Μόσχα για το Συνέδριο της Διεθνούς, παίρνει το λόγο στις 28 Μαίου 1924 ενώπιον του ΚΚΣΕ. Καταγγέλλει την τεράστια ποσότητα ψευδών και συκοφαντιών εναντίον της αντιπολίτευσης και ιδίως εναντίον του Τρότσκι. Αυτή η ηχηρή καταγγελία από το βήμα του Συνεδρίου του μοναδικού κόμματος, υπερβαίνει τα όρια: η τύχη του Σουβαρίν εφεξής είναι προδιαγεγραμμένη. Αλλά ο Σουβαρίν είναι ακόμα ένας από τους ηγέτες της Κομιντέρν και ιδρυτική φυσιογνωμία του γαλλικού κόμματος. Χαίρει μεγάλης εκτίμησης από πολλούς αγωνιστές των επιμέρους εθνικών τμημάτων της Κομιντέρν. Το 5ο  Συνέδριο, τον Ιούνιο του 1924, παραπέμπει «το ζήτημα Σουβαρίν» σε μια ειδική επιτροπή. Τελικά όμως είναι η εκτελεστική γραμματεία της Διεθνούς που αποφασίζει τον αποκλεισμό, προβλέποντας απλώς την τυπική δυνατότητα για τον παρεκκλίνοντα να ζητήσει αργότερα την επανένταξή του, πράγμα που θα επιχειρήσει ο Σουβαρίν αλλά χωρίς να πραγματοποιηθεί ποτέ.

Ο αποκλεισμός του από την Διεθνή ακολουθείται από τη διαγραφή του από το γαλλικό τμήμα και έτσι το ΚΚ Γαλλίας χάνει τον κύριο ιδρυτή του.

Ο Σουβαρίν βρίσκεται στη Ρωσία τη στιγμή του αποκλεισμού του τον οποίον μαθαίνει διαβάζοντας την Πράβδα. Παραμένει παρόλα αυτά για κάποιους μήνες πριν αναχωρήσει οριστικά από τη χώρα τον Ιανουάριο του 1925, έπειτα από σοβαρές απειλές για την ελευθερία του. Στα χρόνια που ακολουθούν ο Σουβαρίν συνεργάζεται με τον Νταβίντ Ριαζάνοφ ως ανταποκριτής στη Γαλλία του Ινστιτούτου Μαρξ Ένγκελς. Ο ρόλος του είναι η αγορά σπάνιων βιβλίων και ντοκουμέντων του εργατικού κινήματος. Κατορθώνει για παράδειγμα την απόκτηση των γραπτών του Γράκχου Μπαμπέφ. Και αυτή η ενασχόληση με τα αρχεία του εργατικού κινήματος θα αποτελέσει μια σταθερά της ζωής του ως το τέλος.

Με την επιστροφή του στη Γαλλία προσπαθεί να συσπειρώσει και να οργανώσει τους αντιπολιτευόμενους κομμουνιστές. Από το 1925 επανεκδίδει το Bulletin Communiste ως ανεξάρτητο αριστερό έντυπο. Διατηρεί δεσμούς με τους πολλούς αντισταλινικούς της ΕΣΣΔ και καταγγέλλει την «ατμόσφαιρα πογκρόμ που δημιουργήθηκε από τον σταλινικό τύπο. Ενώ υπερασπίζεται την ελευθερία των διαφωνούντων σημειώνει ότι η ρωσική αντιπολίτευση « δεν κατάφερε να γίνει ο διερμηνευτής των δημοκρατικών πόθων του προλεταριάτου». Για αυτόν ήδη « ο πρωταρχικός μας ρόλος είναι να γίνουμε πρωτοπόροι της αυθεντικής δημοκρατίας, αυτής που οι σοσιαλιστές και οι κομμουνιστές από πάντα αποκαλούσαν κοινωνική δημοκρατία».

Διαβάζει συστηματικά τον ρωσικό τύπο και ενημερώνεται για τις αναλύσεις και τη δραστηριότητα των διαφόρων αντιπολιτευτικών ρευμάτων. Αλλά αυτό που τον ενδιαφέρει είναι η «πραγματική κατάσταση των εργαζόμενων κάτω από την υποτιθέμενη δικτατορία του προλεταριάτου». Στην δική του προσέγγιση, η ρωσική οικονομία χαρακτηρίζεται από τη συνεχιζόμενη εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο και από ταξικές σχέσεις που ανταποκρίνονται στο στάδιο της «καπιταλιστικής ανάπτυξης της Ρωσίας».

Το 1929 ανταλλάσει επιστολές με τον Τρότσκι ο οποίος μόλις έχει εκδιωχθεί από την ΕΣΣΔ. Σε αυτές τις επιστολές διαφαίνεται η διαφορετική προβληματική των δυο ανδρών. Ο Σουβαρίν θέλει να καταλάβει τις ρίζες του σταλινισμού και να βρει με ποιο τρόπο θα ανακοπεί η αναπαραγωγή αυτού του φαινομένου. Ο Τρότσκι, αντίθετα, αποβλέπει ουσιαστικά σε μια επάνοδο στον μπολσεβικισμό πριν την κυριαρχία του Στάλιν.  Στην Επιστολή στον Τρότσκι ο Σουβαρίν προβάλει τη θέση για έναν ιδιότυπο κρατικό καπιταλισμό στη Ρωσία και αναφέρεται στον μπολσεβικισμό ως «απλοποίηση του μαρξισμού». Ενώ ο μετα-επαναστατικός μπολσεβικισμός θα έπρεπε να επανέλθει στον Μαρξ απομακρύνθηκε αντίθετα όλο και περισσότερο από το πνεύμα του Μαρξ οδηγώντας την απλούστευση ως την χοντροκομμένη καρικατούρα. «Κανένα κομμουνιστικό πρόγραμμα δεν επιτάσσει την μονοπωλιακή κατοχή της εξουσίας από ένα κόμμα».

Αυτού του τύπου ο κριτικός αναστοχασμός με επίκεντρο το δημοκρατικό πρόβλημα και η αμφισβήτηση στοιχείων της κουλτούρας του μπολσεβικισμού/ λενινισμού οδηγεί σε ρήξη με τον Τρότσκι και τη νέα μειονοτική ορθοδοξία η οποία απαιτεί πιστούς μαθητές και όχι κριτικά σκεπτόμενους κομμουνιστές. Πολλοί από τους συντρόφους του Σουβαρίν όπως ο Πιέρ Ναβίλ και ο Ζεράρ Ρόζενταλ θα περάσουν στον τροτσκισμό ενώ ο ίδιος ο Τρότσκι θα στιγματίσει την πολιτική σκέψη του Σουβαρίν ως αίρεση μιλώντας για «σουβαρινισμό».

Από εδώ και πέρα ο Σουβαρίν θα αφιερωθεί στην έρευνα για τον χαρακτήρα του σοβιετικού καθεστώτος και της ρωσικής κοινωνικής πραγματικότητας. Η καταγγελία της εκμετάλλευσης των εργαζομένων, των διωγμών, της πολιτικής αυθαιρεσίας απορρέει από μια συγκεκριμένη αντίληψη περί της ηθικής του μαρξιστή καθώς ο «μαρξισμός απαιτεί να κοιτάζουμε κατάφατσα την πραγματικότητα, όσο πικρή και αν είναι, και όχι το να καλλιεργούμε αυταπάτες».

Από το 1930 ξεκινά η πιο γόνιμη περίοδος για τον Σουβαρίν. Από το 1930 ως το ’34 ιδρύει τον Kομμουνιστικό Δημοκρατικό Κύκλο και εκδίδει το περιοδικό Critique Sociale. Έχει σημασία να δούμε τον βασικό σκοπό του κύκλου που είναι να «διατηρήσει, προεκτείνει και αναζωογονήσει τη δημοκρατική και επαναστατική παράδοση του μαρξισμού» αναζητώντας «τα σπέρματα της ανανέωσης της επαναστατικής σκέψης και δράσης». Σύμφωνα με τον κύκλο «κάθε συστηματική εξιδανίκευση και πόσο μάλλον κάθε ιδιοτελής απολογία του σοβιετικού καθεστώτος είναι αντικειμενικά αντεπαναστατική».

Aleksander RodchenkoΜιλώντας για τη δημοκρατία, ο κύκλος εννοεί μια ιδέα αναπόσπαστη από την επαναστατική ιδέα, μια ιδέα που πρέπει να αποκατασταθεί «εναντίον των ψευδο-κομμουνιστών που την αρνούνται και των ψευδο-σοσιαλιστών που την εκφυλίζουν. Οι κομμουνιστές και σοσιαλιστές της μαρξιστικής σχολής έφεραν για πολύ το όνομα ‘δημοκράτες’ πριν αποκαλέσουν το κόμμα τους σοσιαλδημοκρατία. Η μαρξική κριτική της πραγματοποίησης της δημοκρατικής αρχής στο καπιταλιστικό καθεστώς στοχεύει στις αντιφάσεις της πρακτικής και όχι την ίδια την αρχή καταδεικνύοντας την αδυνατότητα να επιτευχθεί μια πραγματική πολιτική δημοκρατία αν δεν βασίζεται στην οικονομική ισότητα».

Σε αυτό το πλαίσιο δραστηριοποιείται λοιπόν ο Κομμουνιστικός Δημοκρατικός Κύκλος. Επιχειρώντας μια μαρξιστική ανάλυση των ταξικών σχέσεων στην ΕΣΣΔ, αναδεικνύοντας το ζήτημα της σχέσης δημοκρατίας και κομμουνισμού και οργανώνοντας δίκτυα αλληλεγγύης με όλες τις φωνές της διαφωνίας, ανεξάρτητα από θεωρητικές και πολιτικές διαφορές.

Αυτή η ευρύτητα πνεύματος φαίνεται και από τους συνεργάτες της Critique Sociale όπου συναντούμε τον Πιερ Καν, την Σιμόνη Βέιγ, τον Ραιημόν Κενώ και τον Ζωρζ Μπατάϊγ δίπλα στον Καρλ Κορς. Η αντικομφορμιστική τοποθέτηση του Σουβαρίν για τη σταλινική Ρωσία ως «αντικομμουνιστικού καθεστώτος» στο οποίο οι «μαρξιστές δεν έχουν δικαίωμα ύπαρξης παρά ως φυλακισμένοι, εξορισμένοι ή παθητικοί πολίτες» είναι το απόσταγμα της αρχικής δέσμευσης του κύκλου στον δημοκρατικό κομμουνισμό.

Η ίδια δέσμευση συνοδεύτηκε από καμπάνιες για την απελευθέρωση των φυλακισμένων στη Ρωσία, για τον Βίκτωρ Σερζ και τον Νταβίντ Ριαζάνοφ αλλά πολύ περισσότερο έχοντας κατά νου «τους εκατομμύρια εργαζόμενους» που εξορίστηκαν στον απώτατο Βορρά ή καταδικάστηκαν σε καταναγκαστικά έργα στις πιο ακραίες κλιματικές συνθήκες.

Αλλά τα μέσα της δεκαετίας του ΄30 στη Γαλλία σημαδεύονται από την άνοδο των ακροδεξιών κινημάτων και τη γοητεία που ασκούν σε μερίδες της διανόησης οι ιδέες του φασισμού. Ήδη από τον Μάιο του 1933 ο Σουβαρίν επιχειρηματολογεί υπέρ του οικονομικού μποϋκοτάζ στη ναζιστική Γερμανία ενώ πολύ πριν την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία είχε θέσει το ζήτημα του ιδιαίτερου κινδύνου που αντιπροσωπεύει ο ναζισμός για την Ευρώπη.

Στις απόπειρες της άκρας δεξιάς για πραξικόπημα, ο κύκλος του Σουβαρίν συμμετέχει στο «κοινό μέτωπο για την υπεράσπιση των δημόσιων ελευθεριών», πρωτοβουλία την οποία ξεκίνησε ο Μαρσώ Πιβέρ, ηγέτης της αριστερής πτέρυγας της SFIO. Στο συγκεκριμένο μέτωπο συμπράττουν η SFIO, ομάδες της άκρας Αριστεράς και διάφορες άλλες οργανώσεις της Αριστεράς, όχι όμως το ΚΚΓ ούτε το Ριζοσπαστικό Κόμμα, που θα αποτελέσουν στηρίγματα του Λαϊκού Μετώπου αργότερα. Η πίεση του ΚΚΓ θα έχει ως αποτέλεσμα τη διάλυση αυτής της συσπείρωσης και την εκ νέου πολιτική απομόνωση του κύκλου.

Από εκείνη τη στιγμή και έπειτα αρχίζει η κρίση του χώρου που έφτιαξε ο Σουβαρίν. Η νέα κατάσταση καθιστά τελείως ανεδαφική την προσπάθεια για την δημιουργία ενός άλλου κομμουνιστικού κόμματος. Πολυάριθμοι αγωνιστές του κύκλου εντάσσονται στη ριζοσπαστική αριστερή πτέρυγα της SFIO. Μετά τη διάλυση του κύκλου στο τέλος του 1934, ο Σουβαρίν δεν θα ξαναστρατευτεί ποτέ σε πολιτική οργάνωση. Η απομόνωσή του μεγαλώνει καθώς θα κλείσουν και τα δυο έντυπα όπου αφιέρωσε όλες του τις δυνάμεις, το Bulletin Communiste και η Critique Sociale. Στο εξής η δραστηριότητα του Σουβαρίν αφιερώνεται σε δυο κατευθύνσεις: στη διάσωση τεκμηρίων του διεθνούς κινήματος και στη συστηματική αντι-πληροφόρηση σχετικά με το σταλινικό καθεστώς και τη Σοβιετική Ρωσία.

Το 1935 ιδρύει το Ινστιτούτο Κοινωνικής Ιστορίας στο Παρίσι ως παράρτημα του Ινστιτούτο Κοινωνικής Ιστορίας του Άμστερνταμ. Συνεργάζεται με τους αντισταλινικούς μαρξιστές Μπορίς Νικολάγιεφσκι και Μπράκ- Ντεσρουσώ αλλά και τον ιστορικό Ζωρζ Μπουρζέν. Το Ινστιτούτο θα πάψει να υφίσταται με τη γερμανική κατοχή αλλά ο Σουβαρίν θα το επανασυστήσει μετά τον πόλεμο.

Στο δεύτερο μέτωπο της δημόσιας δράσης του ο Σουβαρίν θα δημιουργήσει το 1936 τους Φίλους της αλήθειας για την ΕΣΣΔ. Σκοπός αυτής της πρωτοβουλίας είναι η «ακριβής και έγκυρη πληροφόρηση για τις ‘σοβιετικές’ πραγματικότητες». Από αυτή την εργασία θα έλθουν στο φως σημαντικές μαρτυρίες για το στρατοπεδικό σύστημα δεκαετίες πριν δημοσιευτούν οι αφηγήσεις ενός Σολτσενίτσιν ή ενός Βαρλάμ Σαλάμοφ.
Στην ίδια περίοδο και πριν τα χρόνια της αυξανόμενης απαισιοδοξίας που θα ακολουθήσουν, ο Σουβαρίν γράφει και εκδίδει το γνωστότερο έργο του, το βιβλίο Στάλιν, Ιστορική επισκόπηση του μπολσεβικισμού (1935). Το βιβλίο δεν είναι μόνο ένα πορτρέτο του Στάλιν αλλά μια ιστορία της ρωσικής επανάστασης. Η κεντρική θέση του βιβλίου είναι ότι η σοβιετική οικονομία συνιστά έναν νέου τύπου κρατικό καπιταλισμό και ότι το σοβιετικό καθεστώς πρέπει να ιδωθεί σε συνάφεια/ συσχέτιση με τη ρωσική ιστορία και τις δομές της τσαρικής απολυταρχίας παρά με το πλαίσιο του μαρξισμού και τη δημοκρατική επαναστατική παράδοση. Το βιβλίο αυτό αποτέλεσε σημείο αναφοράς για όλη την αντισταλινική ριζοσπαστική Αριστερά αλλά και για εγχειρήματα όπως το Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα των Καστοριάδη και Λεφόρ [8] .

Μετά το 1940 και τη γερμανική εισβολή ο Σουβαρίν θα πάρει το δρόμο της εξορίας προς τις ΗΠΑ αφού πρώτα περάσει στην Ελεύθερη Ζώνη εγκαταλείποντας το Παρίσι. Στην Αμερική συνδέεται με το New School for Social Research και στη συνέχεια εργάζεται σε μια υπηρεσία της Ελεύθερης Γαλλίας παρά την μεγάλη του δυσπιστία έναντι του Ντε Γκωλ. Δημοσιεύει άρθρα σε αμερικανικά αριστερά περιοδικά όπως το Politics, Partisan Review και The New Leader, αλλά επιστρέφει στη Γαλλία το 1947 απογοητευμένος από τη νέα ζοφερή ατμόσφαιρα της ψυχροπολεμικής Αμερικής.

Από αυτά τα χρόνια και μέχρι το θάνατό του το 1984 ο ανέστιος και απογοητευμένος ιστορικός και δημοσιογράφος θα συμμεριστεί την άβολη θέση εκείνων που επιμένουν στη διεκδίκηση ενός σχεδίου ως παρατηρητές των διαψεύσεών του και της αναντιστοιχίας του με την πορεία των πραγμάτων. Παρά τη στροφή προς τα δεξιά πολλών από τους παλιούς (σταλινικούς και αντισταλινικούς) αριστερούς και την προώθηση των νεοσυντηρητικών διανοουμένων στο Ινστιτούτο Κοινωνικής Ιστορίας στο οποίο αφιέρωσε μεγάλο μέρος της δραστηριότητάς του, ο ίδιος θα επιμείνει σε μια ορισμένη αντίληψη του σοσιαλισμού με επίκεντρο τη συλλογική αυτονομία και την απέχθεια για τα επίσημα ψεύδη και τις άδειες λέξεις…

______________________________________________________________________________________________

Σημειώσεις

[1]  «Le courage, c’est de chercher la vérité et de la dire ; ne pas subir la loi du mensonge triomphant», Discours à la jeunesse, 1903.
[2]  Βλ. για παράδειγμα τη στάση του πρωτοπόρου της Κριτικής Θεωρίας Max Horkheimer στη δεκαετία του ΄50 και του ΄60.
[3]  Για τους Μενσεβίκους της εξορίας βλ. το συναρπαστικό βιβλίο του André Liebich: From the other shore: Russian social democracy after 1921, Cambridge, Mass., Λονδίνο, 1997.
[4]  Ενώ ήδη από το περίφημο κείμενό της του 1904 για τα οργανωτικά ζητήματα της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας, η Λούξεμπουργκ θα διατυπώσει πολύ συγκεκριμένες θεωρητικές και πολιτικές ενστάσεις για τη λενινιστική σύλληψη του «συγκεντρωτισμού» στην οποία διακρίνει ένα είδος ρωσικού μπλανκισμού/ γιακωβινισμού, δηλαδή μια πρακτική υποκατάστασης της ανεξάρτητης δράσης των μαζών από το κόμμα ως πολιτικοστρατιωτικό επιτελείο της επανάστασης.
[5]  Μαρκ Φερρό, Από τα σοβιέτ στον γραφειοκρατικό κομμουνισμό, εκδόσεις Νησίδες, σ. 11-16.
[6]  Αναφέρεται, μαζί με πολλά άλλα αποσπάσματα από την «απολογία» του Τρότσκι, στο βιβλίο του Christophe Nick, Les trotskistes, Fayard, 2002, σ. 162-167.
[7]  Αφήγηση βασισμένη στο άρθρο «Les vies de Boris Souvarine» δημοσιευμένο στο ηλεκτρονικό περιοδικό Critique Sociale, τ.2, Νοέμβριος 2008.
[8] Η αποστασιοποίηση του Κλωντ Λεφόρ από την πρώιμη τροτσκιστική του θέση οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην γνωριμία του με τις αναλύσεις του Σουβαρίν για τα όρια της τροτσκιστικής κριτικής στον σταλινισμό. Το βιβλίο του Σουβαρίν επανεκδόθηκε τη δεκαετία του 1970 με τη φροντίδα του Γκι Ντεμπόρ.

_________________

Αναφορές

Charles Jacquier: «Boris Souvarine, un intellectuel antistalinien de l΄entre-deux-guerres: 1924-1940 », Université Paris X, 1993-1994 (Διατριβή)

Jean-Louis Panné: «Boris Souvarine », Laffont, 1993

______________________________________________________________________________________________

Σόρτλινκ: http://wp.me/p1pa1c-iTa