ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΚΘΕΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ: JONATHAN COE

Posted on 19 Μαΐου, 2013 10:48 μμ από

23


Δυστυχώς δεν μπόρεσα να πάω στη Θεσσαλονίκη για να συναντήσω επιτέλους τον δεύτερο πιο αγαπημένο μου συγγραφέα έ β ε ρ!, οπότε αναγκάζομαι να ζω vicariously μέσα από τις διηγήσεις των τυχερών που παραβρέθηκαν στη συνέντευξη.

Αναδημοσιεύει από το A YEAR IN BOOKS η Narrator

========

Ίσως, χτες να ήταν η καλύτερη η μέρα του χρόνου. Μάλλον όχι, αλλά μιλάει ο ενθουσιασμός μου που παρακολούθησα έναν απ’ τους αγαπημένους μου σύγχρονους συγγραφείς. Ο Jonathan Coe σου βγάζει από κοντά το ίδιο ακριβώς συναίσθημα που σου βγάζουν τα βιβλία του. Γλυκούλης (ναι, το είπα), άμεσος, με έξυπνες παρατηρήσεις και απόψεις, αυτοσαρκαστική και οξυμένη αίσθηση του χιούμορ. Φαίνεται πως αγαπάει αυτό που κάνει, και, κυρίως, πως το σέβεται. Σέβεται τη λογοτεχνία επιλέγοντας να εκδίδει βιβλία όχι τόσο τακτικά όσο άλλοι, φοβούμενος μην πέσει στην παγίδα της επανάληψης.

COE

Στην αρχή της συνέντευξης, παραδέχτηκε πως κάθε βιβλίο που γράφει του φαίνεται δυσκολότερο από το προήγουμενο. Όταν ερωτήθηκε γιατί συμβαίνει αυτό, απάντησε λέγοντας πως οι συγγραφείς, που μπορούν να γράψουν κάτι που να αφορά την ανθρώπινη ύπαρξη γενικά και να εφαρμόζεται σε μεγάλο εύρος συνθηκών και καταστάσεων, είναι ελάχιστοι, και πως, ξεκάθαρα, δεν ανήκει σε αυτούς. Είναι ένας συγγραφέας που σε κάθε βιβλίο εκφράζει τον εαυτό του, μέσα από διάφορους χαρακτήρες, είτε αυτός είναι ο Benjamin Trotter, είτε, εν μέρει, η Rosamund. Έτσι, φυσικό είναι να αγχώνεται και να προσπαθεί σε κάθε επόμενο βιβλίο του να μην επαναληφθεί, μιας και ο σκοπός είναι να γράψει κάτι που να ενδιαφέρει, ψυχαγωγήσει, ιντριγκάρει τον αναγνώστη, κι όχι κάτι που έχει ήδη ξαναειπωθεί. Η στάση του απέναντι στη συγγραφή και η αίσθηση καθήκοντος τόσο απέναντι στον εαυτό του, όσο απέναντι και στο κοινό του, είναι ένας λόγος, που, αν με ρωτάς, είναι τόσο αγαπητός. Φαίνεται ο άνθρωπος που γράφει για να γράφει, κι ο άνθρωπος που γράφει για να δοξάζεται ή να κερδίζει τα προς το ζην.

Δε θα περιγράψω τη συνέντευξη ερώτηση προς ερώτηση, δεν μπορώ εξ’άλλου, μιας κι όλα έχουν λάβει τη μορφή μιας ενιαίας συζήτησης στο μυαλό μου. Ένα ακόμη σημείο που μου έκανε εντύπωση, ωστόσο, είναι η απάντηση του στην ερώτηση της Κρυστάλλης Γλυνιαδάκη, που διεξήγαγε τη συνέντευξη, σχετικά με το κατά πόσο μπορούμε τελικά να ξεφύγουμε από το παρελθόν μας, είτε ως χώρα, είτε ως άνθρωποι. Μετά από ένα γενικό σχολιασμό για το πώς αν θέλουμε μπορούμε να ξεφύγουμε εν μέρει και να αλλάξουμε την πορεία μας, είπε πως  για τους Βρετανούς ισχύει πως “μάλλον, το πρόβλημα είναι πως δεν σκεφτόμαστε αρκετά το παρελθόν”. “Είμαστε όλοι πολλοί αφοσιωμένοι στο μέλλον, κι έχουμε μεγάλο άγχος για το τι πρόκειται να συμβεί αύριο, γιατί είναι κάτι καινούριο, κάτι που δεν έχει ξανασυμβεί ποτέ, όμως, στην πραγματικότητα, κάτι τέτοιο συμβαίνει σπάνια. Τα πάντα έχουν συμβεί στο παρελθόν. Ζούμε καταστάσεις εξαιρετικά όμοιες με 50 πριν, οι συνθήκες κάνουν κύκλο κι επιστρέφουν. Αν μελετήσουμε σωστά το παρελθόν μας, τότε θα είμαστε προετοιμασμένοι για ένα μεγάλο μέρος του μέλλοντος”. (Προσπαθώ να αποδόσω εκ μνήμης τα λόγια του με όση μεγαλύτερη ακρίβεια μπορώ).

Τέλος, δε θα μπορούσε να μην αναφερθεί στη Margaret Thatcher. Όπως μας είπε, είχε βάλει στοίχημα με τη κ. Γλυνιαδάκη, πόσο θα μπορέσουν να προχωρήσουν τη συνέντευξη χωρίς να αναφερθεί το όνομα της. Το έχασε. Όπως είπε, πολλές εφημερίδες, εκπομπές και δημοσιογράφοι τον προσέγγισαν, για να σχολιάσει το θάνατο της, όμως, “είναι ένα γεγονός που με αφήνει παγερά αδιάφορο. Εννοώ, πως είναι το μόνο μη εντυπωσιακό και ενδιαφέρον πράγμα που συνέβη στη Thatcher. Είναι το μόνο πράγμα που έχουμε κοινό όλοι οι άνθρωποι, θα συμβεί σε όλους μας, ο θάνατος. Το βρίσκω τόσο βαρετό. Δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει να επανεξετάσουμε το έργο και το ρόλο της Thatcher στην εξέλιξη της Βρετανίας αμέσως μετά το θάνατο της. Αυτό κρίνεται και θα κριθεί εν καιρώ. Δεν είναι κάποιο εντυπωσιακό, πρωτοφανές γεγονός”. Ενώ ακόμη σχολίασε το πόσο παράδοξο του φαίνεται πως η Thatcher είναι εκείνη που κατέρριψε την κυριαρχία των αριστοκρατών στην κυβέρνηση, ενώ ταυτόχρονα δημιούργησε μια άλλη “αριστοκρατία”, δίνοντας εξαιρετική δύναμη στους “ανθρώπους που δημιουργούσαν χρήματα απ’ το τίποτα”, θεμελιώνοντας το χρηματοοικονομικό σύστημα που στις μέρες μας βυθίζεται. Όπως και στα βιβλία του, ο Coe σου διδάσκει λίγη βρετανική ιστορία, από τη σκοπιά ενός Βρετανού που τα έζησε. Κι αυτός μάλλον, λέει, είναι ο λόγος που είναι περισσότερο αγαπητός στη Γαλλία, την Ιταλία και την Ελλάδα, απ’ ότι στην Αγγλία. Οι Άγγλοι τα έζησαν και δεν έχουν ιδιαίτερη διάθεση να τα ξαναζούν μέσα από τη λογοτεχνία τους. Μάλλον, έτσι, καταλήγουμε πάλι στη συζήτηση για τη σχέση μας με το παρελθόν μας.

Είπε πολλά πράγματα, για την οικογένεια του, την οποία προσπαθεί να “διοικεί” δημοκρατικά, γι αυτό και ποτέ δεν περνάει το δικό του, για τη Βρετανία, για το παιδικό βιβλίο που, μάλλον, δεν είναι και τόσο παιδικό, αλλά και για το καινούριο του βιβλίο, Expo 58. Και με μια αναφορά σ’ αυτό, θα κλείσω. Όπως φαίνεται κι απ’ τον τίτλο, το θέμα είναι η Expo του 1958 στις Βρυξέλλες. Βρισκόμαστε σ’ έναν κόσμο που προσπαθεί να ανακάμψει και να κλείσει τις πληγές που άφησε ο Β’ Παγκόσμιος, ενώ ένας ιδιότυπος πόλεμος χωρίς όπλα εξακολουθεί να λαμβάνει χώρα, ο Ψυχρός Πόλεμος. Είναι μια έκθεση στην οποία όλες οι χώρες έφεραν ότι πιο πρωτοποριακό είχαν να επιδείξουν, με τη Ρωσία και την Αμερική, που οι Βέλγοι τοποθέτησαν δίπλα δίπλα, να ανταγωνίζονται σε όλα τα επίπεδα, και μια Βρετανία που δεν είχε τίποτα να δείξει. O απεσταλμένος της Βρετανίας στην Έκθεση, Thomas Foley, έρχεται αντιμέτωπος με το μοντέρνο μέλλον που ανοίγεται μπροστά, και νιώθει ελεύθερος, σα να χει δραπετεύσει από μια χώρα εσωστρεφή, παλιομοδίτικη και καταπιεσμένη. O Thomas θα μάθει ποιο είναι το κόστος της ελευθερίας αυτής και θα αναγκαστεί να αποφασίσει που θα βρίσκεται ταγμένη η αφοσίωση και η πίστη του, τόσο σε δημόσιο όσο και σε προσωπικό επίπεδο. Το βιβλίο θα κυκλοφορήσει στην Αγγλία το Σεπτέμβριο, ενώ στην Ελλάδα υπολογίζεται να κυκλοφορήσει τέλη του ’13 ή αρχές του ’14. Ανυπομονούμε.

http://wp.me/p1pa1c-iO5