Επιστροφή στην αραβική άνοιξη

Posted on 11 Μαρτίου, 2013 11:48 μμ από

86


Με αφορμή το άρθρο του Νικόλα Σεβαστάκη «Tυνησία: Απέναντι στον ισλαμο-φασισμό»

Του Καπυμπάρα

Με ένα ενδιαφέρον άρθρο του για την Τυνησία στα «Ενθέματα» της Κυριακής 17.02.2013   ο Νικόλας Σεβαστάκης επιστρέφει στη συζήτηση για την αραβική άνοιξη, τη μακρά –όπως φαίνεται- πορεία των λαών της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής προς τη χειραφέτηση και τη δημοκρατία. Μια συζήτηση που θα έπρεπε να απασχολεί κάθε αριστερό και διεθνιστή άνθρωπο και που αφέθηκε στο περιθώριο του διαλόγου στο εσωτερικό της αριστεράς στη χώρα μας, ίσως και λόγω του επείγοντος χαρακτήρα των δικών μας προβλημάτων.

Η ανάλυσή του με αφορμή τη δολοφονία του ηγέτη της αριστεράς της Τυνησίας  Σόκρι Μπελαΐντ, από ακραίους σαλαφιστές (όπως φαίνεται), που δρουν με την ανοχή των αρχών, θέτει το ζήτημα της συνέχισης του αγώνα για ελευθερία απέναντι στην αυταρχική στροφή των νέων αρχόντων που διαδέχτηκαν τον έκπτωτο δικτάτορα στην ηγεσία της χώρας.

Στην προσπάθειά του να δει την κατάσταση πέρα από τη μονόπλευρη οπτική που προσφέρουν οι γεωπολιτικές αναλύσεις και την ελευθερία υπό πρίσμα πιο καθολικό και ουσιαστικό, δε λείπουν οι ανεπάρκειες και οι αντιφάσεις, που οφείλονται κυρίως στην επιλογή από μέρους του ως μοναδικού άξονα ανάλυσης την αντίθεση στον ισλαμικό φονταμενταλισμό. Πριν προχωρήσουμε στην ανάλυση των σημείων της διαφωνίας μας, καλό θα ήταν να θέσουμε συνοπτικά τους όρους του ζητήματος, όπως τους κατανοούμε και χωρίς να διεκδικούμε τις δάφνες του ειδικού.

Θέτοντας τους όρους του ζητήματος

manif belaidΟι πρώτες ελεύθερες εκλογές στην Τυνησία έφεραν στην εξουσία το μεταρρυθμιστικό ισλαμικό κόμμα Εν-Νάχντα (Αναγέννηση). Το κόμμα αυτό εκλέχθηκε προβάλλοντας μια αποκλειστικά ταυτοτική ατζέντα με επίκεντρο την ισλαμική θρησκεία. Το γεγονός ότι την εκλογή του τη χρωστά εν πολλοίς στη χρηματοδότησή του από συντηρητικές μοναρχίες του Κόλπου, όπως το Κατάρ, και στην προνομιακή μιντιακή κάλυψή του από παναραβικής εμβέλειας ενημερωτικά ΜΜΕ, όπως το Αλ-Τζαζίρα, που εδρεύουν εκεί, είναι αδιαμφισβήτητο. Η επιτυχία του όμως δεν μπορεί να αποδοθεί μόνο σ’ αυτό.

Αφενός, δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε ότι το κόμμα αυτό, όντας για πάνω από μισό αιώνα στην αντιπολίτευση με πλήθος φυλακισμένων, εξόριστων και βασανισθέντων μελών απέκτησε κύρος και δεσμούς με την κοινωνία. Αφετέρου, είναι λογικό για ένα ιστορικό πολιτικό ρεύμα που δεν κυβέρνησε ποτέ, να έρθει η σειρά του να δοκιμαστεί στην κυβέρνηση, ιδίως μετά την αποτυχία του προοδευτικού εθνικισμού και των μαρξιστικών του παραλλαγών να δικαιώσουν τις προσδοκίες των λαών του αραβικού κόσμου μετά την αποαποικιοποίηση.

Ακόμη, η ίδια η ιδέα της ταυτοτικής διεκδίκησης, έχει έναν σκληρό πυρήνα ως ένα βαθμό θεμιτό: την αντίσταση των λαών του Τρίτου Κόσμου απέναντι στην υποτίμηση του πολιτιστικού τους φορτίου και τη διεκδίκηση μιας ισότιμης με τη Δύση θέσης στο σύγχρονο κόσμο. Αυτό μπορεί από μια άποψη να εξηγήσει και την επιτυχία ενός «ισλαμικού» προεκλογικού προγράμματος σε μια κοινωνία που νιώθει ταπεινωμένη από μια δικτατορία με «ξένους τρόπους» και τις εξωτερικές δυνάμεις που τη στήριζαν.

Αν μια τέτοιου τύπου ατζέντα είναι αρκετή για να ανέλθει στην εξουσία ένα αντιπολιτευόμενο κόμμα μέχρι πρόσφατα παράνομο, είναι εξαιρετικά ανεπαρκής όταν έρθει η ώρα να τη διαχειριστεί, τη στιγμή που στο κοινωνικό ζήτημα δεν έχει να προτείνει τίποτα διαφορετικό από τη δικτατορία που διαδέχτηκε. Η συνέχιση της ίδιας νεοφιλελεύθερης οικονομικής πολιτικής, των ιδιωτικοποιήσεων, του ανοίγματος των αγορών και της συνεργασίας με το ΔΝΤ, δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να δώσει απάντηση στα κυρίαρχα αιτήματα της εξέγερσης για δουλειά, ψωμί και αξιοπρέπεια. Ο μόνος τρόπος επομένως, να κρατηθεί στην εξουσία η νέα κυβέρνηση ήταν η αυταρχική στροφή και η πολιτική εργαλειοποίηση της θρησκείας με σκοπό την απονομιμοποίηση ως «άθεων» των πολιτικών αντιπάλων και των διεκδικήσεών τους.

Έτσι, αυτό που βλέπουμε σήμερα στην Τυνησία είναι η επίθεση στα εργατικά συνδικάτα, στα γυναικεία δικαιώματα και στην ελευθερία της έκφρασης και η ανοχή στις τραμπούκικες και δολοφονικές επιθέσεις εις βάρος αντιφρονούντων από σαλαφιστικά στοιχεία με τα οποία η κυβέρνηση μοιράζεται παρόμοια συντηρητικά ακροατήρια. Οι ισλαμιστές στην εξουσία, σε αντίθεση με ότι πίστευαν πολλοί, δεν προσαρμόζονται στους κανόνες του δημοκρατικού παιχνιδιού, αλλά αντίθετα αυταρχικοποιούνται.

Η αλληλεγγύη μας επομένως στις αριστερές δυνάμεις, στον αγώνα τους για ανατροπή της ισλαμικής κυβέρνησης, τη στιγμή μάλιστα που είναι οι μόνες που συνδυάζουν το κοινωνικό ζήτημα μ’ αυτό των δημοκρατικών ελευθεριών συσπειρώνοντας στο κινηματικό επίπεδο πολύ ευρύτερες δυνάμεις από την εκλογική τους επιρροή, δεν μπορεί παρά να είναι δεδομένη. Κι αυτό ανεξάρτητα από το αν είναι ίσως αρκετά παραδοσιακές για τα γούστα μας (ο δολοφονημένος Σόκρι Μπελαΐντ π.χ. ήταν εθελοντής δικηγόρος του Σαντάμ Χουσεΐν).

Η αναλυτική παγίδα του «ισλαμοφασιμού»

Ήδη από τον τίτλο του άρθρου του ο Ν. Σεβαστάκης υιοθετεί την προπαγανδιστική ορολογία περί «ισλαμοφασισμού» -γνώριμη από την (κατά)χρήση της από τους αμερικανούς νεοσυντηρητικούς και την ευρωπαϊκή ακροδεξιά- η οποία μπορεί ίσως να είναι χρήσιμη ως επικοινωνιακό όπλο στην εσωτερική πολιτική διαμάχη της Τυνησίας, αλλά όταν γίνεται εκ μέρους μας αναλυτικό εργαλείο υπάρχει ο κίνδυνος να γλιστρήσουμε σε πολύ επικίνδυνα μονοπάτια. Άλλωστε, η αναλογία δεν είναι και η πιο ασφαλής μέθοδος για να βγάλει κανείς πολιτικά συμπεράσματα.

i) Η εξίσωση του πολιτικού Ισλάμ με τον φασισμό, πέρα από το ότι αγνοεί κάθε διαφοροποίηση στο εσωτερικό του και την ποικιλία των ρευμάτων του, εξάγει λανθασμένα συμπεράσματα και για τη φύση του ίδιου του φασισμού, αφού αγνοεί ένα από τα κύρια ιδεολογικά χαρακτηριστικά του, τον φυλετισμό (που δεν υπάρχει ούτε στα πιο ακραία ισλαμιστικά ρεύματα) και την αυτοτοποθέτησή του στο ρόλο του υπερασπιστή της λευκής (άριας) φυλής. Η αγνόηση του χαρακτηριστικού αυτού του φασισμού, τον τοποθετεί αυτόματα στην ευρεία κατηγορία του ολοκληρωτισμού μαζί, όχι μόνο με τον ισλαμικό φονταμενταλισμό, αλλά και με τον υπαρκτό σοσιαλισμό. Ολισθαίνουμε έτσι, προς τη φιλελεύθερης κοπής νομιμοποιητική για το φασισμό θεωρία των άκρων, με την οποία έχουμε εξοικειωθεί πολύ τελευταία. Αντίθετα, ο ισλαμικός μεταρρυθμισμός, ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα αναπτύχθηκε όχι σε σύμπνοια, αλλά σε αντίθεση με το πολιτικό σχέδιο διατήρησης της λευκής υπεροχής είτε αυτό εκφράστηκε από τους φιλελεύθερους αποικιοκράτες είτε από τους φασίστες.

ii) Κατά την ταπεινή μας άποψη, αν ένα πολιτικό ρεύμα είναι φασιστικό, δεν μας μένει καμία άλλη πολιτική επιλογή από την απόλυτη εκμηδένισή του. Μεταφρασμένη σε πολιτική πρακτική στο εσωτερικό των κοινωνιών της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής μια τέτοια επιλογή θα σήμαινε ότι δεν υπάρχει κανένας χώρος στο πολιτικό σκηνικό για το πολιτικό Ισλάμ όλων των αποχρώσεων, ένα ιστορικό και πλειοψηφικό σε μια σειρά από χώρες ρεύμα. Το ερώτημα που τίθεται λοιπόν, είναι αν μπορεί να υπάρξει (εφόσον βέβαια επιθυμούμε κάτι τέτοιο) μια λειτουργική δημοκρατία στις χώρες αυτές χωρίς τους ισλαμιστές. Αν θέλουμε να είμαστε στοιχειωδώς ρεαλιστές, η απάντηση είναι σαφώς αρνητική.

Επομένως, πολιτικός στόχος της αριστεράς δεν μπορεί να είναι η με κάθε μέσο εκμηδένισή τους, αλλά το να υποχρεωθούν να λειτουργήσουν μέσα στους κανόνες του δημοκρατικού παιχνιδιού καθώς και η ευρεία συναίνεση στην οικοδόμηση των νέων μεταδικτατορικών θεσμών ώστε να μη μονοπωληθούν από καμιά οριακή πλειοψηφία, αλλά να τους χωράνε όλους. Ήδη, στην Τυνησία παρατηρούνται σχίσματα στο εσωτερικό του κυβερνητικού κόμματος, με στελέχη όπως ο ίδιος ο πρώην πρωθυπουργός να διαχωρίζονται από τη σκληρή γραμμή της ηγεσίας.

Η υιοθέτηση της αντίθεσης στους ισλαμιστές  ως μοναδικού κριτηρίου πολιτικής τοποθέτησης παραγνωρίζει και κάποια άλλα στοιχεία της πολιτικής ιστορίας και πραγματικότητας του αραβικού κόσμου, που έχουν τη σημασία τους αν θέλουμε να διαμορφώσουμε άποψη έξω από προκατασκευασμένα σχήματα. Ενώ στην Ευρώπη η εκκοσμίκευση έχει ταυτιστεί με μια μακρά περίοδο αγώνων για τη χειραφέτηση της κοινωνίας, στον αραβομουσουλμανικό κόσμο είναι μια έννοια δυσφημισμένη από την ταύτισή της με αυταρχικά-εκσυγχρονιστικά καθεστώτα, όπως του Κεμάλ Ατατούρκ, του Σαντάμ Χουσεΐν ή του Χαμπίμπ Μπουργκίμπα, όπου σήμαινε κυρίως απαγορεύσεις και όχι ελευθερίες και μάλλον χειραγώγηση της θρησκείας μέσω επίσημων κρατικών θρησκευτικών θεσμών, ώστε να προσδοθεί και θρησκευτική νομιμοποίηση σε δικτατορικά καθεστώτα, παρά γνήσιο διαχωρισμό θρησκείας και πολιτικής. Έτσι, οι διαχωριστικές γραμμές του πολιτικού σκηνικού, όταν μιλάμε για τις πολιτικές συμμαχίες της αριστεράς είναι πολύ συζητήσιμο αν είναι ωφέλιμο να χαραχθούν πάνω στον άξονα ισλαμικές – κοσμικές δυνάμεις, όταν στις τελευταίες συμπεριλαμβάνονται τα πολιτικά υπολείμματα των δικτατορικών καθεστώτων ή δυνάμεις που ορκίζονται στην κοσμική θρησκεία των αγορών, μια συμμαχία με τις οποίες ενδέχεται να απομακρύνει τα πληττόμενα στρώματα από την αριστερά αντί να διευρύνει την επιρροή της. Ας έχουμε δε στο νου μας ότι στη Συρία π.χ. κάτι τέτοιο θα σήμαινε συμμαχία της αριστεράς με τον Άσαντ. Δική μας γνώμη είναι πως θα ήταν καλύτερο να βλέπουμε τη διαχωριστική γραμμή στον άξονα αριστερά –δεξιά ή, ανάλογα με τη συγκυρία στον άξονα δημοκρατικές – αντιδημοκρατικές δυνάμεις. Σε τελική ανάλυση βέβαια, πρόκειται για ένα ζήτημα που οι ίδιες οι αριστερές δυνάμεις της Τυνησίας, της Αιγύπτου ή της Συρίας είναι κατεξοχήν αρμοδιότερες να απαντήσουν, αφήνοντας σε μας κυρίως το ρόλο του αλληλέγγυου.

Latuff Jan08iii) Στο επίπεδο των διεθνών σχέσεων η ρητορική περί «ισλαμοφασισμού» έχει χρησιμοποιηθεί από την αμερικανική -και όχι μόνο- ηγεσία για να προσδώσει ιδεολογική νομιμοποίηση στην επιχείρηση κατάργησης της ισότητας μεταξύ των κρατών και της ανεξέλεγκτης δράσης των ισχυρών όπου γης· στο Αφγανιστάν, στο Ιράκ ή στην Τσετσενία όταν αυτοί πολεμούν το «απόλυτο κακό». Εντάσσεται μάλιστα στην πάγια παράδοση της ταύτισης του εκάστοτε εχθρού του «ελεύθερου κόσμου» με τον φασισμό και τη βλέπουμε ξανά και ξανά, κάθε φορά που ένας «νέος Χίτλερ» ξεφυτρώνει στο Κάιρο για να εθνικοποιήσει το Σουέζ, στη Βαγδάτη για να μας απειλήσει με όπλα μαζικής καταστροφής, στην Καμπούλ ή ακόμα και στο Βελιγράδι. Η δαιμονοποίηση του αντιπάλου οδηγεί στην απανθρωποποίησή του και στη νομιμοποίηση πρακτικών όπως ο βομβαρδισμός αμάχων ή τα βασανιστήρια (αφού πρόκειται για «Ταλιμπάν»). Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ότι κατά τη στρατιωτική δράση κατά των ισλαμιστών στο Νίγηρα πριν από δύο χρόνια τα αφρικανικά εκστρατευτικά σώματα είχαν εντολή να μην κρατούν αιχμαλώτους αλλά να «εκμηδενίζουν τους αντιπάλους», πράγμα για το οποίο δεν ακούσαμε τίποτα, αφού ο σατανικός χαρακτήρας του εχθρού φαίνεται να δικαιολογεί τα πάντα στα δυτικά ακροατήρια σε βαθμό τέτοιες ειδήσεις να μην είναι καν άξιες αναφοράς ως κάτι το εξαιρετικό.

Σαν αριστεροί θα έπρεπε να βλέπουμε το διεθνές δίκαιο σαν έναν τρόπο ρύθμισης και ισορρόπησης των διακρατικών σχέσεων σε έναν κόσμο που χωρίζεται σε ισχυρούς και ανίσχυρους και όχι σε «καλούς» και «κακούς». Εκτός βέβαια, αν επιθυμούμε να επιστρέψουμε στην εποχή της αποικιοκρατίας, όπου το δικαίωμα να βομβαρδίζεις και η υποχρέωση να βομβαρδίζεσαι κατανεμόταν ανάλογα με το αν κατατάσσεσαι στους «πολιτισμένους» ή στους «βάρβαρους». Θα έπρεπε τουλάχιστον να μας προβληματίζει το γεγονός ότι χρησιμοποιούμε την ίδια προπαγανδιστική ορολογία με τον Μπους και τους απολογητές του, τη στιγμή μάλιστα που στο ηθικολογικό τους σύμπαν οι «καλοί» ταυτίζονται με τους ισχυρούς και οι «κακοί» με τους ανίσχυρους.

iv) Μια ακόμα πιο επικίνδυνη διάσταση της οικειοποίησης μιας τέτοιας απλουστευτικής ορολογίας είναι ότι κάθε μουσουλμάνος μετανάστης στην Ευρώπη καθίσταται ύποπτος «ισλαμοφασισμού» (και συχνά είναι και «ένοχος» όταν έχουμε διευρύνει τόσο πολύ τον ορισμό, ώστε να περιλαμβάνει και αυτούς που ψηφίζουν π.χ. τους Αδελφούς Μουσουλμάνους) και αιτιολογείται η θέση ολόκληρων πληθυσμών -φτωχών και εργατικών μαζών κυρίως- σε κατάσταση εξαίρεσης και διαρκούς επιτήρησης. Συμβάλλουμε έτσι από τα αριστερά στην προώθηση της ρατσιστικής ορολογίας και της φοβικής ατζέντας των αυθεντικών Ευρωπαίων φασιστών.

Η αυτοδιάθεση α λα καρτ

Η πιο βαθιά αντίφαση του άρθρου αναδεικνύεται όταν προσπαθήσει να αναλύσει κανείς τη θέση του καλού συντάκτη του από τη σκοπιά της αυτοδιάθεσης των λαών. Αν είναι σωστό ότι το στοιχειώδες δημοκρατικό δικαίωμα κάθε λαού να αυτοκυβερνηθεί οφείλει να βαραίνει στη σκέψη μας περισσότερο από τους γεωπολιτικούς σχεδιασμούς των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων (χωρίς αυτοί πάντως να μας είναι αδιάφοροι) είναι εξαιρετικά προβληματική η λογική του άρθρου όταν τα κριτήριά του για το δικαίωμα αυτό δεν υπακούουν στις ίδιες αρχές και μοιάζουν να προέρχονται περισσότερο από την επιθυμία του να καταπολεμηθεί ο ισλαμικός φονταμενταλισμός (με όλες τις δυστυχίες που φέρνει στους λαούς) ή από τις εντυπώσεις του, παρά από μια ανάλυση της πραγματικότητας ή μια στάση αρχών.

Όταν μας μιλά για την επιχείρηση καταστολής από τη Γαλλία του αποσχιστικού κινήματος και των ισλαμιστών στο Μάλι, μας καλεί να μη λάβουμε υπόψη μας τις εξωγενείς αιτίες της σύγκρουσης δηλαδή, τις οικονομικές επιδιώξεις της Γαλλίας επειδή πρόκειται για δευτερεύον θέμα μπροστά στο πρωτεύον, που είναι η άποψη των ίδιων των κατοίκων της αφρικανικής αυτής χώρας που υποδέχτηκαν, όπως μας λέει τον Ολάντ σαν απελευθερωτή (κάτι που σε κάποιους αριστερούς αρέσει να το κρύβουν). Αφενός δεν μας αναφέρει από πού του δημιουργήθηκε αυτή η εντύπωση (ελπίζω όχι από τα τηλεοπτικά δίκτυα του εισβολέα) και αφεταίρου δεν ασχολείται ούτε με τις εσωτερικές αιτίες της σύγκρουσης. Αυτοί που καλωσορίζουν τους Γάλλους π.χ. είναι από το Νότο ή από το Βορρά; Γιατί αν είναι από το Νότο είναι αρκετά αναμενόμενο να χειροκροτούν τους βομβαρδισμούς των Τουαρέγκ, όπως θα ήταν πολύ λογικό να βλέπαμε π.χ. Τούρκους πολίτες να χαιρετούν ΝΑΤΟϊκούς πιλότους, στην υποθετική περίπτωση που θα πήγαιναν στη χώρα με αποστολή να βομβαρδίσουν κουρδικά χωριά.

ceci-nest-pas-un-colonialismeΑλλά για χάρη της συζήτησης ας αποδεχτούμε ότι ολόκληρος ο λαός του Μάλι είναι υπέρ της εισβολής, ότι οι πολιτικές δυνάμεις του Βορρά, ισλαμιστές και αποσχιστικά κινήματα, δεν έχουν καμία νομιμοποίηση στο ντόπιο πληθυσμό και ότι οι προσωπικότητες της ντόπιας αριστεράς που αντιτίθενται στην επέμβαση εκφράζουν μια μικρή μειοψηφία. Αν δεχτούμε ότι στο δικαίωμα της αυτοδιάθεσης του λαού του Μάλι συμπεριλαμβάνεται και το δικαίωμα να αρνηθεί την εξωτερική του αυτοδιάθεση και να καλέσει ξένες δυνάμεις να βομβαρδίσουν τμήμα της επικράτειάς του, ακόμα κι αν εκφραστής του δικαιώματος αυτού είναι μια κυβέρνηση που ανέβηκε στην εξουσία με στρατιωτικό πραξικόπημα κατά παράβαση της εσωτερικής αυτοδιάθεσης, γιατί τότε στην Τυνησία δεν συμπεριλαμβάνεται στο δικαίωμα της αυτοδιάθεσης η δυνατότητα του λαού να αρνηθεί την εσωτερική του αυτοδιάθεση και να θεσπίσει σαν βάση του συντάγματος μια μορφή της σαρία όταν μάλιστα η κυβέρνησή του προέρχεται από ελεύθερες εκλογές και το νέο σύνταγμα θα κυρωθεί με δημοψήφισμα; Το ερώτημα είναι βέβαια ρητορικό. Αυτό που φαίνεται είναι ότι στο άρθρο η εικαζόμενη άποψη των λαών χρησιμοποιείται επιλεκτικά και δεν αποτελεί τον άξονα της ανάλυσής του. Κορυφαίο κριτήριο μοιάζει να είναι η με κάθε μέσο αντιμετώπιση του ισλαμικού φονταμενταλισμού και δυστυχώς μοιάζει να αδιαφορεί για τις εσωτερικές ισορροπίες των χωρών αυτών, την συνοχή των κοινωνιών τους και τη δυνατότητα των πολιτών τους να συνυπάρξουν μετά την εισβολή ή την πολιτική κρίση.

Θα συμπεραίναμε ότι το άρθρο αυτό παρά τις καλές προθέσεις του, το κάλεσμα να αναστοχαστούμε πάνω στις αριστερές μας βεβαιότητες, τη διεθνιστική ματιά του και τη γνήσια αγωνία του να εκφράσει την αντίθεσή του σε κάθε εχθρό της ελευθερίας, μένει στις δικές του βεβαιότητες και  προκατασκευασμένα σχήματα και δεν προσφέρει πολλά στην κατανόηση της σύνθετης πραγματικότητας και τον προβληματισμό για τις προοπτικές του δημοκρατικού κινήματος και των κοινωνικών αγώνων στην απέναντι ακτή της Μεσογείου.

______________________________________________________________________________________________

Σόρτλινκ: http://wp.me/p1pa1c-izL