Η γαλλική αριστερά και η αποικιοκρατία: ένα κείμενο από το 1922

Posted on 28 Φεβρουαρίου, 2013 12:55 πμ από

6


Η γαλλική αριστερά και η αποικιοκρατία

Του Ian H. Birchal (τη μετάφραση έκανε το Καπυμπάρα)

paternalismeΤην εποχή της ίδρυσης του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος (ΓΚΚ) στην Τουρ το 1920, η Γαλλία ήταν ακόμα μια μεγάλη αποικιοκρατική δύναμη, έχοντας στην κατοχή της περιοχές στην Αφρική, την Άπω Ανατολή και αλλού. Για να προσχωρήσει στην Κομμουνιστική Διεθνή, το ΓΚΚ όφειλε να αποδεχτεί τις διάσημες 21 προϋποθέσεις, η όγδοη από τις οποίες απαιτούσε:

«Κάθε Κόμμα που συμμετέχει στην 3η Διεθνή έχει καθήκον να ξεσκεπάζει αλύπητα τα κατορθώματα των “δικών” του ιμπεριαλιστών στις αποικίες, να βοηθά, όχι στα λόγια, αλλά έμπρακτα, κάθε κίνημα χειραφέτησης στις αποικίες, να ζητά την απομάκρυνση από τις αποικίες των ιμπεριαλιστών από τη μητρόπολη, να τρέφει στις καρδιές των εργατών της χώρας αληθινά αδερφικά αισθήματα προς τον εργαζόμενο πληθυσμό των αποικιών και προς τις καταπιεσμένες εθνότητες και να διεξάγει μέσα στα μητροπολιτικά στρατεύματα ακατάπαυστη αγκιτάτσια ενάντια σε κάθε καταπίεση των αποικιοκρατούμενων λαών.»

Στην Αλγερία και την Τυνησία, υπήρχαν τμήματα του Σοσιαλιστικού Κόμματος (SFIO), και μετά τη διάσπαση της Τουρ σχηματίστηκαν κι εκεί τμήματα του ΓΚΚ. Οι τρεις περιφερειακές ομοσπονδίες της Αλγερίας αποφάσισαν υπέρ της προσχώρησης στην 3η Διεθνή έχοντας υπέρ της άποψης αυτής 34 αντιπροσώπους σε σύνολο 41. Όμως, σύμφωνα με τον Ζακόμπ Μονετά, στη Βόρεια Αφρική, όπως και στις άλλες αποικιοκρατούμενες χώρες, «το κομμουνιστικό κίνημα […] δεν ήταν τίποτα άλλο από προέκταση του ΓΚΚ στις χώρες αυτές. Ήταν οργανωμένο από τους Γάλλους που ζούσαν εκεί και ο αριθμός των αυτοχθόνων μελών ήταν μικρής σημασίας. Τοποθετούνταν εντός της οργάνωσης σε δευτερεύουσες θέσεις.» Σύμφωνα με τον Σαρλ-Ρομπέρ Αζερόν, «τα τμήματα της Αλγερίας αποτελούνταν κυρίως από κατώτερους υπαλλήλους στο σιδηρόδρομο, στις τηλεπικοινωνίες, στην εκπαίδευση, αλλά και από εργάτες και εργαζόμενους καθώς και από λιμενεργάτες και μικρομεσαίους εποίκους.»

Οι προϋποθέσεις που έγιναν δεκτές στην Τουρ δεν ήταν αρκετές για να μεταμορφώσουν τα κομμουνιστικά κόμματα στο Μάγρεμπ. Στις 24 Σεπτεμβρίου 1922, παρουσιάστηκε μια αναφορά στο 2ο Διομοσπονδιακό Κομμουνιστικό Συνέδριο της Βόρειας Αφρικής και υιοθετήθηκε ομόφωνα.

Η αναφορά ότι το κείμενο της όγδοης προϋπόθεσης ήταν «πολύ γενικό» και παρέβλεπε τις «ιδιαίτερες συνθήκες» κάθε χώρας. Στην Αλγερία, έπρεπε να αναγνωρίσει ότι «αυτό που χαρακτηρίζει τις ιθαγενείς μάζες, είναι η άγνοιά της. Είναι πάνω απ’ όλα το μεγαλύτερο εμπόδιο στη χειραφέτησή της». Ειδικότερα, «η μοιρολατρεία και ο θρησκευτικός φανατισμός» στις τάξεις του μουσουλμανικού προλεταριάτου εξηγείται από «την κυριαρχία των μαραμπού και των θρησκευτικών αδελφοτήτων πάνω σε μία μάζα αδαή και κυριαρχούμενη από την πίστη στο μαγικό». Εξάλλου, οι μουσουλμάνοι προλετάριοι δεν αναγνωρίζουν καθόλου την ισότητα της γυναίκας και «η ίδια η αραβικής καταγωγής γυναίκα αρνείται να συνειδητοποιήσει την ταπεινωτική της κατάσταση». Επιπλέον, τα ιθαγενή συνδικάτα «μέχρι πριν από λίγο καιρό ήταν ανύπαρκτα».

Σ’ αυτήν την αξιοθρήνητη κατάσταση, «η χειραφέτηση των ιθαγενών πληθυσμών της Αλγερίας δεν μπορεί να είναι παρά επακόλουθο της Επανάστασης στη Γαλλία». Ως εκ τούτου, στόχος των κομμουνιστών στην Αλγερία δεν θα μπορούσε να είναι η βοήθεια σε ένα επαναστατικό κίνημα μέσα στις τάξεις του ιθαγενούς πληθυσμού: «Η άμεση κομμουνιστική προπαγάνδα προς τους ιθαγενείς της χώρας είναι στην πραγματικότητα μάταιη και επικίνδυνη. Είναι μάταιη γιατί οι ιθαγενείς δεν έχουν φτάσει ακόμα στο διανοητικό και ηθικό επίπεδο που θα τους επέτρεπε την πρόσβαση στις κομμουνιστικές έννοιες». Προτεραιότητα θα ήταν από δω και μπρος η δραστηριότητα μέσα στους συνδικαλισμένους Ευρωπαίους: «Ο πρώτος στόχος που πρέπει να επιτύχουμε είναι λοιπόν η εκπαίδευση των Ευρωπαίων πριν εμπλακούμε άμεσα με την κοινωνική εκπαίδευση του ιθαγενούς προλεταριάτου».

Η αναφορά προκάλεσε πολλές αντιδράσεις. Ο Χάτζαλι Αμπντελκαντέρ, ένας Αλγερινός που κατοικούσε στο Παρίσι, και ο οποίος μαζί με τον Μεσσάλι Χατζ θα ίδρυαν τον «Βορειο-Αφρικανικό Αστέρα», απάντησε πως πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι «σε όλες τις αποικίες οι ιθαγενείς εργάτες, χάρη στη Ρωσική Επανάσταση, ξυπνούν και έχουν ξεκινήσει να οργανώνονται και να ψάχνουν το δρόμο τους, ώστε να σπάσουν τις αλυσίδες τους». Το ΓΚΚ πρέπει επομένως «να κάνει προπαγάνδα και στρατολογήσεις μέσα στις μάζες των ιθαγενών, και για να έχει παρέμβαση εκεί, να προβάλλει ως πλατφόρμα τις άμεσες διεκδικήσεις των ιθαγενών». Και καταλήγει επιμένοντας πως «ήρθε ο καιρός ο Κομμουνισμός να μην περιορίζεται σε κάποιους Ευρωπαίους, διάσπαρτους στις αποικίες, αφήνοντας στην άκρη τα εκατομμύρια των ιθαγενών προλεταρίων που μας τείνουν το χέρι».

Στο 4ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς, ο Λέων Τρότσκυ καταδίκασε μετά βδελυγμίας τις θέσεις των Αλγερινών κομμουνιστών: «Δεν μπορούμε να ανεχτούμε ούτε για δύο ώρες ούτε για δύο λεπτά συντρόφους με νοοτροπία δουλοκτήτη, οι οποίοι εύχονται ο Πουανκαρέ να διατηρήσει γι’ αυτούς την ευλογία του καπιταλιστικού πολιτισμού!»

Μια Τρίτη απάντηση –που ακολουθεί παρακάτω- προήλθε από τον Ρομπέρ Λουζόν. Το όνομα του Λουζόν είναι ελάχιστα γνωστό στις μέρες μας. Μην όντας ούτε σταλινικός ούτε τροτσκιστής είχε λίγους διαδόχους για να διατηρήσουν ζωντανή τη μνήμη του. Υπήρξε όμως, ένας αξιόλογος επαναστάτης, που μίλησε για ένα θέμα που τον ενδιέφερε πολύ.

Γεννημένος το 1882, ο Λουζόν ήταν μηχανικός στο υγραέριο. Προσχώρησε στο Επαναστατικό Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα το 1900, αλλά γρήγορα τον προσέλκυσαν οι ιδέες του συνδικαλισμού. Το 1906 δάνεισε ένα χρηματικό ποσό στη CGT για την αγορά του κτηρίου της στην οδό Γκρανζ-ω-Μπέλ. Αυτό είχε σαν συνέπεια την απόλυσή του από την Εταιρεία Υγραερίου του Παρισίου, όπου εργαζόταν σαν μηχανικός. Συμμετείχε από την αρχή στις συναντήσεις του πυρήνα της «Εργατικής Ζωής» δίπλα στον Πιέρ Μονάτ και τον Αλφρέντ Ροσμέρ.

Το 1913 έφυγε για την Τυνησία, όπου ασχολήθηκε με μια αγροτική εκμετάλλευση. Υπηρέτησε στον πόλεμο του 1914-18 σαν λοχαγός σε λόχο Ζουάβων (γαλλικά στρατιωτικά σώματα αποτελούμενα από Βορειοαφρικανούς ΣτΜ) κι έπειτα επέστρεψε στην Τυνησία. Το 1919 προσχώρησε στον τομέα Τύνιδας του Σοσιαλιστικού Κόμματος, η οποία μετά το συνέδριο της Τουρ ψήφισε την προσχώρηση στην Κομμουνιστική Διεθνή. Ο Λουζόν έγινε γραμματέας της Τυνησιακής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας.

Προς το τέλος του 1921, η Τυνησιακή Ομοσπονδία εξέδωσε μια καθημερινή εφημερίδα στην αραβική γλώσσα, την πρώτη κομμουνιστική εφημερίδα που εκδόθηκε ποτέ στη γλώσσα αυτή. Για τον Λουζόν αυτό υπήρξε ένα σχέδιο μεγάλης σημασίας, έγραφε στον φίλο του Αμεντέ Ντυνουά: «Υπάρχει εδώ ένα τεράστιο ιθαγενές κίνημα εθνικών διεκδικήσεων. Το κίνημα αυτό αγκαλιάζει όλες τις τάξεις του πληθυσμού, και είναι στο σύνολό του εξαιρετικά ευνοϊκά διακείμενο προς το Κομμουνιστικό Κόμμα, το οποίο και θεωρεί ως το μοναδικό κόμμα που τρέφει πλέρια συμπάθεια για την υπόθεση της πολιτικής χειραφέτησης των ιθαγενών. Όμως, πρόκειται για ένα εθνικό κίνημα σε σύγχυση, που αποτελείται από χαρακτηριστικά φεουδαλικά στοιχεία δίπλα σε εξίσου χαρακτηριστικά προλεταριακά στοιχεία και κυρίως από μια μεγάλη αγροτική μάζα από χαμεσάτ (κολίγοι που έπαιρναν το 1/5 της παραγωγής ΣτΜ), πραγματικούς  δούλους προσδεμένους στη γη και λιμοκτονούντες. Πρόκειται λοιπόν να επωφεληθούμε τόσο από τη διέγερση του ιθαγενούς πληθυσμού που προκαλεί αυτή η εθνική προπαγάνδα όσο και από τη συμπάθεια που απολαμβάνει το Κομμουνιστικό Κόμμα, για να δημιουργήσουμε στο εσωτερικό του ιθαγενούς κινήματος, ένα ταξικό κίνημα καθαρά εργατοαγροτικό». Όσον αφορά την κομμουνιστική προπαγάνδα προς τους ιθαγενείς, ο Λουζόν γνώριζε για τι μιλούσε.

Αλλά αν ο Λουζόν αναγνώριζε τη σημασία μιας εφημερίδας στην αραβική γλώσσα, οι γαλλικές αρχές την κατανοούσαν επίσης πολύ καλά. Μετά από οκτώ μέρες η εφημερίδα απαγορεύτηκε. Για δεκάδες μέρες καινούργιες αραβόφωνες εφημερίδες εκδίδονταν, κάθε μέρα με διαφορετικό όνομα, όλες απαγορεύονται άμεσα. Έπειτα ένα διάταγμα επέβαλε την προηγούμενη έγκριση από τις αρχές ως προϋπόθεση για την έκδοση οποιασδήποτε εφημερίδας στην αραβική γλώσσα.

Το 1922, μετά τη δημοσίευση μιας μπροσούρας κι ενός ποιήματος στα αραβικά, ο Λουζόν διώχθηκε για «προσβολή των δικαιωμάτων και των εξουσιών της Γαλλικής Δημοκρατίας στην Τυνησία». Καταδικάστηκε σε εξάμηνη φυλάκιση και μετά απελάθηκε από την Τυνησία και έγινε συντάκτης στην Ουμανιτέ. Δυο χρόνια μετά όμως, παραιτήθηκε από το ΚΚ μετά τη διαγραφή των φίλων του Πιέρ Μονάτ και Αλφρέντ Ροσμέρ.

Τον Αύγουστο του 1936, επέστρεψε στο Μαρόκο με σκοπό να έρθει σε επαφή με τους Μαροκινούς των επιτροπών δράσης, που επιχειρούσαν να εμποδίσουν τον Φράνκο να στρατολογήσει Άραβες από την περιοχή του Ριφ. Έπειτα, σε ηλικία περίπου πενήντα ετών, πολέμησε για κάποιους μήνες στο μέτωπο στο πλευρό των δημοκρατικών.

Μετά τον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο πήρε μέρος στους «Επαναστατικούς Προλεταριακούς Πυρήνες». Κατά τη διάρκεια του ψυχρού πολέμου διαφώνησε με τον παλιό του φίλο το Ροσμέρ. Αλλά το 1960, κινούμενος από τις ίδιες επαναστατικές αρχές, όπως το 1922, υπέγραψε δίπλα στον Ροσμέρ το Μανιφέστο των 121: «Σεβόμαστε και κρίνουμε δικαιολογημένη την άρνηση να πάρει κανείς τα όπλα ενάντια στον αλγερινό λαό. Σεβόμαστε και κρίνουμε δικαιολογημένη τη συμπεριφορά των Γάλλων που κρίνουν ότι είναι καθήκον τους να προσφέρουν βοήθεια και προστασία στους καταπιεσμένους Αλγερινούς στο όνομα του γαλλικού λαού. Η υπόθεση του αλγερινού λαού, που συνεισφέρει με αποφασιστικό τρόπο στην καταστροφή του αποικιακού συστήματος, είναι υπόθεση όλων των ελεύθερων ανθρώπων.» Πέθανε το 1976.

Το άρθρο του Λουζόν με τίτλο «Ένα αίσχος», ήταν μια καυστική απάντηση στην αναφορά του Διομοσπονδιακού Συνεδρίου. Αν όμως το ξαναδιαβάσουμε σήμερα, αυτό που είναι εκπληκτικό είναι η επικαιρότητά του. Τα επιχειρήματα της αναφοράς επιβίωσαν. Τα ακούσαμε εκ μέρους του Γκυ Μολέ καθώς υπερασπιζόταν τη γαλλική παρουσία στην Αλγερία, τα ακούμε και σήμερα καθημερινά από τους υπερασπιστές του πολέμου στο Αφγανιστάν.

Η διάκριση που κάνει ο Λουζόν παραμένει καίρια: «Δεν υπάρχει ισοδυναμία ανάμεσα στον εθνικισμό ενός λαού καταπιεστή, του οποίου ο εθνικισμός συνίσταται στην καταπίεση ενός άλλου λαού και στον εθνικισμό ενός καταπιεσμένου λαού, του οποίου ο εθνικισμός επιχειρεί την απαλλαγή από τον καταπιεστή». Αυτό ήταν αλήθεια στην Αλγερία και στο Βιετνάμ, παραμένει αλήθεια στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν.

Ο Λουζόν απάντησε ξεκάθαρα σε όσους μιλούσαν για την «άγνοια» του ιθαγενούς πληθυσμού της Αλγερίας. Δεν μπορεί να υπολογίζει κανείς στη γαλλική «κηδεμονία» για να ασχοληθεί με την εκπαίδευση. Τριάντα χρόνια μετά, το 1950, σύμφωνα με τα στατιστικά της UNESCO, το 90% του «μουσουλμανικού» πληθυσμού της Αλγερίας ήταν αναλφάβητο. Την ίδια στιγμή θύμιζε ότι το 1789 οι Γάλλοι δεν ήταν ανάγκη να γνωρίζουν γραφή και ανάγνωση για να κάνουν την Επανάσταση.

Σήμερα ακόμη, μιλάμε πολύ για τον ισλαμικό «φανατισμό». Αλλά όπως μας υπενθυμίζει ο Λουζόν δεν πρέπει να ξεχνάμε τον χριστιανικό φανατισμό, πάντοτε πολύ ισχυρό σ’ αυτόν τον κόσμο. Εξάλλου, πολλοί απ’ αυτούς που δεν ενδιαφέρονται γενικά καθόλου για την καταπίεση των γυναικών στις δυτικές κοινωνίες, μας διαβεβαιώνουν ότι ο πόλεμος στο Αφγανιστάν θα απελευθερώσει τις γυναίκες.

Και όταν ο Λουζόν μας λέει ότι ο κομμουνιστής δεν πρέπει να αισθάνεται ανώτερος από έναν ιθαγενή, επειδή αυτός φορά καπέλο αντί για φέσι», είναι αδύνατον να μη σκεφτούμε αυτούς που αισθάνονται ανώτεροι απ’ όσες φορούν χιτζάμπ ή μπούρκα.

Ο Ρομπέρ Λουζόν ήταν εκπρόσωπος μιας διεθνιστικής παράδοσης που είναι το λιγότερο εξίσου σημαντική σήμερα, όσο το 1922.

Ian H. Birchall

* * * *

Ένα αίσχος

Του Ρομπέρ Λουζόν (τη μετάφραση έκανε το Καπυμπάρα)

privilégiésΤο Κομμουνιστικό Δελτίο δημοσίευσε σε ένα από τα πρόσφατα τεύχη του μια αναφορά σχετική με το αποικιακό ζήτημα που παρουσιάστηκε σ’ ένα Διομοσπονδιακό Συνέδριο της Βόρειας Αφρικής και εγκρίθηκε απ’ ό,τι φαίνεται ομόφωνα από τους αντιπροσώπους στο συνέδριο αυτό.

Η αναφορά αυτή είναι ένα αίσχος για τον υποτιθέμενο κομμουνιστή που τη συνέταξε και γι’ αυτούς που χωρίς να την έχουν διαβάσει –ελπίζω- προσεχτικά, την ψήφισαν.

Αν το Κομμουνιστικό Κόμμα δεν ξεσηκώσει ενάντια στην αναφορά αυτή μια σθεναρή διαμαρτυρία, θα κατατάξει τον εαυτό του, συμφωνά με την ακριβή έκφραση του Συνεδρίου της Διεθνούς, ανάμεσα στους δουλοκτήτες.

Το κύριο σημείο της έκθεσης είναι η βούληση που επιβεβαιώνει, να κρατηθούν οι αποικιοκρατούμενοι λαοί κάτω από το ζυγό των αποικιακών εθνών.

Από τις πρώτες κιόλας γραμμές ανακοινώνεται «Υπάρχουν καταπιεσμένοι λαοί που είναι ήδη σήμερα ικανοί να έχουν πρόσβαση στην κυριαρχία και άλλοι που δεν είναι», «υπάρχουν λαοί υπό κηδεμονία που είναι ήδη σήμερα ικανοί να αυτοκυβερνηθούν και άλλοι που δεν είναι ακόμα». Και όπως δείχνει η συνέχεια της αναφοράς, είναι εμφανές, σύμφωνα με το συντάχτη της τουλάχιστον, ότι οι ιθαγενείς της Αλγερίας κατατάσσονται στη δεύτερη κατηγορία, αυτής των λαών «των ανίκανων για κυριαρχία», που πρέπει να κρατηθούν «υπό κηδεμονία», με πρακτικό συμπέρασμα ότι η γαλλική καπιταλιστική μπουρζουαζία πρέπει να συνεχίσει να κυριαρχεί πάνω στις ιθαγενείς μάζες της Βόρειας Αφρικής και να τους επιβάλλει την «κηδεμονία» της –εν ανάγκη με τη χρήση πυροβόλων- αν δοκιμάσουν να εξεγερθούν.

Πρόκειται για την πιο αισχρή νομιμοποίηση της υπάρχουσας κατάστασης, πρόκειται για την πιο χαρακτηριστική προσπάθεια καταδίκης των προσπαθειών που έχουν κάνει οι ιθαγενείς όλων των αποικιοκρατούμενων περιοχών, της Αλγερίας, αλλά και άλλων επίσης, για να χειραφετηθούν από το δυτικό καπιταλιστικό ζυγό που τους βαραίνει, πρόκειται για τη διακήρυξη του δικαιώματος της αστικής τάξης των βιομηχανικών χωρών να πραγματοποιούν την «πρωταρχική συσσώρευση» μέσω της εκμετάλλευσης των αγροτικών λαών που δεν υπόκεινται ακόμα στο καπιταλιστικό καθεστώς.

Κι όλα αυτά κρυμμένα εξάλλου, πίσω από την ίδια υποκριτική φρασεολογία με αυτήν με την οποία η αστική τάξη πάντα καλύπτει τα υλικά συμφέροντα που την καθοδηγούν. Είναι για να «προσφέρουμε στους αποικιοκρατούμενους λαούς ανθρώπινους και ανιδιοτελείς δασκάλους» που τους επιβαλλόμαστε. Αυτό που διαβάζουμε σε κάθε επίσημο λόγο… να το λοιπόν και στην αναφορά ενός κομμουνιστικού συνεδρίου!

Από τη στιγμή που επιβάλλεται η κυριαρχία, πρέπει και να δικαιολογηθεί. Ο συντάχτης της αναφοράς από το Αλγέρι μ’ αυτό ασχολείται όταν αντιγράφει τους αξιοθρήνητους κοινούς τόπους που συνιστούν τη συνηθισμένη άποψη που ακούγεται στις συζητήσεις στα καφέ ανάμεσα στα πιο καθυστερημένα στοιχεία της ευρωπαϊκής αστικής τάξης της Αλγερίας. Το κάνει χωρίς να καταλαβαίνει ότι αυτό που λέει για τους ιθαγενείς ισχύει εξίσου και για τους Γάλλους.

Η ιθαγενείς μάζες, μας λέει, είναι αδαείς. Για κάποιες περιοχές, την Καβυλία για παράδειγμα, αυτό είναι λάθος. Σε κάποιες άλλες είναι ακριβές.

Αλλά οι γαλλικές μάζες είναι σοφές; Πόσοι Γάλλοι γνωρίζουν ανάγνωση από τη στιγμή που καθιερώθηκε το καθολικό δικαίωμα ψήφου; Το 1789 ή ακόμα το 1848, δεν υπήρχαν και πολλοί περισσότεροι Γάλλοι που ήξεραν να διαβάζουν απ’ όσοι Άραβες σήμερα γνωρίζουν. Ο συντάχτης της αναφοράς εκτιμά επομένως, ότι ο γαλλικός λαός δεν είχε φτάσει στο σημείο ωριμότητας για την «κυριαρχία» και έπρεπε να μείνει κάτω από την «κηδεμονία» ενός μονάρχη ή ενός ξένου λαού;

Σήμερα ακόμα, σύμφωνα μ’ έναν γερουσιαστή, τον κ. Ρουστάν, «σε σύνολο 437.000 γάλλων κληρωτών, μόλις οι 150.000 έχουν λάβει ένα αξιοπρεπές επίπεδο εκπαίδευσης». Ο συντάχτης της αναφοράς θα μας συμβούλευε να θέσουμε τον γαλλικό λαό κάτω από την «κηδεμονία» του γερμανικού, του οποίου το μορφωτικό επίπεδο είναι πολύ ανώτερο;

Η αναφορά σημειώνει στη συνέχεια «την κυριαρχία των μαραμπού και των θρησκευτικών αδελφοτήτων» στο πνεύμα των ιθαγενών. Θα αγνοήσουμε την κυριαρχία στην Αλγερία των παπάδων και των καλογέρων στο πνεύμα των περισσότερων Γάλλων; Θα αγνοήσουμε τις εκατοντάδες χιλιάδες προσκυνητές που πάνε κάθε χρόνο στη Λούρδη και σε άλλα μέρη; Δεν θα γίνει κατανοητό ότι κατά τη διάρκεια του πολέμου, οι Γάλλοι στρατιώτες που δεν φορούσαν κάποιο φυλαχτό και αρνούνταν, όταν τραυματίζονταν, τους εξορκισμούς των στρατιωτικών ιερέων, ήταν εξαιρετικά σπάνιοι;

Η ισότητα του άνδρα με τη γυναίκα δεν υφίσταται στους ιθαγενείς. Αυτό είναι ακριβές. Αλλά υφίσταται στη Γαλλία; Ούτε όσον αφορά τα αστικά ούτε όσον αφορά τα πολιτικά δικαιώματα υπάρχει ισότητα ανάμεσα στο Γάλλο και στη Γαλλίδα.

Τέλος -κορυφαίο επιχείρημα!- σύμφωνα με το συντάχτη της αναφοράς, η καλύτερη απόδειξη ότι οι Αλγερινοί ιθαγενείς έχουν ανάγκη «κηδεμονίας» είναι ότι οι ιθαγενείς εργάτες γης δεν είναι συνδικαλισμένοι! Μα ξέρετε πολλούς συνδικαλισμένους ανάμεσα στους Ευρωπαίους εργάτες γης στην Αλγερία κύριε συντάχτη ή ακόμα και στη Γαλλία, πιστεύετε ότι η Ομοσπονδία εργατών γης αριθμεί πολλά ενεργά μέλη;

Αλλά κυρίως, οι σύνεδροι του Αλγερίου δεν θυμούνται ότι η Γαλλία βρίσκεται στην Αλγερία εδώ και κοντά έναν αιώνα; Και πώς δεν έχουν καταλάβει από το γεγονός ότι μετά από έναν αιώνα «κηδεμονίας» οι ιθαγενείς βρίσκονται ακόμα στην κατάσταση καθυστέρησης που περιγράφουν, ότι η «κηδεμονία» είναι μέσο κυριαρχίας και όχι εργαλείο προόδου; Μια συνέχιση της κηδεμονίας το μόνο που θα επιτύχει είναι η συνέχιση της κατάστασης άγνοιας και φανατισμού που περιγράφουν. Για να αναπτυχθεί ένας λαός έχει ανάγκη να μην είναι υπήκοος. Η μη επαρκής, αλλά απαραίτητη προϋπόθεση για να προοδεύσει ένας λαός είναι η ανεξαρτησία. Το να κρατηθούν οι ιθαγενείς στη σκλαβιά είναι το σίγουρο μέσο για να διατηρήσουν και την ψυχή σκλάβου.

Όσο για την κατηγορία του εθνικισμού που αποδίδει η αναφορά ενάντια σ’ αυτούς από τους ιθαγενείς που παλεύουν για την πολιτική χειραφέτηση της φυλής τους, στηρίζεται σε μια ξεδιάντροπη σοφιστεία. Είναι μια σοφιστεία που βάζει στο ίδιο επίπεδο όλους τους εθνικισμούς. Δεν υπάρχει ισοδυναμία ανάμεσα στον εθνικισμό ενός λαού καταπιεστή, του οποίου ο εθνικισμός συνίσταται στην καταπίεση ενός άλλου λαού και στον εθνικισμό ενός καταπιεσμένου λαού, του οποίου ο εθνικισμός επιχειρεί  την απαλλαγή από τον καταπιεστή. Δεν υπάρχει ισοδυναμία ανάμεσα στον εθνικισμό του Άγγλου που θέλει να συνεχίσει να κυβερνά την Ιρλανδία και τον εθνικισμό του Ιρλανδού που θέλει να αυτοκυβερνηθεί. Στην πρώτη περίπτωση, εθνικισμός σημαίνει ιμπεριαλισμός, στη δεύτερη σημαίνει ανεξαρτησία.

Αυτός που για να νομιμοποιήσει τον ιμπεριαλισμό του λαού του, καταγγέλλει ως εθνικιστική τη βούληση για ανεξαρτησία του λαού που καταπιέζει, πρέπει να κριθεί ένοχος για αποκρουστική υποκρισία.

Ας μιλήσουμε καθαρά!

Ο κομμουνιστής οφείλει να έχει νοοτροπία κομμουνιστή, όχι «αλγερινή νοοτροπία». Δεν πρέπει να πιστεύει ότι είναι ανώτερος από έναν ιθαγενή επειδή φοράει καπέλο αντί για φέσι ή επειδή επικαλείται το όνομα του Χριστού αντί για του Αλλάχ, πρέπει να λάβει υπόψη του ότι σε σχέση με τον ιθαγενή είναι ένας «προνομιούχος», του οποίου το προνόμιο στηρίζεται σε τελική ανάλυση στη δύναμη της ξιφολόγχης, ότι η ιδιότητά του ως Γάλλου πολίτη τον τοποθετεί σε σχέση με τον ιθαγενή στην ίδια θέση του «εκμεταλλευτή» που βρίσκεται το αφεντικό του σε σχέση μ’ αυτόν και αυτό πρέπει να τον προικίσει με πολύ σεμνότητα. Αυτό θα ’πρεπε κυρίως να τον εμποδίσει να χρησιμοποιεί για να καταπολεμήσει τις προσπάθειες των ιθαγενών για πολιτική χειραφέτηση τα ίδια επιχειρήματα «για την άγνοια», «την ανικανότητα…» μ’ αυτούς των οποίων τις υπηρεσίες χρησιμοποιεί καθημερινά η αστική τάξη για να καταπολεμήσει τις δικές του προσπάθειες για κοινωνική χειραφέτηση.

Κομμουνισμός είναι ο αγώνας για απελευθέρωση των εργατών, όλων των εργατών και όχι για την θέση υπό «κηδεμονία» ενός τμήματος από αυτούς, κάτω από την κυριαρχία ενός ξένου προλεταριάτου ή καπιταλισμού. Δεν έχει τίποτα κοινό με τον κομμουνισμό η πολιτική που επιχειρεί να επιτύχει αυξήσεις στους μισθούς ή προνόμια για τους Γάλλους υπαλλήλους της Βόρειας Αφρικής, περήφανη που φοράει αποσπώμενο κολάρο κι έχει πάει στο σχολείο.

Ρομπέρ Λουζόν – 1922 

______________________________________________________________________________________________

ΠΗΓΗ: Contretemps

______________________________________________________________________________________________

Σόρτλινκ: http://wp.me/p1pa1c-ivd