Άλλες Εποχές, άλλες Ζωές

Posted on 30 Ιανουαρίου, 2013 1:28 μμ από

25


του Ιουλιανού

Φασισμός – Σήμερα, όταν σκεφτόμαστε τον φασισμό και τον ναζισμό, συνειρμικά, και όχι αδικαιολόγητα, σκεφτόμαστε τον ρατσισμό, τον πόλεμο, την καταστροφή. Tα προπολεμικά χρόνια όμως η φασιστική Γερμανία με τον σατανικό «εβραιομπολσεβικισμό» που την συνόδευε, φαινόταν σε έναν οποιονδήποτε παρατηρητή μια σταθερή και ανθούσα οικονομία που ταυτόχρονα διέθετε μια δημοφιλή κυβέρνηση που πολλά από τα κοινωνικά χαρακτηριστικά της φαινόταν ιδιαίτερα ελκυστικά. Ακόμα και στο Λονδίνο υπήρχαν ναζιστικές λέσχες και μερίδα της άρχουσας τάξης της Βρετανίας υποστήριξε ανοικτά το πολιτικό σύστημα της Γερμανίας. Έτσι, με την αμέριστη συμπαράσταση μεγάλου μέρους της άρχουσας τάξης του Λονδίνου μα και των απόστρατων αξιωματικών του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, ιδρύθηκαν οι «Βρετανοί Φασίστες» (British Fascists), οι «Εθνικοί Φασίστες» (National Fascisti), η «Αυτοκρατορική Φασιστική Λίγκα» (The Imperial Fascist League), η «Βρετανική Ένωση των Φασιστών» (The British Union of Fascists) και η «Εθνικοσοσιαλιστική Λίγκα» (The National-Socialist League). Ηγετική μορφή των φασιστικών αυτών οργανώσεων αναδείχτηκε ο σερ Όσβαλντ Μόσλι, ο οποίος είχε παντρευτεί τον Οκτώβριο του 1936 στο Βερολίνο, με κουμπάρο τον Γκέμπελς και παρόντα τον Χίτλερ. Η ίδρυση όλων αυτών των οργανώσεων ήταν η απάντηση της Βρετανικής Δεξιάς, που είχε απήχηση στα μεσαία στρώματα, στη ραγδαία άνοδο του Εργατικού Κόμματος. Είχαν φτάσει μάλιστα στο σημείο να κάνουν και παρελάσεις στους δρόμους του Λονδίνου στα πρότυπα των Γερμανικών ταγμάτων ασφαλείας. Επίσης ο κοινοβουλευτισμός στην Αγγλία χρησιμοποίησε ξεχασμένους μεσαιωνικούς νόμους ενάντια στην κομμουνιστική δραστηριότητα μα και στο ισχυρό αντιμιλιταριστικό κίνημα που δρούσε εκείνη την εποχή στην χώρα μιας και ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος δεν είχε ξεχαστεί.

Όμοια και στην Ελλάδα την ίδια περίοδο εμφανίστηκαν και έδρασαν εθνικιστικές-φασιστικές οργανώσεις όπως η Ένωσις Ελλήνων Φασιστών υπό τον Θεόδωρο Υψηλάντη, η Λεγεών Εθνικής Σωτηρίας, η Εθνική Ένωσις Ελλάς υπό τον Γ Κοσμίδη, η Εθνική Οργάνωσις Ελλάδος, ο Εθνικός Παμφοιτητικός Σύλλογος, η Οργάνωση των Εθνικοφρόνων Σοσιαλιστών υπό τον υφηγητή πολιτειολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Δημήτριος Βεζανή, μα και το Ελληνικό Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα του Γεωργίου Μερκούρη. Καμία από τις εθνικιστικές οργανώσεις δεν απέκτησε σημαντικό λαϊκό έρεισμα μα ούτε και εμφάνισαν κάποια αυθύπαρκτη πολιτική κίνηση πέρα από τον αντικομμουνισμό και τον αντισημιτισμό τους.

Ωστόσο, από το 1936 η Ελλάδα ζούσε κάτω από ένα φασιστικό πολιτικό καθεστώς, το οποίο επιβλήθηκε από τον Βρετανικό ιμπεριαλισμό, και το οποίο αναζητούσε την ομοίωση του με τα καθεστώτα του ναζισμού και του φασισμού που κυριαρχούσαν στην κεντρική και ανατολική Ευρώπη. Από την Φιλανδία ως την Ιταλία. Την «υγειονομική ζώνη» δηλαδή απέναντι στην ΕΣΣΔ σύμφωνα με τον Τσώρτσιλ. Και μοιραζόταν το βασικό επιχείρημα των καθεστώτων αυτών του μεσοπολέμου: Την αντιμετώπιση του κομμουνιστικού κινδύνου.

Στην ουσία του όμως το φασιστικό καθεστώς του Μεταξά αποτελούσε την ταυτότητα της αστικής τάξης της Ελλάδας, η οποία ζούσε, ανάπνεε και δρούσε κάτω από τις συνθήκες που δημιουργεί η ετεροβαρής συμμαχία της με την τότε ηγεμόνα του κόσμου, κυρίαρχο των θαλασσών και σκληρή αποικιοκρατική δύναμη, Βρετανία. Στο όνομα βέβαια της μεγάλης ιδέας για «μεγαλοσύνη της Ελλάδας» και για την πίστη του Χριστού. Ένα ιδεολόγημα εσωτερικής κατανάλωσης που σιχαμερά το ονόμασαν «τρίτο ελληνικό πολιτισμό».

Όμως φασισμός της αστικής τάξης χωρίς συνάφεια χρηματιστηριακού κεφαλαίου και πολιτικού προσωπικού δε νοείται. Έτσι ο Μεταξάς ξεκαθάρισε τις πρόθεσεις του:

«Μέσα σε μια κοινωνία της, ας την ονομάσωμεν, καπιταλιστική, δεν είναι αυθυπονόητον πράγμα η συνεργασία των φορέων της εργασίας, δηλαδή των εργατών και των φορέων του κεφαλαίου, δηλαδή των καπιταλιστών. Αλλά με την κοινωνικήν μεταρρύθμισιν που εκάμαμεν ημείς, την συνεργασίαν αυτήν την εκάμαμεν υποχρεωτικήν, εκεί όπου δεν ήθελε να είναι θεληματική.»

Έτσι μετέστρεψε τον συνδικαλισμό σε κρατική υπηρεσία που δρούσε ως παράρτημα του φασιστικού κρατικού προγράμματος και ταυτόχρονα άντλησε τα στελέχη της κυβέρνησης του από τον επιχειρηματικό κόσμο και τους τραπεζιτικούς και χρηματιστικούς κύκλους, κυρίως από τα υψηλόβαθμα κλιμάκια της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος , του μεγαλύτερου χρηματοπιστωτικού ιδρύματος της χώρας, και δευτερευόντως της Τραπέζης της Ελλάδος . Οι βιομήχανοι Ανδρέας Χατζηκυριάκος (ως πρόεδρος του Συνδέσμου Ελλήνων Βιομηχάνων και Βιοτεχνών αλλά και ως υπουργός Εθνικής Οικονομίας μέχρι τις 24 Ιουλίου 1937), Επαμεινώνδας Χαρίλαος και Πρόδρομος («Μποδοσάκης») Αθανασιάδης στήριξαν ενεργά την άνοδο και την οικονομική πορεία της μεταξικής κυβέρνησης. Ο Αλέξανδρος Κορυζής, υποδιοικητής (και από το 1939 διοικητής) της ΕΤΕ, ανέλαβε το υπουργείο Προνοίας (αργότερα μετονομασθέν σε Κρατικής Υγιεινής και Αντιλήψεως).. Από τον χώρο της ΕΤΕ προήλθε και ο διάδοχος του Χατζηκυριάκου στο υπουργείο Εθνικής Οικονομίας (ο Ιωάννης Αρβανίτης, ο οποίος τον Απρίλιο του 1938 ανέλαβε παράλληλα το υπουργείο Οικονομικών και παρέμεινε εκεί, στα δύο οικονομικά υπουργεία, μέχρι τον Απρίλιο του 1941). Ο οικονομολόγος καθηγητής Κυριάκος Βαρβαρέσος διατήρησε τη θέση του υποδιοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος, μέχρι την παραίτηση του Εμμ. Τσουδερού το 1939 – στον Βαρβαρέσο είχε προσφερθεί το αξίωμα του υπουργού Εθνικής Οικονομίας, αλλά εκείνος το αρνήθηκε, προσφέροντας ωστόσο ανελλιπώς τις οικονομικές του συμβουλές στην κυβέρνηση. Ο Αλέξανδρος Ν. Κανελλόπουλος, διευθύνων σύμβουλος της Ανωνύμου Ελληνικής Εταιρείας Χημικών Προϊόντων και Λιπασμάτων (ΑΕΕΧΠΛ), διατέλεσε κυβερνητικός επίτροπος της ΕΟΝ (1937-41).
(Σπυρίδων Πλουμίδης, «Το καθεστώς Μεταξά», 1936-1940)

Διανοούμενοι Εφημερίδες και Προπαγάνδα

Όταν επιβλήθηκε από το παλάτι ο φασισμός, τις ίδιες ακριβώς μέρες ξεκινούσε στην Ισπανία ο εμφύλιος πόλεμος. Κάτι που βοήθησε την κυβέρνηση Μεταξά να διακηρύσσει ότι η Ελλάδα δεν έγινε Ισπανία και ότι σε αυτόν οφείλεται η σωτηρία της χώρας από παρόμοια δεινά. Η προπαγάνδα αυτή συνοδευόταν από καθημερινά άρθρα στις εφημερίδες με πλούσιο φωτογραφικό ρεπορτάζ από την τραγωδία της Ισπανίας.

Η εφημερίδα «Καθημερινή» που από την πρώτη στιγμή είχε μια συνεπή ιδεολογική ταύτιση με την φασιστική ταυτότητα του Μεταξικού καθεστώτος, πανηγύριζε για τις επιτυχίες του Φράνκο και των φασιστών του, ενώ ταυτόχρονα στηλίτευε τον «κομμουνιστικό όχλο». Η «Καθημερινή» πέρα από τους πανηγυρισμούς έστειλε στην Ισπανία και δυο γνωστούς διανοούμενος ως ανταποκριτές. Έναν ακαδημαϊκό συγγραφέα, τον Σπύρο Μελά, ο οποίος γράφει σε μια από τις ανταποκρίσεις του στις 7-5-1939:

« Ένα πρωί στην επαναστατημένη Μαδρίτη … παρουσιάστηκε ξαφνικά ένας τύπος απίθανος: πίσω από ένα ρούσσικο τανκς ένα κεφάλι εβαιοασιάτου, εβραιομογγόλου. Ήταν σαν άλλος Διόνυσος των Ερυθρών- μέγας επιστημών της σαδιστικής ηδονής, επάνω στο σύγχρονο άρμα του ολέθρου. Και πίσω του ακολουθούσαν συμπλέγματα Μαινάδων και Σατύρων οι ερυθρές μιντινέτες, ξεφρενιασμένες, διψασμένες για αίμα, τραγουδώντας την Διεθνή…»

Και για τον φασίστα Φράνκο γράφει πως ο «στρατηγός είναι λυτρωτής και οικοδόμος. Ήρωας , δημιουργός Ιστορίας. Ο Φράνκο είναι μια θρησκεία μια πίστις».

Ο Σπύρος Μελάς αμείφθηκε με την προεδρία της Ακαδημίας Αθηνών.

Ο έτερος διανοούμενος ανταποκριτής της «Καθημερινής» στην Ισπανία ήταν ο για πολλούς κορυφαίος της ελληνικής λογοτεχνίας και σίγουρα ο περισσότερο μεταφρασμένος παγκοσμίως Έλληνας λογοτέχνης. Άκουγε στο όνομα Νίκος Καζαντζάκης.

Ο Καζαντζάκης αφού περιγράφει τον καλό τρόπο με τον οποίο οι φασίστες του Φράνκο φέρονταν στους αιχμαλώτους ταυτόχρονα γράφει για τις φρικαλεότητες των ερυθρών που έκαιγαν «ζωντανά παιδιά και νοικοκυραίους». Καθώς και πως «η δημοκρατία (στην Ισπανία) έφερε την αναρχία και τη διάλυση» Γράφει μάλιστα πως:

«Ο φασισμός και ο χιτλερισμός είναι φαινόμενα βαθιά σημαντικότατα άξια του πιο μεγάλου σεβασμού και φόβου… Ο Μουσσολίνι και ο Χίτλερ είναι δυο μεγάλοι πρωταθλητές που συντελούν με τρόπο τον εδικό τους… να λυθεί το τρομακτικό δράμα που ζούμε».

Ο Καζαντζάκης όμως, όπως ο ίδιος έλεγε, δεν πίστευε σε τίποτα γιατί ήταν άνθρωπος ελεύθερος. Ως ελεύθερος άνθρωπος λοιπόν αναλαμβάνει όμως την προεδρία της Σοσιαλιστικής Εργατικής Κίνησης, ενώ διετέλεσε και υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου της κυβέρνησης του Σοφούλη το 1945. Παλαιοτέρα είχε διοριστεί από τον παρασημοφορημένο από τον Μουσσολίνι, Βενιζέλο, Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Περιθάλψεως και πήρε μέρος στην εκστρατεία ενάντια στην Σοβιετική Ένωση στα πλαίσια της “Μεγάλης Ιδέας”. όπου μαζί με τον συνταγματάρχη Ηρακλή Πολεμαρχάκη προσπάθησαν να τραβήξουν τους Έλληνες της περιοχής από την επιρροή των μπολσεβίκων.

Όμως, είχε αποδεχτεί ο διανοούμενος Καζαντζάκης τον φασισμό; Ήταν έγκυρη η άποψη του για την αξία ανθρώπων όπως ο Χίτλερ ο Μουσσολίνι και ο Φράνκο; Ο Καζαντζάκης δεν παίρνει θέση υπέρ τους, ανοήτως. Παραγγελίες, μιας κολοσσιαίας προπαγανδιστικής γραμμής, εκτελούσε παίρνοντας θέση υπέρ των φασιστικών καθεστώτων μακριά από μια διασκεπτική και ερευνητική διαδικασία παρακάμπτοντας τα φαινόμενα και τις καταστάσεις.

Λίγα χρόνια πριν η «Καθημερινή» τον χρήσει ανταποκριτή της στην Ισπανία, ο Καζαντζάκης έγραφε:

«…μαζέβω τόρα όλα τα σχολικά κομουνιστικά βιβλία που γράφτηκαν και όλα τα κομουνιστικά παιδικά και θ’ αρχίσω να εχτελώ ένα παλιό μου σχέδιο: Να γράψω μια σειρά βιβλία για τα παιδιά της ερχόμενης κοινωνίας. Πρέπει νάμαστε έτοιμοι. Αργότερα θα γράψω ιστορίες με βάση τον κοινωνικό αγώνα, την επικράτηση μιας τάξης, πότε του βασιλιά, πότε των εβγενών, κλήρου, αστών, πώς δημιουργούνται και πώς καταλύονται οι πολιτισμοί και πώς πρέπει συνειδητά τόρα να θέτομε τα θεμέλια μιας νέας νίκης κι’ ενός νέου πολιτισμού. Εδώ σκέφτομαι να ιδρύσω μιάν πολεμικήν ομάδα από διάφορες εθνικότητες κι’ ένας από τους σκοπούς της θάναι να γράψουν τέτια βιβλία, καθένας ανάλογα με το λαό του και με την ίδια γενική πολεμική και δημιουργική κατέφθυση…»

«…Δεν ξέρω, για πρώτη φορά στη ζωή μου ενδιαφέρομαι για τη ράτσα μου ίσα όπως και για όλες τις άλες ράτσες. Mάλιστα αν εξετάσω βαθύτερα, οι πιο εγκάρδιοί μου σημερνοί αντιπρόσωποι του ανθρώπινου γένους είναι οι Pώσοι. Aφτοί μου φαίνονται σήμερα οι φορείς της Θεότητας. Mαθαίνω τόρα ρούσικα και θα προσπαθήσω να πάω στη Poυσία να Σου ετοιμάσω και Σένα τον ερχομό εκεί. Πρέπει να ζήσομε, όσο μπορούμε μέσα στο θείο αφτό, φριχτό και εξαίσιο χάος της Pουσίας. (…)Που πηγαίνομε; Κανένας δεν ξέρει. Μη ρωτάς, ανέβαινε! Ίσως δεν πάμε πουθενά, ίσως το ποδοκόπι της ζωής κανείς δεν το πληρώνει. Τόσο το καλήτερο! Έτσι νικούμε και τον τελεφταίο, το μεγαλήτερο πειρασμό την Ελπίδα. Πολεμούμε γιατί έτσι θέμε, χωρίς αμοιβή, δεν είμαστε μιστοφόροι. Τραγουδούμε αν και ξέρομε πως δεν υπάρχει αφτί να μας ακούσει, δουλέβομε και δεν υπάρχει αφέντης σα βραδιάσει να μας πλερόσει το μεροκάματο. Είμαστε απελπισμένοι, γαλήνιοι και λέφτεροι. Αφτός είναι ο αληθινός ηρωισμός, ο ανότατος μου φαίνεται άθλος του ανθρώπου»… (Γράμματα προς τη Γαλάτεια 1920-1924).

Έτσι κι αλλιώς ο Καζαντζάκης στην καλύτερη περίπτωση στέκονταν πάντα μακριά από τη ζωή, τους αγώνες, μα και των κινημάτων του εργαζόμενου λαού. Καθ’ όλη τη διάρκεια της φασιστικής κατοχής όντας απογοητευμένος, κατά δήλωση του, ζει απομονωμένος στην Aίγινα κάνοντας αντίσταση… δουλεύοντας πυρετωδώς. Αυτός ήταν λεύτερος άνθρωπος. Εύκαμπτος στη μέθοδο προσέγγισης διότι δε χρειάζεται απόδειξη. Έφτανε η δήλωση του.

Ο φασισμός ωστόσο δεν ήταν (δεν είναι) ένα κίνημα μόνο για φουσκωτούς καραφλούς ηλίθιους. Είναι κάτι πολύ σοβαρότερο, και με τον φασισμό συντάχτηκαν ο Μυριβήλης, ο Μοραΐτινης αναφανδόν και λίγο πιο επιφυλακτικά ο Καραγάτσης. Άνθρωποι των γραμμάτων και διανοούμενοι όλοι τους της περίφημης γενιάς του 1930 μεταβλήθηκαν σε ζηλωτές του φασισμού, με τιμητική εξαίρεση τον Κοσμά Πολίτη.

Ας μην υποτιμούμε λοιπόν τον φασισμό και τον δυναμισμό που επέδειξε τουλάχιστον σε εκείνα τα προπολεμικά χρόνια. Είχε απήχηση δια μέσου της Εκκλησίας και των μοναρχικών σε μεγάλο μέρος του λαού που πίστευε και στα δυο: Και στον θεό και στον βασιλιά. Μα κύρια ο πυρήνας της πελατείας των φασιστών εντοπίζεται στα μεσαία κοινωνικά στρώματα της υπαλληλοκρατίας που ήταν μπολιασμένα με την «μεγάλη ιδέα» τον σοβινισμό και την προγονοπληξία. Βασιλιάς και μεγάλη πατρίδα των δυο ηπείρων και των πέντε θαλασσών. Οπότε λογικό είναι και διανοούμενοι που λογίζονται για το έθνος και όχι για τα οικονομικά και κοινωνικά συστήματα να είναι εν δυνάμει ή ακόμα και προσήλυτοι υποστηριχτές του φασισμού. Και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι την εποχή εκείνη η άρχουσα τάξη ήταν μπλεγμένη σε «εμφύλιο» πόλεμο άρα ευάλωτη στους κινδύνους που περικλείει η διάσπαση της σε αντιμαχόμενες φατρίες με στρατιωτικούς μάλιστα άξονες μια και ο στρατός είχε ενεργό και καθοριστικό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις κάτι που απειλούσε την υπάρχουσα ευταξία της κοινωνίας. Άρα η ιδεολογοποίηση της κρατικής καταστολής από ηθικά εύκαμπτους διανοούμενους, ήταν επιβεβλημένη, όπως ακριβώς σήμερα.

Και αν σε ορισμένους από μας η ιστορία του τότε μας δημιουργεί συνειρμούς που σχετίζονται με το σήμερα, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η ιστορία στα όρια του ίδιου κοινωνικού συστήματος επαναλαμβάνεται είτε σαν τραγωδία είτε σαν φάρσα, ενώ σε κάθε περίπτωση η επανάληψή της αποτελεί δράμα γι’ αυτούς που καλούνται να πληρώσουν το λογαριασμό.