Καλώς ήρθες στη (δολοφονική) Μηχανή, καλή μου.

Posted on 15 Δεκεμβρίου, 2012 4:41 πμ από

20


αλιεύει η Κρότ από εδώ, χάρη στην @eta2608

«Οι ποινές να μειωθούν και να είναι ανάλογες των αδικημάτων, η θανατική ποινή να επιβάλλεται μόνο σε ενόχους που έχουν διαπράξει φόνο και τα απάνθρωπα βασανιστήρια να καταργηθούν» [1].

Κατά το δεύτερο ήμισυ του 18ου αιώνα εμφανίζονται παντού διαμαρτυρίες κατά των βασανιστηρίων: από φιλοσόφους και από θεωρητικούς του δικαίου· από νομομαθείς, από ανθρώπους του νόμου και μέλη των παρλαμέντων· από τα τετράδια παραπόνων και τους νομοθέτες των συνελεύσεων. Χρειάζονται άλλου είδους τιμωρίες: να καταργηθεί η πάλη σώμα με σώμα ανάμεσα στην εκδίκηση του ηγεμόνα και τη συγκρατημένη οργή του λαού, μέσω του βασανιζόμενου και του δήμιου. Πολύ γρήγορα το βασανιστήριο έγινε αφόρητο. Σκανδαλώδες, αν κριθεί από την πλευρά της εξουσίας, επειδή καταδεικνύει την τυραννία, την υπερβολή, τη δίψα για εκδίκηση και την «ωμή ηδονή της τιμωρίας». Επονείδιστο, αν κριθεί από την πλευρά του θύματος, που το οδηγεί στην απόγνωση και από το οποίο ζητούν να δοξάζει «τους ουρανούς και τους δικαστές του, που φαίνονται να το έχουν εγκαταλείψει». Επικίνδυνο, σε κάθε περίπτωση, λόγω της στήριξης που εξασφαλίζουν μέσω του βασανιστηρίου η βία του βασιλιά και η βία του λαού, η μία εναντίον της άλλης. Ως εάν η ανώτατη εξουσία να μην έβλεπε, σ’ αυτόν τον συναγωνισμό φρικαλεότητας, μια πρόκληση που η ίδια απευθύνει και η οποία μπορεί πραγματικά κάποια μέρα να στραφεί εναντίον της: καθώς ο λαός συνηθίζει «να βλέπει το αίμα να κυλά», μαθαίνει γρήγορα ότι «δεν μπορεί να πάρει εκδίκηση παρά μόνο με αίμα». Η αναγκαιότητα για έναν κολασμό χωρίς βασανιστήρια εκφράζεται κατ’ αρχάς ως μια επιθυμία από τα βάθη της καρδιάς ή της αγανακτισμένης φύσης: ακόμη και στον χειρότερο δολοφόνο υπάρχει κάτι που πρέπει να γίνεται σεβαστό όταν τιμωρείται, και αυτό είναι η «ανθρώπινη ιδιότητα» [2].

«17χρονος πυροβολήθηκε από αστυνομικό και υπέκυψε στα τραύματά του», έγραψαν τα μέσα ενημέρωσης. Ο Rishi Chandrikasing είναι ένας νεκρός που έχει μόνο ηλικία και φύλο, δεν έχει όνομα ούτε αιτία που είναι νεκρός.

Η σωστή διατύπωση της φράσης είναι «Ο 17χρονος Rishi Chandrikasing δολοφονήθηκε από αστυνομικό». Ήταν ένας άνθρωπος που δολοφονήθηκε από αστυνομικό με εν ψυχρώ πυροβολισμό και έχει όνομα που δεν πρέπει να επιτρέψουμε να ξεχαστεί από κανέναν. Ήταν στυγνή δολοφονία και στη θέση του θα μπορούσε να είναι οποιοσδήποτε.

Ας πάρουμε όμως τα γεγονότα από την αρχή. Μια καταγγελία για άνδρα που οπλοφορεί και απειλεί κόσμο οδήγησε την αστυνομία στον σιδηροδρομικό σταθμό Hollands Spoor της Χάγης στην Ολλανδία, τα ξημερώματα του Σαββάτου 24 Νοεμβρίου. Σύμφωνα με αυτόπτες μάρτυρες, όπως αναφέρεται στην εφημερίδα Telegraaf, τρεις αστυνομικοί, ένας εκ των οποίων με πολιτικά, μπήκαν τρέχοντας στον σταθμό με τα όπλα ανά χείρας. Ο Rishi βρισκόταν στην αποβάθρα όταν τα όργανα της τάξης τον διέταξαν να σηκώσει ψηλά τα χέρια. Το αγόρι μετακίνησε τα χέρια του προς την μέση και ένας εκ των αστυνομικών τον πυροβόλησε στον σβέρκο, τραύμα που οδήγησε στον θάνατό του αργότερα στο νοσοκομείο.

Κατά την διάρκεια του Σαββατοκύριακου, η αστυνομία πήρε καταθέσεις από μάρτυρες, οι εισαγγελείς δήλωσαν ότι έχουν φωτογραφίες, η νεκροψία ολοκληρώθηκε και δε βρέθηκε όπλο πάνω ή κοντά στο θύμα. Μια αυτόπτης μάρτυρας δήλωσε ότι ο 17χρονος είχε σηκώσει τα χέρια του αλλά ήταν ήδη αργά. Συγκεκριμένα είπε: «Ήταν σε κατάσταση σοκ όταν διαπίστωσε ότι τον κυνηγούσε η αστυνομία. Φώναξαν “Αστυνομία! Αστυνομία!” και “Στάσου!”. Πριν ο Rishi προλάβει να γυρίσει, και λίγο μετά από τη στιγμή που σήκωσε τα χέρια του, είχε πέσει ο πυροβολισμός». Η εισαγγελία, βασιζόμενη στα πρώτα αποτελέσματα της έρευνας στην οποία, μεταξύ άλλων, μελετήθηκαν εικόνες από τις κάμερες ασφαλείας, ανακοίνωσε την Τετάρτη ότι η δήλωση της αυτόπτους μάρτυρα δεν ισχύει επί της ουσίας σε ένα σημείο, αλλά δε διευκρίνισαν ποιό είναι το σημείο αυτό.

Περίπου 200 άτομα, κυρίως νεαροί, πραγματοποίησαν σιωπηλή πορεία την Κυριακή το απόγευμα, αφήνοντας λουλούδια και αναμένα κεριά στην αποβάθρα όπου σκοτώθηκε ο Rishi. Διάφοροι χρήστες κοινωνικών δικτύων δήλωσαν την οργή τους ζητώντας εκδίκηση και η Ολλανδική Ένωση Αστυνομικών δήλωσε σοκαρισμένη από αυτές τις σοβαρές απειλές. Μετά την διαμαρτυρία, ένα πλακάκι της αποβάθρας όπου γράφτηκε η φράση «ο μπάτσος θα πεθάνει, υπόσχομαι», αφαιρέθηκε από την αστυνομία. «Τέτοιες δηλώσεις περνούν τα όρια» είπε ο εκπρόσωπος Han Busker και συνέχισε επιβεβαιώνοντας ότι θα προχωρήσουν σε περαιτέρω έρευνα.

Φίλοι και άλλοι επισκέπτονται καθημερινά το σημείο στην αποβάθρα όπου με κεριά, λουλούδια, γράμματα και αναμνηστικά διατηρείται η μνήμη του Rishi· εκφράζουν προβληματισμό για την κοινωνία στην οποία ζουν και νιώθουν μουδιασμένοι από τον άδικο χαμό του. Μια φίλη του, χαρακτηριστικά, είπε: «Η αστυνομία έλαβε την κλήση για τον ένοπλο άντρα και φτάνοντας στην αποβάθρα συμπέραναν ότι ο Rishi ήταν ο ένοχος. Δεν ήξεραν αν ήταν αυτός. Και δεν ήταν. Επέστρεφε από ένα πάρτυ, νηφάλιος, και ζητούσε οδηγίες από ελεγκτή για να πάει στο σπίτι του. Ένας άντρας με πολιτικά τον διέταξε να σηκώσει τα χέρια ψηλά, τρομοκρατήθηκε και προσπάθησε να δείξει ότι είναι άοπλος. Τον πυροβόλησε στο σβέρκο χωρίς καμία προειδοποίηση! Ο αστυνομικός δεν είναι στη φυλακή, δεν έχει τεθεί καν σε διαθεσιμότητα…». Αναφέρουν επίσης ότι «αν δεν ήταν από την Ινδονησία, θα υπήρχε μεγαλύτερη αντίδραση από την κοινωνία, περισσότερη στήριξη».

Το Σάββατο 1η Δεκεμβρίου πραγματοποιήθηκε συγκέντρωση διαμαρτυρίας στην Χάγη, στην μνήμη του Rishi και κατά της αστυνομικής βίας στην οποία παρευρέθηκαν πάνω από 300 αλληλέγγυοι, οι περισσότεροι εκ των οποίων ήταν μετανάστες πρώτης ή δεύτερης γενιάς. Το απόγευμα της Δευτέρας 3 Δεκεμβρίου, φίλοι και αλληλέγγυοι προσπάθησαν να αποτρέψουν την ασφάλεια του σταθμού από το να απομακρύνει τα αναμνηστικά και να καθαρίσει τα συνθήματα. Το σκηνικό έληξε με την ασφάλεια να επιτυγχάνει το στόχο της, όταν πια είχαν αποχωρήσει οι πρώτοι. Οι φίλοι του δηλώνουν «Θέλετε να ξεχαστεί η δολοφονία του. Θα πρέπει να μας φυλακίσετε για να το καταφέρετε» [3].

Η οικογένεια του Rishi θέλει να προχωρήσει σε μήνυση, καθώς πιστεύουν ότι ο αστυνομικός μπορούσε να είχε πυροβολήσει στο πόδι αν είχε αισθανθεί απειλή και θεωρούν τον θάνατο του γιου τους δολοφονία. Δηλώνουν επίσης ότι κανείς δεν πρέπει να μένει ατιμώρητος για τον θάνατο κάποιου ανθρώπου, ακόμη κι αν είναι η αστυνομία υπαίτια για αυτόν.

Η αστυνομία δήλωσε ότι «Φυσικά τον μεγαλύτερο αντίκτυπο τον δέχεται η οικογένεια, αλλά δεν πρέπει να υποτιμούμε τον αντίκτυπο που έχει (το συμβάν) στο Σώμα, την Ασφάλεια και τους αστυνομικούς που εμπλέκονται». Εκπρόσωπος τύπου των εισαγγελικών αρχών δήλωσε στο πρακτορείο ειδήσεων ΑΝΡ ότι «δε συνηθίζεται να ανακρίνονται οι αστυνομικοί ως ύποπτοι (για τις δολοφονίες που διαπράττουν)».

Ενώ η αστυνομία δήλωσε ότι δε θα κάνει κανένα σχόλιο έως ότου ολοκληρωθεί η διερεύνηση της υπόθεσης, οι διαρροές στα ΜΜΕ ξεκίνησαν μόλις τελείωσε η πρώτη έρευνα. Αν και δεν πήρε μεγάλη έκταση, λόγω του ότι οι αντιδράσεις ήταν σχετικά περιορισμένες, κάλυψαν το γεγονός, δημοσιεύοντας άρθρα για τον πυροβολισμό και ξεκίνησαν έρευνες για το παρελθόν του θύματος, «προσπαθώντας να παρουσιάσουν το θύμα όσο το δυνατόν πιο «μαύρο» και την αστυνομία στον αντίποδα όσο πιο «λευκή» γίνεται».

Συνήθως τα καθεστωτικά μέσα, σε γεγονότα που σχετίζονται με αστυνομική βία, χρησιμοποιούν μια χαρτογραφημένη φόρμα κατασκευής (συνηθισμένη πρακτική και στην κάλυψη κινηματικών δράσεων).

Αρχικά αναφέρονται στην «κοινή γνώμη» (σιχαμερή κατασκευή ακόμη και ως έκφραση – ας θυμηθούμε και τον Pierre Bourdieu στο “L’opinion publique n’existe pas” – Η κοινή γνώμη δεν υφίσταται), ουσιαστικά απαγάγοντάς την. Δηλαδή, αποδίδουν στο υποκείμενο της βίας και στα ζητήματα που εγείρονται από τέτοια γεγονότα, βεβαιωμένα χαρακτηριστικά. Η ειρωνεία είναι πως ενώ σε πάρα πολλά άλλα ζητήματα γίνεται χρήση δημοσκοπήσεων προκειμένου να αποδοθεί αυτή η «κοινή γνώμη» (η εγκυρότητά τους και η εργαλειακή τους χρήση είναι άλλο θέμα), σε τέτοιες περιπτώσεις βίας σπάνια μπαίνουν στον «κόπο» να κάνουν το ίδιο, «να πιάσουν τον παλμό». Πιθανότατα γιατί ο βαθμός της αλαζονείας σε «μεμονωμένα» περιστατικά χτυπάει κόκκινο, και δε θεωρούν καν αναγκαίο να ακονίσουν τα ήδη συντηρητικά αντανακλαστικά της κοινωνίας. Άλλωστε, δυστυχώς, η αστυνομία ως κρατικός θεσμός, απολαμβάνει σχετικά μεγάλης αποδοχής από την αστική κοινωνία. Οπότε με φράσεις όπως «η τοπική κοινωνία αγωνιά για την αύξηση της εγκληματικότητας γύρω από το σταθμό της Χάγης», λένε τρία ψέματα μαζί. Ότι η πλειοψηφία αγωνιά, ότι η εγκληματικότητα ανθεί, και κυρίως, πως αυτό έχει σχέση με το θάνατο του παιδιού.

Το δεύτερο τροπάρι είναι η κοινωνική νόρμα. Πόσο δηλαδή διαφέρει το θύμα από τη μάζα, αναφέροντας άσχετες φαινομενικά λεπτομέρειες (από τα μαλλιά του και τα σκουλαρίκια του, μέχρι κάτι που μετέφερε κάποιος ότι είπε το θύμα πριν χ, ψ χρόνια, για έναν αστυνομικό/παπά/δάσκαλο/έγκυο γυναίκα που περνούσε το δρόμο). Επίσης, όλα τα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα παραβιάζονται κατά συρροή, με την αγαστή συνεργασία αυτού του κρατικού θεσμού που απλόχερα τα διαρρέουν, ως ανώνυμες πηγές. Όταν, δε, πρόκειται για μετανάστες, όλα γίνονται πιο εύκολα, αφού η κατασκευή επίπλαστης εικόνας γίνεται παιχνιδάκι.

Τρίτο τροπάρι είναι η νομική επίκληση. Ακόμη κι αν το θύμα αστυνομικής βίας δεν έχει ποινικό μητρώο, υπάρχει μια αόριστη «τάση παραβατικότητας» που πάντα ετεροκαθορίζεται, φυσικά από άσχετους παράγοντες (π.χ. ήταν στη συναυλία τάδε που έγιναν επεισόδια πριν 2 χρόνια, πέρασε έξω από το γήπεδο τάδε που έγιναν καταστροφές κ.λ.π). Αν υπάρχει και ποινικό μητρώο, τα πάντα γίνονται ακόμη πιο εύκολα για τους παπαγάλους των μέσων ενημέρωσης καθώς συνδέεται με ένα μαγικό τρόπο η όποια παλιότερη εγκληματική πράξη ή «παρεκκλίνουσα» συμπεριφορά του θύματος, όσο άσχετη κι αν είναι και μάλιστα με αμιγώς νομικά κριτήρια, με ένα  απόλυτα συγκεκριμένο και ανεξάρτητο περιστατικό, σαν να είναι αλληλένδετα!

Εκτενή άρθρα που αφορούν στις πρότερες καταδικαστικές αποφάσεις εις βάρος του Rishi με κατηγορίες για ληστείες, υποδηλώνοντας ή ακόμη και λέγοντας ανοιχτά, ότι ο Rishi ήταν ένας επικίνδυνος ταραχοποιός που δυνητικά θα μπορούσε να είχε βλάψει ανθρώπους, είναι το λιγότερο προκλητικά προς τη νοημοσύνη του αναγνώστη. Επιχειρήματα όπως «το θύμα ζούσε σε αναμορφωτήριο, στο οποίο υποτίθεται ότι έπρεπε να βρίσκεται την ώρα της δολοφονίας του», χρησιμοποιούνται για λόγους εντυπωσιασμού ή συγκαλυμμένης κατηγορίας. Οι δημοσιογράφοι, μάλιστα, αναρωτιούνται ρητορικά τι έκανε ο Rishi Chandrikasing στην αποβάθρα εκείνη την ώρα, ενώ έπρεπε να είχε γυρίσει πέντε ώρες νωρίτερα στο καταφύγιο· η Telegraaf λέει χαρακτηριστικά «Το τι έκανε το αγόρι εκείνη την ώρα στον δρόμο παραμένει ένα μυστήριο». Φαινομενικά, φράσεις όπως «Παρά το γεγονός ότι ο νεαρός είχε ποινικό μητρώο και ζούσε κάτω από την εποπτεία της κοινωνικής εργασίας, οι φίλοι του δηλώνουν ότι είχε γυρίσει την πλάτη του στο παρελθόν του και είχε επιστρέψει στο σχολείο», σχεδόν γέρνουν συναισθηματικά υπέρ του παιδιού (ακόμη και γλωσσικά, Παρά/οι φίλοι του). Ωστόσο η αναφορά στο ποινικό μητρώο είναι αισχρή [στα περισσότερα δικαιϊκικά συστήματα της ηπειρωτικής Ευρώπης και παράνομη αφού πρόσβαση σ’ αυτό έχει μόνο ο ποινικός δικαστής που θα κληθεί – στο μέλλον – να δικάσει, ενδεχομένως, το πρόσωπο με το ποινικό μητρώο και κανείς άλλος (για κάποιου είδους παραβατικές συμπεριφορές έχουν πρόσβαση στο ποινικό μητρώο και άλλες δημόσιες υπηρεσίας – αλλά σε ποινικό μητρώο άλλου τύπου)]. Από τη μία το ισχυρό, αλάνθαστο σύστημα τον έχει κατατάξει στους εγκληματίες («ποιός ξέρει τι κωλόπαιδο ήταν»), και από την άλλη τον υπερασπίζονται οι φίλοι («εντάξει, οι φίλοι του τι θα πούν;»). Θα είχε σημασία, στο υπάρχον ποινικό σύστημα, αν ήταν κατηγορούμενος!

Τελευταίο τροπάρι είναι οι αντιδράσεις περαστικών/αυτόπτων μαρτύρων. Σ’ αυτήν την περίπτωση έχουμε τρίπτυχο συνεργασίας εξουσιών: Η μια (αστυνομία) διαρρέει για να διαβάλλει την προσωπικότητα, η άλλη (καθεστωτικά) κατασκευάζει την εικόνα, και όταν έρχεται η τρίτη να αποφασίσει (δικαστές), τα έχει όλα έτοιμα και στρωμένα. Η Telegraafρώτησε έναν αυτόπτη μάρτυρα ο οποίος δήλωσε ότι ο Rishi Chandrikasing έμοιαζε «ένας απολύτως φυσιολογικός τύπος», αντιπαραθέτοντας στην ίδια παράγραφο τις πρότερες καταδίκες του.

Η δομική αύξηση της αστυνομικής βίας είναι εμφανής· τα μέσα ενημέρωσης και οι πολιτικοί, αντί να λαμβάνουν σοβαρά υπόψη τους  αυτά τα προειδοποιητικά σημάδια και να αναρωτιούνται για την λειτουργικότητα της αστυνομίας, καλούν επιτυχημένα την «κοινή γνώμη» να εκφράσει την συμπάθειά της προς τον αστυνομικό, φέροντας ως επιχείρημα ότι «οι αστυνομικοί βρίσκονται υπό συνεχή πίεση», θυμίζοντας επαναλαμβανόμενα πόσο επικίνδυνη και δύσκολη είναι η δουλειά του προστάτη της κοινωνίας, που μπορεί να οδηγήσει σε στιγμιαίες λανθασμένες αποφάσεις. Η συνήθης συζήτηση που έπεται των κρατικών δολοφονιών στα ΜΜΕ, είναι η ελλειπής εκπαίδευση των αστυνομικών και η κακή οργάνωση των σωμάτων, που οδηγούν σε τέτοια «ατυχήματα». Θα έπρεπε να καταλαβαίνουμε τους δύστυχους που δουλεύουν τόσο πολύ και καμιά φορά λαμβάνουν λανθασμένες αποφάσεις, αφού «όλοι άνθρωποι είμαστε και κάνουμε λάθη». Αναρωτιόμαστε όμως, πόσα είναι αυτά τα «λάθη»; Ο 17χρονος Rishi Chandrikasing έρχεται να προστεθεί σε μια μεγάλη λίστα αστυνομικής βίας, καθώς είναι η πέμπτη φορά που «έτυχε ένα τέτοιο συμβάν» – όπως η πλειοψηφία των μέσων ενημέρωσης αναφέρονται στη δολοφονία από αστυνομικό – και άνθρωπος σκοτώνεται από αστυνομικά πυρά μέσα σε έναν μόνο χρόνο [4].

Οι αστυνομικοί στην Ολλανδία επιτρέπεται να πυροβολήσουν όταν δουν όπλο και η ζωή τους (ή άλλων) είναι σε κίνδυνο. Αποτέλεσμα αυτού είναι να χαρακτηρίζονται νομικά οι περιπτώσεις αυτές ως «αυτοάμυνα». Εν προκειμένω, όπως και σε άλλες περιπτώσεις, δεν υπήρχε όπλο, ακόμη και αν τα καθεστωτικά μέσα αρχικά παραπληροφορούσαν – με κάθε τρόπο – πως υπήρχε.

Τα πολλαπλά περιστατικά αστυνομικής βίας υποδεικνύουν ότι η επιβολή της εξουσίας δεν είναι ένα μεμονωμένο περιστατικό που μπορεί να δικαιολογηθεί με την απλοποιητική λογική του άγχους και της συνθήκης απειλής. Η πρακτική της αστυνομικής βίας είναι ο κανόνας, ασχέτως των παραγόντων, τους οποίους αρέσκονται οι του καθεστώτος να προβάλουν ως πραγματικές αιτίες των κρατικών δολοφονιών που συντελλούνται.

Οι κοινωνίες μας διέπονται από σχέσεις εξουσίας, στην βάση των οποίων κρίνεται η αξία της ζωής των ανθρώπων. Στις περιπτώσεις όπου έχει υπάρξει νεκρός αστυνομικός τα ΜΜΕ (και το κράτος φυσικά) καταδικάζουν τον δολοφόνο (ανεξαρτήτως άλλων εξωτερικών παραγόντων – εδώ δεν υπάρχει το άγχος ή η κούραση ή η απειλή, σε καμία περίπτωση) και μιλάνε για την αξία της ανθρώπινης ζωής με μεγαλόσχημα λόγια. Το σύστημα είναι έτσι φτιαγμένο που η ζωή μετριέται με βάση την εγγύτητα που είχε το άτομο με τις επίσημες δομές της εξουσίας και το πόσα κουτάκια είχε συμπληρώσει στα προαπαιτούμενα για τις κοινωνικές νόρμες. Έτσι, κάποιος όπως ο Rishi, που, προφανώς θα φροντίσουν να μην καλύπτει τα προαπαιτούμενα που θα έκαναν την ζωή του να αξίζει εξίσου με του μπάτσου, δικαιολογείται να σκοτωθεί, στολίζοντας όμορφα την απαξία της ζωής του με τις δραστηριότητές του, για τις οποίες του είχε επιβληθεί τιμωρία από το ίδιο το σύστημα που τον σκότωσε. Το μόνο πράγμα που δεν ειπώνεται ξεκάθαρα είναι ότι, πίσω από τα λόγια που θυμίζουνε μαθητικές εκθέσεις, το μοναδικό λογικό συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι η ιδέα και μόνο της ύπαρξης υποθετικής απειλής  – στην πραγματικότητα: αμφισβήτησης της αυθεντίας του Νόμου και της Εξουσίας – θεωρείται ανώτερη από την ζωή κάθε «παραβατικού» ή αποκλίνοντα.

Συμπερασματικά

Ποιοί επωφελούνται από την καταπίεσή μας, από την αποδοχή της καταπίεσής μας; Τί ρόλο έχει παίξει το διαχρονικό τάισμα του θεατή με ποταμούς εικόνων και λέξεων που τοποθετούν μόνιμα τα μανιχαϊστικά δίπολα στο κέντρο, κατασκευάζοντας έναν κόσμο όπου οι καλοί πάντα φοράνε τη στολή και χρησιμοποιούν βία για να μας σώσουν λίγο πριν το τέλος, να μας λυτρώσουν, καθαγιάζοντας έτσι την βία και την επιθετικότητα του κράτους απέναντι στους «κακούς», οι οποίοι κατά βούληση μετονομάζονται και αναβαπτίζονται ατέρμονα; Γιατί σε κάθε κρατική δολοφονία η παράλογη, βάναυση απάντηση του εκπροσώπου της αστυνομίας: «οι αστυνομικοί έκαναν ό,τι καλύτερο μπορούσαν με τα μέσα που τους παρέχονται», εκλαμβάνεται ως λογικό επιχείρημα και αναμεταδίδεται από τα καθεστωτικά μέσα; Αν δολοφονούσα εν ψυχρώ έναν Rishi, έναν ανυποψίαστο 17χρονο σ’ έναν σταθμό τρένου, θα αναμεταδιδόταν ποτέ ως λογικό υπερασπιστικό επιχείρημα από τα κυρίαρχα μέσα, χωρίς να θεωρηθώ προκλητικά τρελός;

-Ναι εγώ σκότωσα τον Rishi, έκανα ό,τι καλύτερο μπορούσα με τα μέσα που είχα.

-Αθώος.

Ωστόσο, η άποψη πως φταίει η εκάστοτε κοινότητα που με την ροπή της στην εγκληματικότητα κάνει «απαραίτητη» την αστυνόμευση, η ευκολία με την οποία δικαιολογούνται βίαια εγκλήματα ως αστυνομικά «λάθη» αναπαράγει – αλλά και τρέφεται από – τη νοοτροπία του σκλάβου. Είναι διαφορετικό το να μην μπορεί να δει κάποιος/α την πραγματικότητα, να έχει αφεθεί στην άγνοια και στην επιδρομή του επελαύνοντα ολοκληρωτισμού, από το να έχει κυνικά αποδεχτεί πως υπάρχει μια κάποια μορφή τυραννίας και να επιλέγει την εκλογίκευση της αναγκαιότητάς της. Να μη διαπραγματεύεται επ’ ουδενί το «προνόμιο» να είναι μέρος της Μηχανής, να μην τον νοιάζει πώς φέρεται η Μηχανή στους άλλους, να θεωρεί αδιαπραγμάτευτο τον έλεγχο πάνω στη ζωή όλων με κάθε μέσο και τα θύματα της αστυνομικής βίας παράπλευρες απώλειες. Να γελά αρχικά με την επίκληση του οργουελικού εφιάλτη, τελικά όμως να τον αποδέχεται σε όλο του το μεγαλείο όταν πια έχει έρθει, γιατί η Μηχανή απλά Είναι.

Να βλέπει την αλήθεια, αλλά να μην τη θεωρεί πια χρήσιμη.

Ο Rishi δολοφονήθηκε. Ο Rishi ήταν άοπλος. Ο Rishi δεν ήταν αυτός που έψαχναν οι μπάτσοι. Ο Rishi δεν αντιστάθηκε. Ο Rishi έπεσε νεκρός με την απορία στα μάτια. Αλλά γιατί μου τα λες όλα αυτά; Δεν θέλω να ξέρω, δεν ξέρω τι να κάνω με την αλήθεια.

Στην καρδιά του αγώνα απέναντι στην εγκληματική αστυνομική βία και την κρατική καταπίεση πρέπει να είναι η κοινότητα, η γειτονιά, το συλλογικό. Κάθε μέλος-άνθρωπος αυτού του πυρήνα-σώματος αντίστασης να θεωρείται απαραίτητος και η απώλειά του να αντιμετωπίζεται ως αυτό που πραγματικά είναι, ένας βάρβαρος ακρωτηριασμός. Είναι καιρός η παθητική αποδοχή κρατικών δολοφονιών να μετατραπεί σε δυναμική αντίσταση απέναντι σε όλα όσα βολικά παρουσιάζονται ως δεδομένες συνθήκες, δεδομένες εξουσίες, δεδομένες πρακτικές. Αναγνωρίζοντας πως η αστυνομική βία δεν είναι ιός που επιτίθεται σε ένα υγιές σώμα, αλλά μετάσταση καρκινικού όγκου σε ένα ήδη άρρωστο σώμα, αναγνωρίζουμε πως η αστυνομία δεν μεταρρυθμίζεται. Όσο οι θεατές των δελτίων των 8 αισθάνονται άνετα με την τωρινή τους θέση στην Κρεατομηχανή, πάντα η δολοφονία ένος 17χρονου ανέμελου Rishi θα εξωραΐζεται, η ζωή του θα ευτελίζεται, πακεταρισμένη με την κορδέλα της παράπλευρης απώλειας.

Δε χρειάζεται να είναι έτσι τα πράγματα και μπορούμε να τα αλλάξουμε. Όμως, η αλήθεια αυτή τη στιγμή είναι πως οι μπάτσοι δολοφόνησαν τον Rishi και την άλλη μέρα έφαγαν στο σπίτι τους.

Sen, Evi

[1] Με αυτούς τους όρους συνοψίζει το Υπ.Δικαιοσύνης το 1789 τη γενική θέση των τετραδίων παραπόνων σε σχέση με τα βασανιστήρια. Βλ. E. Seligman, La Justice sous la Révolution, τόμ. 1, 1901, και A. Desjardin, Les Cahiers des États généraux et la justice criminelle, 1883, σ. 13-20.

[2] Michel Foucault: Surveiller et punir. Naissance de la prison, Εκδόσεις Gallimard (Ελληνική Μετάφραση: Επιτήρηση και τιμωρία – Η γέννηση της Φυλακής, Εκδόσεις Πλέθρον).

[3]Την Κυριακή 9 Δεκεμβρίου, φίλοι και αλληλέγγυοι προσπάθησαν να κάνουν επανακατάληψη του σημείου, στη μνήμη του φίλου τους. Έγιναν τρεις προσαγωγές, στη μία εκ των οποίων ο προσαχθής δέχτηκε εξαιρετικά βίαιη μεταχείριση από την αστυνομία.

[4] Mερικά παραδείγματα αστυνομικής βίας κάποια από τα οποία κατέληξαν στο θάνατο των θυμάτων:

Αύγουστος 2012: Η αστυνομία μπήκε σε σπίτι στο Apeldoorn μετά από ειδοποίηση γειτόνων για έναν άνδρα σε σύγχυση. Ο άνδρας κρατούσε μαχαίρι, ο αστυνομικός τον πυροβόλησε θανάσιμα.

Ιούνιος 2012: κυκλοφόρησε video στο internet που δείχνει μία αστυνομικό να κλωτσάει και να χτυπάει αλύπητα έναν άστεγο άνδρα χωρίς καμία αφορμή, αφού προηγουμένως τον έχει ψεκάσει με pepper spray. Στη συνέχεια του περνάει χειροπέδες, τον συλλαμβάνει καθώς αυτός κείτεται στο έδαφος από τα χτυπήματα. Η αντίδραση της κοινωνίας ήταν άμεση, αλλά το «περιστατικό» έκλεισε με τον δήμαρχο του Ρότερνταμ να δίνει λουλούδια στην αστυνομικό επειδή «τραυματίστηκε ψυχολογικά από τις αρνητικές αντιδράσεις που ήθραν ως επακόλουθο των πράξεών της»! Αξίζει να σημειωθεί ότι όταν ο Paauw έγινε αρχηγός αστυνομίας του Ρότερνταμ την 1η Οκτωβρίου του 2010, έκανε μια πολυσυζητημένη ομιλία που μπορεί πιθανώς να εξηγήσει ιδεολογικά τις ρίζες του. Δήλωσε ότι «η αστυνομία δεν είναι ο κολλητός σου». Συνέχισε προσθέτοντας «η αστυνομία πρέπει να είναι το αφεντικό στους δρόμους. Αυτό συμπεριλαμβάνει πράγματα που δεν θα έκανες στους κολλητούς σου».

Στις 26 Μάη του 2012: Αστυνομικοί επιτέθηκαν σε Ιταλό τουρίστα στο Άμστερνταμ γιατί οδηγούσε το ποδήλατό του σε αντίθετο ρεύμα.

Την ίδια μέρα: Η αστυνομία εισέβαλε σε σπίτι στη Χάγη μετά από τηλεφώνημα ενός γείτονα. Μέσα ήταν ένας άνδρας με μαχαίρι που ο αστυνομικός πυροβόλησε και σκότωσε. Ο άνδρας πριν πεθάνει πέταξε το μαχαίρι εναντίον μιας αστυνομικού και την τραυμάτησε σοβαρά.

Στις 3 Μάη του 2012: κατά τη διάρκεια τσακωμού σε καφετέρια του Amsterdam, ένας άντρας μαχαιρώνει δύο άλλους. Η αστυνομία παρεμβαίνει για να τον συλλάβει, εκείνος αντιστέκεται στη σύλληψή του και ένας απ’ τους αστυνομικούς τον σκοτώνει.

Ιούλιος 2011: Ο 22χρονος İhsan Gürzz βρέθηκε νεκρός σε κελί αστυνομικού τμήματος. Η οικογένειά του υποστήριζε ότι πέθανε λόγω ανεξέλεγκτης αστυνομικής βίας και οι αστυνομικοί πως πέθανε από καρδιακή προσβολή. Στο πρόσωπο του νεκρού ήταν ολοφάνερο ότι είχε υποστεί βαρύ ξυλοδαρμό.

Νοέμβρης 2011: Κατά τον εορτασμό του Sinter Klaas, αστυνομικοί επιτήθονται και ξυλοκοπούν ανθρώπους που φορούσαν T-Shirt με επιγραφή «Ο Μαύρος Πιτ Είναι Ρατσισμός».

Και για όσους αναρωτιούνται για το τι γίνεται στην Ελλάδα, ας μην σταθούμε στον Κορκονέα και τον Μελίστα, αλλά ας δούμε τον μακρύ κατάλογο των θυμάτων της αστυνομικής τρομοκρατίας, εδώ.

shortlink http://wp.me/p1pa1c-idq