Η «καταδίκη των άκρων», η Αριστερά και η φασιστική απειλή

Posted on 28 Σεπτεμβρίου, 2012 3:15 μμ από

47


Αναδημοσίευση από το site  Εκτός Γραμμής

 

του Παναγιώτη Σωτήρη 

Τo τελευταίο διάστημα έχει γίνει της μόδας η καταδίκη της φασιστικής Χρυσής Αυγής από εκπροσώπους των κομμάτων εξουσίας και των ιδεολογικών μηχανισμών τους. Κοινός τόπος η ανάγκη να «προστατευτεί η δημοκρατία» από «ακραίες» πρακτικές. Τίποτα δεν θα μπορούσε να είναι περισσότερο υποκριτικό. Η άνοδος του φασιστικού κινήματος αποτελεί οργανική πλευρά των μηχανισμών και των πολιτικών που οδήγησαν στη σημερινή κατάσταση.
Η άνοδος του νεοφασιστικού κινήματος δεν θα είχε υπάρξει, χωρίς την επίμονη παρουσία στο λόγο της ιστορικής κοινωνικής και πολιτικής Δεξιάς αυταρχικών αντανακλαστικών λατρείας του νόμου και της τάξης, ενισχυμένων από όλο το συνεχές νήμα του θεσμικού και ιδεολογικού αντικομμουνισμού που συνδέει τους συνεργάτες των Γερμανών, τους μετεμφυλιακούς εκτελεστές των λαϊκών αγωνιστών, τη Χούντα, τη μεταπολιτευτική αυταρχική δημοκρατία. Ειδική πλευρά του προβλήματος η συνειδητή επιλογή της ηγεσίας των κατασταλτικών μηχανισμών όχι μόνο να ανέχονται αλλά και να ενισχύουν τις ακροδεξιές αντιλήψεις μέσα στους μηχανισμούς καταστολής, με βάση την εκτίμηση ότι μόνο ένας διεστραμμένος συνδυασμός μιλιταρισμού και φασισμού μπορεί να κάνει ένα νέο να πιστέψει ότι είναι αξιοπρεπής απασχόληση ο ανηλεής ξυλοδαρμός διαδηλωτών.
Ούτε θα είχε υπάρξει η άνοδος των φασιστών, χωρίς τη συνειδητή επένδυση του πολιτικού συστήματος, προεξαρχούσης της εγχώριας σοσιαλδημοκρατίας, στην αντιμεταναστευτική υστερία και στο ρατσισμό. Όταν οι Υπουργοί μιας «υπεύθυνης» κυβέρνησης αντιμετώπιζαν τους ηρωικούς απεργούς πείνας της «Υπατίας» ως παρίες και σχεδίαζαν στρατόπεδα συγκέντρωσης, επόμενο ήταν ο μέσος φασίστας συμμορίτης να σκέφτεται ότι νομιμοποιείται να ξυλοκοπεί και να δολοφονεί μετανάστες, όπως επίσης και να πιστεύει ο κάθε λαθροεργοδότης και λαθροϊδιοκτήτης (κατεξοχήν πολιτικό ακροατήριο της Χρυσής Αυγής) ότι μπορεί να προχωρά σε πρακτικές τύπου «Μανωλάδας». Δεν είναι τυχαία, άλλωστε, η στενή σχέση του φασιστικού κινήματος με κάθε είδους πρακτικές μαφίας, «προστασίας», ξεκαθαρίσματος λογαριασμών.
Άλλωστε, όταν η απελπισία και η οργή, ιδίως τμημάτων μικροαστικών, που δεν έχουν περάσει από το σχολείο συλλογικότητας και αλληλεγγύης που είναι η μισθωτή εργασία σε μεγάλους χώρους, συναντιέται με το αποκρουστικό ίζημα αυταρχισμού, συντηρητισμού, λούμπεν «μαγκιάς» και σεξισμού που δυστυχώς υπάρχει στην ελληνική κοινωνία, τότε το αποτέλεσμα είναι ο κοινωνικός κανιβαλισμός ως κοινωνικό αντανακλαστικό που στέλνει ανθρώπους στην αγκαλιά των φασιστών.
Αλλά και δεν θα είχε υπάρξει η άνοδος του φασισμού εάν το ίδιο το πολιτικό σύστημα, σύσσωμο, δεν είχε στρατευτεί σε μια λογική «κατάστασης εξαίρεσης» και κράτους έκτακτης ανάγκης, απέναντι στην οικονομική κρίση. Τα νομοσχέδια εκατοντάδων σελίδων με ένα άρθρο, η κατάργηση εργατικών δικαιωμάτων ενός αιώνα με «πράξεις νομοθετικού περιεχομένου», η αγιοποίηση των ΜΑΤ και του κρατικού αυταρχισμού, η στοχοποίηση του «εχθρού λαού», όλα αυτά νομιμοποίησαν και νομιμοποιούν τη λατρεία του ισχυρού κράτους, που «τσακίζει τα μιάσματα», κοντολογίς ό,τι διεκδικεί η ούτως ή άλλως ανοιχτά φιλοεργοδοτική και βαθιά συστημική Χρυσή Αυγή.
Γι’ αυτό και η χειρότερη εκδοχή κυνισμού σήμερα είναι η φιλολογία για τα «δύο άκρα». Σύμφωνα με αυτή η Χρυσή Αυγή είναι η άλλη όψη των κινηματικών πρακτικών. Μάλιστα, ένας εκπρόσωπος του σύγχρονου ακαδημαϊκού δωσιλογισμού έσπευσε να αποδώσει στις «Πλατείες» την ευθύνη για την άνοδο των φασιστών. Τίποτα δεν απέχει περισσότερο από την αλήθεια: εάν δεν υπήρχαν οι «Πλατείες» και η πολιτική και ιδεολογική ριζοσπαστικοποίηση που έφεραν, τότε η ακροδεξιά θα ήταν σήμερα πιο ισχυρή, αν θυμηθούμε τον εφιαλτικό χειμώνα 2010-2011. Η θεωρία των «δύο άκρων» αλλού αποσκοπεί. Καταδικάζοντας επιλεκτικά και υποκριτικά την «ανομία» της Χρυσής Αυγής το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα θέλει να υψώσει τείχη ενός ακραίου αυταρχισμού απέναντι στην πραγματικά επικίνδυνη γι’ αυτό – και αναγκαία για την κοινωνία – «ανομία»: τη χειραφετητική «ανομία» του μαζικού κινήματος που αντιστέκεται στη «νομιμότητα» της φτώχειας, της ανεργίας, της απελπισίας. Η «επιτήρηση» της Χρυσής Αυγής θα γίνει το νομιμοποιητικό άλλοθι για την ποινικοποίηση των  διαδηλώσεων, τις αντλίες, τις πλαστικές σφαίρες, τα κοινοβουλευτικά πραξικοπήματα.
Γιατί δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι το πραγματικό «άκρο», η πραγματική ακροδεξιά είναι αυτή που μας κυβερνά: οι τοξικομανείς της κυβερνητικής εξουσίας που είναι έτοιμοι να θυσιάσουν μια κοινωνία ολόκληρη στην Τρόικα και τις Τράπεζες.
Γι’ αυτό και δεν θα πρέπει να υπάρχουν αυταπάτες. Η λογική ότι σήμερα τμήματα της ΝΔ, του ΠΑΣΟΚ ή της ΔΗΜΑΡ μπορούν σήμερα να κληθούν να αποτελέσουν τμήμα ενός αντιφασιστικού μετώπου είναι εγγενώς αλυσιτελής. Οι πολιτικές δυνάμεις που έχουν αποδεχτεί τη συνθήκη της αυταρχικής «μεταδημοκρατίας», που έχουν νομιμοποιήσει τον εξευτελισμό της λαϊκής κυριαρχίας, τα κοινοβουλευτικά πραξικοπήματα και την νεοαποικιοκρατία επιτήρηση από την Τρόικα, που συντηρούν τη λογική της «έκτακτης ανάγκης» ούτε θέλουν ούτε μπορούν να αποτελέσουν τμήμα ενός μετώπου κατά του φασισμού. Το μείγμα ακραίου νεοφιλελευθερισμού, υποτέλειας και αυταρχισμού, που αποπνέουν τα πολιτικά στελέχη των κομμάτων εξουσίας (πόσο δύσκολο μας είναι να χαρακτηρίσουμε π.χ. φασίζουσα την πρακτική του Λοβέρδου;), ή τα στελέχη του «Βήματος», των «Νέων» και της «Καθημερινής», αποδεικνύει αυτή τη θέση.  Ούτε μπορεί η αντιφασιστική πάλη να περιοριστεί σε μια «συσπείρωση γύρω από τη νομιμότητα και τον κοινοβουλευτισμό», γιατί το τίμημα θα είναι η συναίνεση της Αριστεράς σε μια συνθήκη ακόμη πιο αυταρχικής και θωρακισμένης αστικής δημοκρατίας. Όχι γιατί δεν πρέπει να αναδειχτεί ο καταφανώς έκνομος χαρακτήρας μιας συμμορίας τραμπούκων και δολοφόνων, αλλά γιατί σήμερα, ούτως ή άλλως, η «νομιμότητα» μεταλλάσσεται και γίνεται πολύ πιο αυταρχική, αστυνομική, φιλοεργοδοτική. Αλλά και γιατί σήμερα το αίτημα για «πραγματική δημοκρατία», για την εκρηκτική και καταλυτική επιστροφή του λαού στο προσκήνιο, ως της κοινωνικής συμμαχίας των υποτελών τάξεων και όχι ως αφηρημένο σύνολο «πολιτών», υπερβαίνει κατά πολύ τα ασφυκτικά όρια ενός ανάπηρου κοινοβουλευτισμού.
Στην πραγματικότητα, η Αριστερά και το εργατικό και λαϊκό κίνημα είναι που θα υψώσουν τείχος απέναντι στη φασιστική απειλή και όχι ένα ανύπαρκτο σήμερα «συνταγματικό τόξο» Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, ότι π.χ. στην Ιταλία η λογική του «συνταγματικού τόξου» οδήγησε τη ρεφορμιστική Αριστερά στη νομιμοποίηση της λιτότητας και της ακραίας κατασταλτικής λογικής στη δεκαετία του 1970
Μόνο που για να το κάνει αυτό η Αριστερά θα πρέπει να αναμετρηθεί με τις δικές της ευθύνες και τις δικές της ανεπάρκειες:
Δεν θα μπορέσει να υπάρξει πραγματική ανάσχεση της φασιστικής απειλής, εάν δεν μπορέσουμε να συμβάλουμε στην ανάκτηση της λαϊκής αυτοπεποίθησης. Εάν δεν αποκτήσουν ευρύτερα λαϊκά στρώματα την πεποίθηση ότι μπορούν να επιβιώσουν και να αλλάξουν τα πράγματα, με τις δικές τους δυνάμεις, με τους αγώνες, με την αλληλεγγύη, με την αυτοοργάνωση,  και όχι με απλή κοινοβουλευτική ανάθεση, τότε οι φασίστες θα συνεχίζουν να εκμεταλλεύονται την απελπισία.
Αν δεν μπορούμε να δείξουμε ότι με τη συλλογική δράση δεν θα μείνει κανένα νοικοκυριό χωρίς ρεύμα, κανένας εργαζόμενος χωρίς πρόσβαση έστω στη βασική περίθαλψη του κοινωνικού ιατρείου, κανένα παιδί χωρίς κολατσιό στο σχολείο, εάν δεν μπλοκάρουμε, όσο και όπως μπορούμε πλευρές των μέτρων, αν δεν φτιάξουμε το πιο πλατύ κίνημα ανυπακοής στα αυξημένα εισιτήρια, αν δεν δείξουμε ότι μπορούμε με τη αλληλεγγύη και την κοινή πάλη των γειτόνων, ντόπιων να ξένων, να διώξουμε τη μαφία από μια γειτονιά, τότε η Χρυσή Αυγή θα συνεχίσει να μεγαλώνει.
Η Αριστερά δεν έχει το δικαίωμα να εκχωρεί πλήρως στην άκρα δεξιά κάθε «εθνική» αναφορά. Η σημερινή συγκυρία, είτε το θέλουμε είτε όχι, έχει και χαρακτηριστικά εθνικής κρίσης και ταπείνωσης. Όχι με την έννοια μιας «συνωμοσίας κατά του έθνους», αλλά με την έννοια ότι η νεοαποικιοκρατική επιτήρηση μιας κοινωνίας, η ένταξη σε έναν νέο ευρωπαϊκό καταμερισμό που θέλει τον Ευρωπαϊκό Νότο ως «Ειδική Οικονομική Ζώνη», οι επικίνδυνες κινήσεις υποτελούς συμμόρφωσης προς τους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς, συνιστούν συνθήκη μειωμένης εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας την οποία οι αστικές δυνάμεις αποδέχονται, ακριβώς γιατί επιτρέπει την ακραία επίθεση στο «έθνος των εργαζομένων». Η Αριστερά πρέπει να μιλήσει για την πατρίδα ξανά, την πατρίδα όχι σαν «αίμα και φυλή», αλλά σαν την ανοιχτόκαρδη αγκαλιά που φτιάχνει σε έναν τόπο η συλλογική δράση των εργαζόμενων ανθρώπων, όποια και εάν είναι η καταγωγή, η εθνικότητα ή θρησκεία τους. Αυτή την ανάγκη κοινότητας, όχι ως φαντασιακή ταυτότητα, αλλά ως πραγματική συλλογικότητα στον κοινό αγώνα για χειραφέτηση πρέπει να την προσφέρει η Αριστερά. Η αντικαπιταλιστική κοινωνική συμμαχία που θέλουμε να φτιάξουμε, στο δρόμο για το σοσιαλισμό του 21ου αιώνα, δεν μπορεί να είναι ένα «νομαδικό πλήθος», αλλά μόνο ένας λαός, πραγματικά κυρίαρχος στον τόπο του, κύριος της μοίρας τους, οικοδόμος του δικού του μέλλοντος.
Ούτε μπορεί η πολεμική ενάντια σε όλες τις μορφές διαπλοκής και διαφθοράς να είναι υπόθεση μόνο μια δεξιάς καταγγελίας της «κλεπτοκρατίας». Προφανώς και το αίτημα της Αριστεράς δεν είναι ένας ηθικότερος καπιταλισμός, όμως ο καπιταλισμός δεν είναι μόνο απρόσωπες κοινωνικές δομές και σχέσεις είναι και υπαρκτές μορφές προκλητικής διαπλοκής πλούτου και πολιτικής εξουσίας. Ο Βουλγαράκης, η υπόθεση Τσοχατζόπουλου, η Siemens, ο χρηματισμός κομμάτων και πολιτευτών από τους «εθνικούς εργολάβους», ο εκβιασμός με βάση τον έλεγχο των διαπλεκόμενων ΜΜΕ το δείχνουν με τον καλύτερο τρόπο. Ούτε ήταν ακροδεξιά η διάθεση πίσω από την πάνδημη κραυγή «Κλέφτες!» στις Πλατείες, αλλά απόλυτα δίκαιη αγανάκτηση για το γεγονός ότι το επίσημο πολιτικό προσωπικό της χώρας, εδώ και χρόνια, συνδυάζει την πλήρη συμμόρφωση στο νεοφιλελευθερισμό με τις πρακτικές ενός εξωφρενικού ατομικού πλουτισμού.
Τέλος, η Αριστερά δεν έχει την πολυτέλεια να αποφύγει την αναμέτρηση με το γεγονός ότι ο φασισμός απαιτεί και οργανωτική απάντηση, στο δρόμο και τη γειτονιά. Απέναντι σε μια στρατιωτική λογική κατάληψης και ελέγχου περιοχών, δεν μπορούμε και δεν πρέπει να μείνουμε απαθείς. Η εκδίωξη των φασιστών από τις γειτονιές, η παρεμπόδιση της δράσης και της λειτουργίας τους, η έμπρακτη περιφρούρηση απέναντι στις προκλήσεις, με όρους μαζικού και λαϊκού κινήματος, αποτελεί σήμερα ζήτημα πρώτης γραμμής.
Στο σταυροδρόμι που είναι η ελληνική κοινωνία, σε αυτή την ολομέτωπη αντιπαράθεση για το εάν θα συνεχιστεί ο δρόμος της οπισθοδρόμησης ή θα ανοίξουν δυνατότητες χειραφέτησης, σε αυτή τη συγκυρία όπου οι κυρίαρχες δυνάμεις λένε με σαφήνεια ότι δεν υπάρχουν «κανόνες του παιχνιδιού» άλλοι από τη μέγιστη επίθεση και τον ύψιστο κυνισμό της εξουσίας, η Αριστερά δεν έχει την πολυτέλεια για αυταπάτες. Ή θα αναλάβει την ευθύνη της, ή στο κενό που θα αφήσει θα ριζώσουν ακόμη πιο αντιδραστικές λύσεις.