Κύριε Μάνο

Posted on 17 Σεπτεμβρίου, 2012 11:35 μμ από

8


Ήταν ένα παιδικό καλοκαίρι. Κρατούσε τρεις μήνες. Μετά τη θάλασσα θα ακολουθούσε το χωριό. Το σπίτι των παππούδων ήταν μικρό, πέτρινο, με τρία δωμάτια και ένα κατώι, με πέντε σκαλιά που ανέβαιναν στο πλατύσκαλο που ήταν σαν μικρή βεράντα, χώραγε την καρέκλα που καθόταν πάντα η γιαγιά και μας περίμενε. Αλλά ο κήπος ήταν τεράστιος, ήταν μπροστά από το σπίτι, πίσω από το σπίτι, δεξιά, αριστερά, με το μποστάνι του, τις πεζούλες, το κυπαρίσσι, τη συκιά, την αμυγδαλιά, και το μεγάλο κρεβάτι που ξαπλώναμε στους ίσκιους τα μεσημέρια και ακούγαμε τον μέρμηγκα, μας έπαιρνε απ’ το χέρι, εμείς ήμασταν τα μικρά μερμηγκάκια που εν δυο δεν θα προσκυνούσαμε ποτέ. Και μετά φεύγαμε τρέχοντας γιατί πάντα θα υπήρχε ο γάιδαρος για να τον ταΐσουμε μεγάλα φύλα από την καρυά, ή καινούρια κατσικάκια για να τρέξουμε παρέα μέχρι το τέλος της αυλής που ήταν πολύ μακριά, ολόκληρο ταξίδι, εξερεύνηση ή το μοναδικό κριάρι για να μετατραπεί σε παντοδύναμο τέρας που μόνο εμείς ξέραμε να αντιμετωπίσουμε.

Στο αυτοκίνητο πάντα έπαιζε μουσική. Θα φτάναμε γρήγορα στη λωρίδα γης που χώριζε τη θάλασσα από τη λιμνοθάλασσα και θα μου φαινόταν τόσο τετριμμένη και βαρετή η εικόνα μέχρι να καταλάβω πως αυτό το όριο ήταν όλη η ομορφιά. Ακόμα δεν είχα φτιάξει τα εργαλεία για να ερμηνεύσω τι ήταν αυτή η ελεύθερη αγκαλιά που μου φαινόταν τόσο συναρπαστική, αλλά το τραγούδι με τη γύφτισσα που τον εβύζαξε και γι΄αυτό είχε φτερά έκανε τη σπονδυλική στήλη να ανασηκώνεται για να πετάξει. Και ξέρω πως δεν υπάρχουν λέξεις για να σου μιλήσω γι’ αυτό το τραγούδι που είναι σαν να με έφτιαξε έτσι. Αλλά όσο το σκέφτομαι, χωρίς να χρειάζεται να βρω κάποια βαθιά σοφία να εξιστορήσω, μου φαίνεται απολύτως φυσικό ένα παιδί να χαμογελάει όταν ακούει γι΄αυτόν που “ξέχασε το όνομά του και ξεπέρασε τα σύνορα και τον επείραξε ο έρωτας και γι’ αυτό όλο γελά”, τη στιγμή που τον ρυθμό κρατά ένα ντέφι και το αυτοκίνητο πετάει πάνω απ’ τα νερά.

Κι αργότερα, μετά από τις χιλιάδες φορές που έβαζε την κασέτα να ξαναπαίξει μέχρι να λιώσει και τραγουδούσαμε “δεν θα περάσει ο φασισμός”, εκεί, στην ξεσκέπαστη καρότσα του τζιπ, φωνάζοντας δυνατά για να ξεπεράσουμε τον θόρυβο του αέρα στα αυτιά μας, πιασμένα από όπου μπορούσαμε, στον αγροτικό δρόμο μέσα στα έλατα, εξάχρονα, εφτάχρονα, δεκάχρονα σκαρφαλωμένα στα κατσάβραχα ψάχνοντας να βρουν εκείνη την πηγή που έδινε νερό στη δεξαμενή που υδροδοτούσε όλο το χωριό, αποφάσισα να μεγαλώσω και να μην μου φτάνει πια το ακορντεόν.

Και να έρθει η στιγμή που έπρεπε να οργανώσουμε εμείς πλέον πως θα γιορτάζουμε τις ημέρες του χρόνου, σοβαροί και γεμάτοι ιδέες να πραγματοποιήσουμε, επιλέγοντας στις γιορτές μας να παίζουμε, έφηβοι πλέον, με κιθάρες και ακατέργαστες φωνές, το τραγούδι για τον άνθρωπο στη φωτογραφία ή να χαμογελάμε ψελλίζοντας γι΄αυτούς που δεν ‘μάθαν τι είπε ο Μαρξ. Κι εκεί, ακόμα πιο πολύ, ακόμα πιο βαθιά, να πιστεύω πως η πρώτη Μαΐου είναι το τραγούδι του μέλλοντος μας, όταν θα ξεκινάμε απ’ τη δική μας Βαστίλη και θα σε ψάχνω στον δρόμο. Και στην πορεία των ημερών να αλλάζει πάλι η διάθεση και να περνάω, κοιτάζοντας τους γύρω μου αφ’ υψηλού με την φλογερή ορμή της τρομερής εκείνης ηλικίας, στους δρόμους της τζαζ που όμως κάπως μου θύμιζαν τον γέρο νέγρο Τζιμ που παλιότερα κρυβόταν και μου χαμογελούσε κάπου απ’ τις γωνίες του παιδικού δωματίου όταν ανακάλυπτα μέσα απ’ τα βιβλία πως πρέπει να σηκώνεις, όπως λένε στις σελίδες οι συγγραφείς, το κεφάλι στην αδικία. Αλλά τότε δεν ήταν η στιγμή να το παραδεχτώ πως διάβαζα τα βιβλία κρυφά ενώ έπρεπε να κοιμάμαι γιατί την άλλη μέρα είχε σχολείο και πως καταλάβαινα από τότε που θα με οδηγούσε το τραγούδι της τρομπέτας που ούρλιαζε πιο δυνατά, αλλά ήμουν έφηβη και στην εφηβεία έχεις υπάρξει μόνο μεγάλη, ποτέ παιδί του δημοτικού, με τα βιβλία και μια σοκολάτα κάτω απ’ τα σκεπάσματα.

Βουτώντας λοιπόν στο σκοτάδι της εφηβείας που ήξερε πως έπρεπε να γκρεμίσει αυτόν τον κόσμο, πρέπει να σου εκμυστηρευτώ πως όλα γυρίζανε τα βράδια γύρω από μια κασέτα. Τη μέρα μπορεί το πικάπ να έπαιζε τις παραμορφωμένες κιθάρες, να ήταν όλοι σκληροί και αποφασισμένοι, αλλά τα βράδια μιλούσε ο Κερέμ, που ήταν ήδη παλιός γνωστός μου από τότε που τον λέγαν Ντάνκο και κρατούσε στα χέρια του τη φλογερή του καρδιά και πίσω του κρυβόταν ο Γκόργκι. Αλλά τώρα μου μιλούσε για την Ινσταμπούλ, για τη φυλακή και συλλογιόταν εκείνη. Τον λέγαν Ναζίμ και έγραφε ποιήματα. Και δεν θα ξεπεράσω ποτέ εκείνη την πρώτη ακρόαση, που δεν θυμάμαι πότε ήταν ακριβώς, αλλά ήταν κάπου στα δεκαεφτά και όλα γύρω ήταν μόνο ο έρωτας που καταβρόχθιζε και το τελευταίο οξυγόνο της ατμόσφαιρας κι εγώ άκουγα την κιθάρα στην κασέτα και προσπαθούσα να μάθω τους στίχους.

Αν με τη μεσολάβηση
Του καινούριου του παραγγελιοδόχου
Η πολιτεία μου η Ινσταμπούλ
Μού’στελνε ένα κουτί
Από κυπαροσόξυλο
Κουτί νυφιάτικο
Κι αν τ’άνοιγα έτσι
Κάνοντας να κουδουνίζει
το μικρό καμπανάκι της κλειδαριάς
Να δυο τόπια υφάσματα
Δυο ζευγάρια πουκάμισα
Άσπρα μαντήλια κεντημένα
Με κλωστή ασημένια
Άνθη λεβάντας
Μέσα σε μικρά τούλινα σακουλάκια
Κι εσύ
Αν έβγαινες κι εσύ μέσα από εκεί
Θα σ’ έβαζα να κάτσεις
Άκρη άκρη στο κρεβάτι μου
Θα’βαζα κάτου απ’τα πόδια σου
Το λυκίσιο μου το δέρμα
Και θα’μενα μπροστά σου
Με τα χέρια μου δεμένα
Και σκυμμένο το κεφάλι
Θα σε κοιτούσα τότες τι χαρά
Θα σε κοιτούσα μαγεμένος
Πόσο όμορφη είσαι Θεέ μου
Αχ πόσο όμορφη
Ο αγέρας και το νερό της Ινσταμπούλ
Μες στο χαμόγελό σου
Όλη η ηδονή της πολιτείας μου
Μες στο βλέμμα σου

Μετά μεγάλωσα στ’ αλήθεια. Δεν το κατάλαβα αμέσως, αλλά γύρω τα τραγούδια ακουγόταν όλο και πιο συχνά, γινόταν συνήθεια και περνούσαν απαρατήρητα. Είχαμε χιλιοτραγουδήσει το “όλα σε θυμίζουν” και στους πραγματικούς χωρισμούς δεν ήθελες πια να τραγουδάς τίποτα. Το ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας είχε ταλαιπωρηθεί τόσο όταν το γρατζούνιζες στο καινούριο μπαγλαμαδάκι την εποχή που βουτάγατε όλοι στην νοσταλγία του ρεμπέτικου, που έπρεπε να έρθει η συγκεκριμένη στιγμή για να ξαναδείς την ταινία και να καταλάβεις γιατί σε στοιχειώνει το γέλιο της. Άνθρωποι χανόταν, άνθρωποι γεννιόταν και έπρεπε να μεγαλώσεις κι άλλο ακόμα για να ακούς τα παιδικά τραγούδια και να μην θες να παραδεχτείς πως δεν είναι η φωνή της Τσανακλίδου, αλλά όπως έχεις καταλάβει είναι η αγάπη που σου πιέζει σα μέγγενη το στήθος, γιατί όλο σου ζητάει να δώσεις και πάλι δεν υπάρχουν αρκετές λέξεις και θέλεις να ξαναδείς τα σύννεφα “θεώρατους πανσέδες” και να μην υπάρχει άλλη απώλεια να σκεφτείς. Μόνο να ψάχνεις για άλλη μια φορά τον γύρο του θανάτου.

Και τώρα… και τώρα κύριε Μάνο, μπορώ χωρίς να σε ξέρω να βρίσκω το θράσος να σου λέω πως τόσα χρόνια μετά δε λέει να φύγει απ’ το μυαλό μου η φράση που είχα διαβάσει σ΄εκείνο το βιβλίο τότε, που ήμουν ακόμα παιδί. “Ο χρόνος δεν περνάει, ο χρόνος στέκεται, εμείς περνάμε”. Κάπως έτσι είναι γραμμένο, δεν έχει πια τόση σημασία αν είναι ακριβώς αυτή η σειρά των λέξεων. Που λες, περνάμε, διαλύουμε με τα χέρια μας και ξαναφτιάχνουμε καθέ μέρα, απ’ τα απομεινάρια, ότι μπορούμε απ’ τις ζωές μας και κοιτάζουμε προς το μέλλον μέσα απ’ τα μάτια γεννημένων και αγέννητων παιδιών που δεν ξέρουν ακόμα τίποτα, αλλά θα τραγουδήσουν μια μέρα για τον σοφό μέρμηγκα που δεν θ’ ακολουθήσουν και θα μας κοιτάξουν με τη ανελέητη λάμψη της ανυπακοής. Αλλάζουν κύριε Μάνο οι άνθρωποι, περνάνε δίπλα σου , προσπερνάνε και ψάχνουν να βρουν τις σιγουριές τους, τα στηρίγματά τους, τα λιμάνια τους, σταματούν ν’ αναρωτιούνται φωναχτά γιατί αγάπησαν την πικροθάλασσα και κατεβάζουν τα παραπονεμένα μάτια, ριζώνουν σε μια αυλή με δέντρα για να βρουν σκιά ενώ γύρω απλώνεται ο παραλογισμός, αλλά ο χρόνος δεν περνάει. Εμείς περνάμε. Και ψάχνουμε. Διαρκώς. Μες στ’ ανθρωπομάρκετ. Αλλάζοντας χρώματα. Γελαστοί. Και μιλάμε με την ιστορία.

Και πόσα τραγούδια ακόμα δεν χωράνε εδώ  κύριε Μάνο,  και πόσα βιβλία, και πόσοι άνθρωποι, αλλά καταλαβαίνεις τι θέλω να πω…

υ.γ.

Μυρσίνη, δεν μπόρεσα ν’ αντισταθώ σ’ αυτή τη φωτογραφία

Με την αγάπη μου

J.U.

———————————————————-

Σήμερα κλείνουν τριάντα χρόνια από τον θάνατο του Μάνου Λοΐζου. Πολλοί φίλοι έχουν πολλές και διαφορετικές αναμνήσεις συνδεδεμένες με τη μουσική του. Εγώ έχω την παιδική μου ηλικία.

http://wp.me/p1pa1c-hM7

Ετικέτα: