Ακροδεξιές πρακτικές ως απάντηση στον κομμουνιστικό κίνδυνο

Posted on 5 Σεπτεμβρίου, 2012 2:03 μμ από

47


του Κώστα Παλούκη*

Την περίοδο του μεσοπολέμου ο αντικομμουνισμός εγείρεται ως ένας κοινός ιδεολογικός παρανομαστής όλων σχεδόν των κομμάτων και των ιδεολογικών ρευμάτων του ελληνικού αστικού κόσμου. Ο ελληνικός εθνικισμός μεταμορφώνεται και αποκτά νέο περιεχόμενο. Ο λόγος περί εθνοφυλετικού εχθρού, εξωτερικού ή εσωτερικού, με αποκλειστικό σκοπό την επιβουλή του ελληνικού έθνους που τις προηγούμενες δεκαετίες εστιαζόταν αποκλειστικά στα αντίπαλα έθνη ή τις μειονότητες εξελίσσεται και προσαρμόζεται στις νέες συνθήκες. Ο κομμμουνισμός ως νέος εσωτερικός εχθρός είτε προσλαμβάνεται με όρους καθαρά κοινωνικούς είτε με προσαρμοσμένα τα παραδοσιακά εθνοφυλετικά εργαλεία. Για παράδειγμα ο παραδοσιακός αντισλαβισμός εξελίσσεται σε αντι-ρωσισμό – αντιμπολσεβικισμό πληρωμένοι πράκτορες του οποίου θεωρούνται στην Ελλάδα οι κομμουνιστές. Χαρακτηριστικό είναι το άρθρο του Νικόλαου Λεβίδη το οποίο παρουσιάζει την Ρωσία ως αντιπρόσωπο του πανσλαβισμού «κατά του Ελληνισμού κατά τους αγώνας του 1821» ή άλλο άρθρο που χαρακτηρίζει το Μακεδονικό Κομιτάτο σαν όργανο της Μόσχας.[56] Έτσι πέρα από τον Εθνικό Διχασμό, που επανεμφανίζεται στα μέσα της δεκαετίας του 1930, ο Ταξικός Διχασμός συνιστούσε μια άλλη σημαντική τομή της μεσοπολεμικής κοινωνίας. Η πλειονότητα των αστικών οπτικών αναγνώριζαν το κοινωνικό ζήτημα σαν ένα σημαντικό εθνικό πρόβλημα την διάσωση του αστικού καθεστώτος υποστηρίζοντας σαν επιτακτική την προσπάθεια ενσωμάτωσης της εργατικής τάξης στον εθνικό κορμό.

Σε αυτήν την κατεύθυνση από τη μία τα κεντροαριστερά κόμματα κινήθηκαν με επικεντρώνοντας κυρίως στις εργατικές μεταρρυθμίσεις, όπως ο Παπαναστασίου και τα διάφορα Αγροτικά Κόμματα. Και στους δύο ο αντικομμουνισμός εκφραζόταν σε αντίθεση με τον φασισμό και γενικότερα τις αυταρχικές πολιτικές. Πίστευαν πως η επέκταση των δημοκρατικών και κοινωνικών δομών θα νικήσουν τον κομμουνισμό. Οι εφημερίδες τους μπορεί να παρασύρονταν από κάποιες εξάρσεις αντικομμουνισμού αναπαράγοντας μοτίβα και σενάρια συνωμοσίας που παρήγαγε η αστυνομία, αλλά σε γενικές γραμμές διατηρούσαν ένα κριτήριο για τα δημοκρατικά και κοινωνικά δικαιώματα (βλ. εφημ. Εφημερίς των Βαλκανίων και Ελεύθερος Άνθρωπος).
Στην ίδια κατεύθυνση θεωρητικά, αλλά στηρίζοντας στην πράξη αρκετά αντεργατικά μέτρα και με αρκετή δόση καταστολής, αυταρχισμού και αιματηρής αντεργατικής βίας κινήθηκε και το βενιζελικό κέντρο. Ο Βενιζέλος θέσπιζε μια σειρά θεσμικά αντικομμουνιστικά μέτρα που μετέτρεψαν την κοινοβουλευτική δημοκρατία σε ένα βίαιο κατασταλτικό καθεστώς, ενώ φλέρταρε από τη μία με κορπορατίστικα ιδεώδη ιδρύοντας την Γερουσία και από την άλλη με ένα είδος προεδρικής δικτατορίας. Σε μία εποχή που οι προσωποκεντρικές αυταρχικές δομές ενισχύονταν διεθνώς στην δεξιά και την αριστερά είτε με τη μορφή του φασισμού είτε με την μορφή της σταλινικής αντεπανάστασης, το φιλελεύθερο κέντρο αναζητούσε παρόμοιες λύσεις. Θα έλεγε κανείς πως η ελληνική Β΄ Δημοκρατία ακολουθούσε πιστά την πορεία της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης και ότι ο Βενιζέλος εφάρμοσε μια πολιτική τύπου Μπρύνιγκ.

Την δεκαετία του 1930 ο διάχυτος στο βενιζελικό στρατόπεδο αντισημιτισμός οδήγησε τμήμα της προσφυγικής βάσης του να συγκροτήσουν ακροδεξιές ομάδες με μιλιταριστικά χαρακτηριστικά, όπως τα 3Ε και τους Χαλυβδόκρανους, αντιγράφοντας τα κεντροευρωπαϊκά φασιστικά πρότυπα. Αυτές οι ομάδες συγκρούονταν στο δρόμο με τους κομμουνιστές του ΚΚΕ και της ΚΟΜΛΕΑ (Αρχειομαρξιστές), ενώ οργάνωσαν το πογκρόμ εναντίον των εβραίων στην Θεσσαλονίκη. Εκεί τμήματα του βενιζελισμού φλερτάρουν ανοιχτά με τον φασισμό. Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι η εφημερίδα Μακεδονία η οποία πρωταγωνιστεί στο αντι-εβραϊκό και αντικομμουνιστικό μένος στην Θεσσαλονίκη και βαρύνεται σε μεγάλο βαθμό για το πογκρόμ του 1932. Η διοίκηση της εφημερίδας θα καταδικαστεί μάλιστα ως υπεύθυνη για την υποκίνηση των αντισημιτικών δράσεων. Συγκεκριμένα προβάλλει, στηρίζει και προτάσσει ως αναγκαία εθνική απάντηση απέναντι στο κομμουνισμό τις ομάδες των Χαλυβδόκρανων, των 3Ε και άλλες ομάδες, όπως η Αντικομμουνιστική Παράταξις Μακεδονίας – Θράκης. Ήδη από το 1931 ρητά ζητά να αντιγραφούν και να εφαρμοστούν ως επιτυχημένες οι πρακτικές του Χίτλερ στην Ελλάδα.[57] Στην Αθήνα αντίστοιχο ανοιχτό φιλοφασιστικό λόγο χρησιμοποιεί η προερχόμενη από τον βενιζελικό χώρο εφημερίδα Εστία.

Στο αντιβενιζελικό στρατόπεδο ο ενισχυμένος αντικομμουνισμός καθιστούσε το φασιστικό πρότυπο δράσης εξίσου ελκυστικό μοντέλο. Η εφημερίδα Ελληνική αναλαμβάνει για το Αθηναϊκό κοινό τον ρόλο της εφημερίδας Μακεδονίας. Προβάλλει τις φασιστικές ομάδες των 3Ε και του Εθνικού Παμφοιτητικού Συλλόγου, δημοσιεύει τις προκηρύξεις τους και επικροτεί τις πρακτικές και τις κινήσεις τους ενάντια σε άθεους και κομμουνιστές και γενικά εναντίον του καθεστώτος της «φαυλότητας». Αναπαράγει τα συνομοσιολογικά σχέδια για την δράση της Γκε-πε-Ου στην Ελλάδα και τον αντεθνικό ρόλο των μελών του ΚΚΕ ως όργανά της. Η εφημερίδα θα πρωτοστατήσει τον Αύγουστο του 1931 στην διαμόρφωση κλίματος πογκρόμ εναντίον των κομμουνιστών με αφορμή τον φόνο ενός αστυνομικού από τον κομμουνιστή Μιχάλη Μπεζεντάκο. Η Ελληνική δημοσιεύει τότε προκηρύξεις της 3Ε και παράλληλα ζητά μια άκαμπτη δικτατορία που θα λειτουργεί εκδικητικά, θα φονεύει κάθε κομμουνιστή ο οποίος σηκώνει όπλο και διαταράσσει την τάξη, ενώ θα θεσπίσει το λυντσάρισμα των κομμουνιστών ως δικαίωμα των πολιτών και ως καθήκον των οργάνων του κράτους. Αν το κράτος δεν το κάνει, τότε η εφημερίδα θεωρεί πως «ημείς οι πολίται, ηγουμένων των εθνικιστών, θ’ αναλάβωμεν τον αγώναν υψώνοντας ως αρχήν μας και ως σύμβολόν μας το «οδόντα αντί οδόντος». Υποστηρίζει την άμεση σύσταση εθνικού δικαστηρίου που θα τουφεκίζει επί τόπου τους συλλαμβανόμενους κομμουνιστές.[58]

Ανάμεσα στους πολιτικούς της εποχής υπήρχαν και στα δύο στρατόπεδα προσωπικότητες οι οποίοι εμπνέονταν από τον φασισμό. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος επιχειρούσε με την διαταξική Γερουσία να αντιγράψει το κορπορατιστικό μοντέλο του Μεταξά σε πιο δημοκρατική βάση. Ο Γεώργιος Κονδύλης εμπνεόταν από το πρότυπο της φασιστικής Ιταλίας και εξάγγειλε μια ειρηνική επανάσταση, ενώ ο ίδιος σχεδίαζε μια δικτατορία. Αντίστοιχα ο Ιωάννης Μεταξάς διατύπωνε ανοιχτά το φιλοφασιστικό προσανατολισμό του, όπως και οι Τζον Θεοτόκης και Γεώργιος Μερκούρης. Σε κάθε περίπτωση ισχύει αυτό που υποστηρίζει ο Σπύρος Μαρκέτος πως οι φασιστικές ιδέες είχαν εξαπλωθεί στην Ελλάδα ως τα μέσα του 1933, όχι μόνο μεταξύ των μικροαστικών και των περιθωριακών στοιχείων αλλά και μεταξύ αστικών μερίδων, ιδιαίτερα εκείνων των ομάδων που έλεγχαν τα μέσα ενημέρωσης και των πολιτικών που ασκούσαν την εξουσία.

Στην Ελλάδα οι «δημοκρατικοί» οργανώνουν πραξικόπημα και οι «φιλοφασίστες» δημοκρατική εξέγερση
Συνεπώς, συνιστά ερώτημα το εάν επέδρασε άμεσα ή όχι στο ελληνικό πολιτικό σκηνικό η άνοδος του Γερμανικού Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος στην εξουσία, παροτι θεωρητικά η εγκαθίδρυση μιας δικτατορίας και η μίμηση του φασισμού αποτελούσε σταθερό μοτίβο. Σε κάθε περίπτωση η ίδρυση του «Ελληνικού Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος» του Γεωργίου Μερκούρη τον Φλεβάρη του 1932, αμέσως δηλαδή την πρώτη καγκελαρία του Χίτλερ, δείχνει μια μικρή επίδραση. Ο Μερκούρης γιος του Δημάρχου Αθηναίων, Σπύρου Μερκούρη, ήταν στέλεχος του Λαϊκού Κόμματος, από το οποίο απεχώρησε το 1933. Οι εφημερίδες Ακρόπολις και Ελληνική παρουσιάζουν με θετικό τρόπο το νέο κόμμα το οποίο όμως στο πρόγραμμά του δε φαίνεται να υποστηρίζει ριζοσπαστικές λύσεις ανάλογες με εκείνες των Ναζί, αλλά μάλλον κινείται στα παραδοσιακά ιδεολογικά πλαίσια του Αντιβενιζελισμού και του αντικομμουνισμού.[59] Αλλά μάλλον χρειάζεται μια πιο προσεκτική μελέτη της συγκυρίας για να μπορέσουμε να απαντήσουμε στο αρχικό ερώτημα.

Ο Βενιζέλος σχεδιάζοντας συνταγματική μεταρρύθμιση με την παροχή δικτατορικών εξουσιών στον πρόεδρο της Δημοκρατίας προκηρύσσει εκλογές για τις 6 Μάρτη, μια ημέρα ακριβώς μετά από τις γερμανικές εκλογές. Ο αντιβενιζελικός τύπος τοποθετείται εχθρικά απέναντι στα σχέδιά του, αλλά και γενικά παράγει έναν λόγο υπεράσπισης της δημοκρατικής και συνταγματικής κοινοβουλευτικής τάξης. Ο Βενιζέλος παρουσιάζεται στην εφημερίδα Ελληνική σαν «βιαστής του συντάγματος του οποίου ο πατριωτισμός των Ελλήνων είνε φρουρός». Έτσι το Λαϊκό Κόμμα δηλώνει ότι «θα προσασπίση το δημοκρατικόν σύνταγμα εναντίον πάσης πραξικοπηματικής ενέργειας του Ελ. Βενιζέλου μετερχόμενο προς τουτο εν ανάγκη και μέσα αντεπαναστατικά». Ο αρχηγός του κόμματος Παναγιώτης Τσαλδάρης, αλλά και ο Ιωάννης Μεταξάς, δηλώνουν πως θα διδάξουν «εις τους παλαιοδημοκρατικούς να σέβωνται τον κοινοβουλευτισμόν». Έτσι η «φασίζουσα» σε άλλες περιπτώσεις Ελληνική παρουσιάζεται να χαιρετίζει την στάση του ηγέτη του Λαϊκού Κόμματος να υπερασπίζεται το δημοκρατικό πολίτευμα και συντάσσεται με την διακήρυξή του να «τεθή επικεφαλής αντεπαναστάσεως κατά παντός όστις θα επιχειρήσει βιασμόν της ελληνικής δημοκρατίας».[60]
Στην πορεία προς τις εκλογές ξεσπάει στα μέσα του Φεβρουαρίου απεργιακό κύμα στην Θεσσαλονίκη το οποίο καταστέλλεται βιαίως από τις βενιζελικές αρχές με πολλούς νεκρούς. «Η Θεσσαλονίκη μετεβλήθη χθες εις πεδίον της μάχης», καθώς έλαβε χώρα «πολύνεκρος συμπλοκή εργατών και χωροφυλακής» γράφει η Ελληνική,[61] ενώ ο Βενιζέλος χαρακτηρίζεται από την ίδια εφημερίδα ως «ο δράκων του αίματος», ενώ αναφέρεται στις «σφαγές των εργατών της Θεσσαλονίκης».[62] Την ίδια στιγμή ο βενιζελικός τύπος χρεώνει την σφαγή στους κομμουνιστές, εντείνει τις αντικομμουνιστικές κορώνες και βέβαια τονίζει τον αντικομμουνιστικό κίνδυνο, ενώ ο αντιβενιζελικός τύπος φαίνεται να υπερασπίζεται τους κομμουνιστές.

Στις εκλογές της 6ης Μαρτίου 1933 νικήτρια αναδείχτηκε η αντιβενιζελική «Ηνωμένη Αντιπολίτευσις» και ο Πλαστήρας με πραξικόπημα προσπάθησε να αποτρέψει την πολιτική μεταβολή. Ο Πλαστήρας κατέλαβε το υπουργείο Στρατιωτικών και στρατιωτικά αποσπάσματα κατέλαβαν τα κυριώτερα δημόσια κτίρια, ενώ ομάδες εφίππων διέσχιζαν τα πιο κεντρικά σημεία της πόλης, ενώ σε κομβικά σημεία τοποθετήθηκαν θωρακισμένα οχήματα. Η φήμη για «κίνημα» κυκλοφόρησε σε όλη την Αθήνα με αποτέλεσμα πλήθος κόσμου να τρέχει προς το κέντρο και χιλιάδες να συγκεντρωθούν σε Πανεπιστημίου, Σταδίου και Ακαδημίας. Η επιβεβαίωση της φήμης προκάλεσε αντιδράσεις. Η αστυνομία και οι στρατιωτικοί λόχοι προσπάθησαν να διαλύσει το πλήθος με κλομπ, πυροβολισμούς και αντλίες. Όμως το πλήθος δε διαλυόταν. Τα ανοιχτά μαγαζιά έκλεισαν και συγκεντρώθηκεμεγαλύτερο πλήθος. Ο Τσαλδάρης μίλησε στο συγκεντρωμένο λαό καλώντας σε ψυχραιμία και διάλυση. Το απόγευμα όμως το πλήθος έφτασε τις 100.000. Οι πραξικοπηματίες αδυνατώντας να αντιμετωπίσουν την κατάσταση παρέδωσαν την εξουσία στον Τσαλδάρη και τα στρατιωτικά αποσπάσματα άρχισαν να αποχωρούν. Κυκλοφόρησε η φήμη της σύλληψης του Πλαστήρα και μεγάλο κομμάτι του πλήθους έφτασε έξω από το Τμήμα Ειδικής Ασφάλειας με σκοπό να τον λιντσάρουν. Τότε μέσα από το κτίριο οι αστυνομικοί άρχισαν να πυροβολούν διαλύοντας το πλήθος το οποίο όμως ανασυγκροτήθηκε στην Ομόνοια συνεχίζοντας τις διαδηλώσεις. Κάτω από την πίεση συγκεντρωμένου πλήθους ο Τσαλδάρης διόρισε φρούραρχο τον στρατηγό Ματάλα, ενώ Διευθυντή της Γενικής Ασφάλειας τον Πολυχρονόπουλο. Το βράδυ οι «λαϊκοί» οργάνωσαν νέα συγκέντρωση στην οποία μίλησε ο Κοντζιάς χρησιμοποιώντας επαναστατική ρητορική. Τελικά, δημιουργήθηκε μια «προσωρινή κυβέρνηση» με πρωθυπουργό τον στρατηγό Οθωναίο η οποία έγινε αποδεκτή από το Λαϊκό Κόμμα.

Στις 1 Μαρτίου 1933 η εφημερίδα Ελληνική προβλέπει «οριστικήν εγκαθίδρυσιν δικτατορίας εις Γερμανίαν», ενώ αναφέρεται στον λυσσώδη αγώνα του Χίτλερ δια την συντριβή του κομμουνισμού»[63]. Στις 3 Μαρτίου δημοσιεύει άρθρο εναντίον του Χίτλερ με τίτλο «ο Σωτήρ που δε σώζει» με κύριο στοιχείο κριτικής την ένταση του αυταρχισμού και την κατάλυση της δημοκρατίας για την αντιμετώπιση του κομμουνισμού.

Δυό μέρες αργότερα δημοσιεύει άρθρο που καταγγέλλει βενιζελικούς μπράβους να εξαπολύουν «άγριαν τρομοκρατίαν πανταχού».[64] Στις 7 Μαρτίου μια ημέρα μετά το πραξικόπημα το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας Ελληνική έγραφε: «ο δολοφόνος Πλαστρήρας αιματοκύλισε χθες τας Αθήνας, τανκς και πολυβόλα εσκόρπισαν τον θάνατον εις τας οδούς». Ο υπότιτλος συνεχίζει: «μαινόμενος ο λαός κατά των κακούργων προέταξε τα στήθη κραυγάζων: Ζήτω η Ελευθερία, διαδηλώσεις με σανίδας και ρόπαλα εναντίον των δημίων της ολογοώρου δικτατορίας», ενώ μέσα στο άρθρο κυριαρχούσε το αίτημα του λαούς για εκδίκηση. Την ίδια ημέρα η Ελληνική σχολιάζει τα εκλογικά αποτελέσματα των γερμανικών εκλογών. Τονίζει την αποχή και υποστηρίζει πως ήταν αποτέλεσμα της τρομοκρατίας των χιτλερικών έναντι των κομμουνιστών. Στο άρθρο αυτό η Ελληνική φαίνεται να υπερασπίζεται τους γερμανούς κομμουνιστές. Την προηγούμενη ημέρα εξάλλου στους ελληνικούς δρόμους κομμουνιστές του ΚΚΕ, αλλά και κυρίως της αρχειομαρξιστικής ΚΟΜΛΕΑ βρέθηκαν μαζί με τους «δεξιούς φασίστες» αναγνώστες της Ελληνικής εναντίον του βενιζελικού πραξικοπήματος.[65] Το κοινό μέτωπο θα συνεχιστεί μέχρι την παράδοση της εξουσίας στον ηγέτη της Ηνωμένης Αντιπολίτευσης.

Οι Αρχειομαρξιστές μάλιστα θεωρούν τον Τσαλδάρη «νέο Κερένσκυ».[66]

Αντίστοιχα βέβαια το φιλοβενιζελικό Ελεύθερον Βήμα καταγγέλλει την τρομοκρατία και την νοθεία του γερμανικού εκλογικού αποτελέσματος.[67] Όμως λίγες μέρες πριν τις ελληνικές εκλογές το Ελεύθερον Βήμα, καθώς διαπιστώνει σε ένα προεκλογικό άρθρο πως «χώραι μεγάλαι και ισχυραί απειλούνται υπό καταποντισμού εις την άβυσσον της αναρχίας, της διαλύσεως, της συμφωοράς», βλέπει πως σε αυτές τις χώρες «πανταχού φροντίζουν να αντιτάσσουν εις την ορμήν του τυφώνος – ως κραταιά τείχη – κυβερνήσεις εξαιρετικής επιβολής, μεταξύ των οποίων ιστορικόν υπόδειγμα απομένει το μέγα υπουργείον συνασπισμού εις την Αγγλίαν».[68]. Η πρόταση του Βενιζέλου αποσαφηνίζεται από τον ίδιο στον προεκλογικό του λόγο. Προτείνει «την ριζικήν μεταβολήν του τύπου της δημοκρατίας μας κατά το αμερικανικόν πρότυπον και την ενίσχυσιν της προσωπικής θέσεως του ανωτάτου άρχοντος εις την πολιτείαν» , ουσιαστικά δηλαδή «εζήτουν να ενισχύσωμεν την εκτελεστικήν εξουσίαν εξοπλίζοντες αυτήν εις περιστάσεις εξαιρετικάς, κατά τας οποίας τίθεται εις σοβαρόν κίνδυνον η δημοσία ή κοινωνική τάξις». Ο Βενιζέλος προτείνει να χρησιμοποιηθούν από την χώρα «τα όπλα τα οποία της παρέχει το πολίτευμα εις τας πλέον δημοκρατικάς χώρας, όπως είνε η Γαλλία».[69] Ο Βενιζελισμός λοιπόν απέναντι στην οικονομική και κοινωνική αναρχία προτάσσει ένα είδος διακυβέρνησης «εξαιρετικής επιβολής» που θα κινείται όμως στα πλαίσια του δημοκρατικού καθεστώτος. Χρησιμοποιεί ως μοντέλο την κυβέρνηση εργατικών του Μακντόναλντ, εάν πολιτειακό μοντέλο προεδρικής δημοκρατίας και την αντιτάσσει στο χιτλερικό μοντέλο. Ο Βενιζέλος περιέγραφε με λίγα λόγια περιορισμό της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και δημιουργίας μιας προεδρική δημοκρατίας, η οποία θα ήταν πιο ισχυρή. Θα έλεγε κανείς μια «προεδρική δικτατορία».

Όμως, όπως αποδείχτηκε, οι Βενιζελικοί μπορούσαν να φαντάζονται και πιο καθαρά δικτατορική μια κυβέρνηση «εξαιρετικής επιβολής». Ήδη προεκλογικά ο ίδιος ο Βενιζέλος κατηγορούσε τον Τσαλδάρη για την κινδυνολογία πεί κατάργησης των ελεύθερων θεσμώντης χώρας και τόνιζε τις ανατρεπτικές του διαθέσεις. Οι βενιζελικοί φαίνεται πως προετοίμαζαν ένα «κίνημα» ενάντια στον ανατρεπτικό Τσαλδάρη. Στις 7 Μαρτίου το Ελεύθερον Βήμα αναφερόταν στην Επανάσταση του Πλαστήρα, ενώ υπεράσπιζε την κοινοβουλευτική φυσιογνωμία του Βενιζέλου. Ταυτόχρονα, αναφερόταν στην «αλματωδώς αύξουσαν πρόοδον» των κομμουνιστικών ψήφων «η οποία έδωκεν ώθησιν και βαθυτέραν έννοιαν εις τας χθεσινάς αιματηράς εξοσρμήσεις των κομμουνιστών της πρωτευούσης». Στην τελευταία σελίδα σημείωνε βέβαια πως ο στρατηγός Πλαστήρας εκήρυξε την δικτατορίναν προς πρόληψιν απειλουμένης οχλαγωγίας». Ακολούθησαν «διαδηλώσεις θορυβοποιών», και προκλήθηκαν «συγκρούσεις μετά των αστυνομικών» Βέβαια, σημειώνει πως «οι κομμουνισταί απεπειράθησαν να εκμεταλευθούν την κατάστασιν». [70] Την επομένη το Ελεύθερον Βήμα βρίσκεται στη θέση να ευχαριστεί τον Τσαλδάρη για τη συνετή στάση του και να διεκδικεί θέση του υγειούς αντιπολιτευόμενου, ενώ ταυτόχρονα εγείρει ξανά το θέμα του κομμουνιστικού κινδύνου που πρωταγωνίστησε στην εξέγερση.[71]
Η επίδραση του ναζιστικού κόμματος στο ελληνικό πολιτικό σκηνικό ήταν μάλλον ιδιόμορφη. Σίγουρα οι ιδέες του Βενιζέλου για μια «προεδρική δημοκρατία –δικτατορία», αλλά και το πραξικόπημα του Πλαστήρα θα πρέπει να συνδεθούν με το κλίμα αυταρχισμού που δημιουργήθηκε με την ενίσχυση του γερμανικού ναζισμού. Ο Βενιζέλος αναζητούσε μια λύση ανάλογη στο περιεχόμενο, αλλά διαφορετική στη μορφή. Ο ίδιος κυβερνούσε επί μια τετραετία αυταρχικά και με νόμους περιορισμού της ελευθερίας και των δημοκρατικών δικαιωμάτων. Με λίγα λόγια οι «δημοκρατικοί» της Ελλάδας στο όνομα της δημοκρατίας επεχείρησαν ανατροπή της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας με νόμιμο τρόπο, όταν απέτυχαν οργάνωσαν πραξικόπημα για να επιβάλουν δικτατορία.

Την ίδια στιγμή ο Τσαλδάρης αναδεικνυόταν στον κατεξοχήν δημοκρατικό άντρα, ενώ ο λόγος της αντιπολίτευσης είχε ακόμη και αντικεφαλαιοκρατικά στοιχεία. Με τον Τσαλδάρη οι «Λαϊκοί» έπιαναν το νήμα της Δεληγιαννικής παράδοσης εγκαταλείποντας τον αυταρχικό Κωνσταντινισμό. Ένας περίεργος ριζοσπαστικός δημοκρατικός λόγος, αλλά συνάμα τόσο εθνικιστικός όσο και ο φασιστικός, αναπτυσσόταν από την Ηνωμένη Αντιπολίτευση. Και αυτοί με τη σειρά τους σε κάθε περίπτωση επηρεάστηκαν από το κλίμα ενίσχυσης του ναζισμού. Ωστόσο ακόμη και οι πιο ένθερμοι έλληνες «φασίστες», όπως αυτοί της Ελληνικής, βρέθηκαν να συμμαχούν στο δρόμο μαζί με τους δημοκρατικούς της κεντροαριστεράς, αλλά και τους κομμουνιστές αρχειομαρξιστές για να εμποδίσουν μια βενιζελική δικτατορία και να υπερασπίζουν την ελληνική κοινοβουλευτική δημοκρατία. Απέναντι τόσο στα αντιδραστικά σχέδια του βενζιέλου όσο και στον φασιστικό λόγο της αντιπολίτευσης κρίσιμος παράγοντας αποτέλεσε η δημοκρατική διάθεση του αθηναϊκού λαού και τα ευαίσθητα δημοκρατικά αντανακλαστικά που τον ώθησαν στον δρόμο. Οι αθηναίοι ανέτρεψαν την δικτατορία και όλα τα δικτατορικά σχέδια, αλλά και εξανάγκασαν σε ιδεολογική υποχώρηση την φασιστική ιδεολογία. Με αυτόν τον τρόπο το σχέδιο μιας δικτατορίας είτε κοινοβουλευτικής είτε καθαρής που με τον έναν ή τον άλλον θα εξελισσόταν σε ένα φασιστόμορφο καθεστώς αποτράπηκε και μάλλον καθυστέρησε στην Ελλάδα για 3 χρόνια.

* Υποψήφιος Διδάκτωρ Νεότερης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης
Απόσπασμα κειμένου: το πλήρες ΕΔΩ

(από mail του Ιουλιανού)

Short URL: http://wp.me/p1pa1c-hHo