Όπου δεν πίπτει λόγος, πίπτει ράβδος

Posted on 24 Ιουλίου, 2012 5:12 μμ από

87


[ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ]
του «Χασοδίκη»

Δείξαμε στο προαύλιο της «Χαλυβουργίας» ότι εννοούμε αυτά που λέμε. Μια ομάδα συνδικαλιστών είχε αποκλείσει ένα εργοστάσιο επί επτά μήνες, εμποδίζοντας όσους ήθελαν να πιάσουν δουλειά και οδηγώντας στην ανεργία εκατοντάδες εργαζομένους. Το εργοστάσιο πήγαινε για κλείσιμο. Αυτό το σταματήσαμε. Έχουμε απόλυτο σεβασμό για τα δικαιώματα των εργαζομένων. Κυρίως για το πιο ιερό: Το δικαίωμα στην εργασία! Το οποίο καταστρατηγούνταν και απειλούνταν άμεσα. Και το αποκαταστήσαμε. Τόσο απλά.

Για μισό λεπτό.Πρώτα-πρώτα, ας του θυμίσει κάποιος ότι δεν ήταν «μια ομάδα συνδικαλιστών που είχε αποκλείσει ένα εργοστάσιο», αλλά ένα σωματείο εργαζομένων που είχε αποφασίσει νόμιμα να απεργήσει, ασκώντας ένα δικαίωμα που δεν ξέρω αν είναι ιερό ή ανίερο, σίγουρα πάντως είναι συνταγματικά κατοχυρωμένοΑκόμα, τουλάχιστον.

Κάποια στιγμή λοιπόν η επιχείρηση-παύλα-εργοδοσία προσέφυγε στη Δικαιοσύνη και η απεργία κρίθηκε παράνομη και καταχρηστική. Πάει καλά. Μιλάμε όμως για μια ιδιωτική επιχείρηση και για το σωματείο των εργαζομένων σε αυτήν, που επίσης -από την άποψη του νόμου- είναι ιδιώτης. Και επομένως, η όποια μεταξύ τους διαφορά είναιιδιωτική, και επιλύεται ενώπιον των αρμοδίων Δικαστηρίων, που είναι τα πολιτικά Δικαστήρια. Όπως και έγινε.

Τώρα, για όσους πιθανόν δεν το γνωρίζουν, τις αποφάσεις που εκδίδουν τα πολιτικά Δικαστήρια επί ιδιωτικών διαφορώνδεν τις εφαρμόζει ο πρωθυπουργός προσωπικά, ούτε η κυβέρνηση συλλογικά, ούτε καν η αστυνομία, και σίγουρα δεν εφαρμόζονται από μόνες τους. Υπάρχει συγκεκριμένη διαδικασία, που λέγεται «αναγκαστική εκτέλεση», που ρυθμίζεται λεπτομερώς από τον νόμο, και που την αναλαμβάνουν συγκεκριμένα όργανα της Πολιτείας: οι δικαστικοί επιμελητές. Οι οποίοι έχουν δικαίωμα να ζητήσουν τη συνδρομή της Εισαγγελίας ή των αστυνομικών αρχών εφόσον απαιτείται, π.χ. εφόσον ο χαμένος διάδικος αρνείται να συμμορφωθεί με την απόφαση και τη διαδικασία της εκτέλεσής της. Αλλά μέχρι εκεί.

Δεν ξέρω με ποιο ακριβώς σκεπτικό και με ποια διαδικασία παρενέβη στην υπόθεση η προϊσταμένη της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών -και δεν εμπιστεύομαι τα ρεπορτάζ των ΜΜΕ, οι συντάκτες των οποίων συνήθως έχουν μαύρα μεσάνυχτα από δικονομίες. Σκεπτόμενος μάλλον κυνικά παρά καλόπιστα, υποθέτω ότι θα έχει φροντίσει για τη θεσμική της κάλυψη και ότι η παρέμβασή της θα έχει έρεισμα στον νόμο. Ανατριχιάζω όμως όταν ακούω τον πρωθυπουργό της χώρας να βγαίνει και να διεκδικεί εύσημα διότι τάχα αποκατέστησε την τάξη «τόσο απλά» σε μία (ξαναλέω) ιδιωτική διαφορά, στην οποία δεν έχει καμία αρμοδιότητα και καμία εξουσία να παρέμβει με οποιονδήποτε τρόπο. Διότι, εκτός από το ιερό δικαίωμα στην εργασία και το ανίερο δικαίωμα στην απεργία, συνταγματικά κατοχυρωμένη είναι και η διάκριση των εξουσιών. Διότι ο νόμος ορίζει επίσης ότι η εισαγγελία είναι δικαστική αρχή ανεξάρτητη από τα δικαστήρια και την εκτελεστική εξουσία, και η όποια σύνδεση -έστω και συνειρμική- ανάμεσα στην «προσωπική παρέμβαση Σαμαρά» και την «εντολή της Εισαγγελίας» θα έπρεπε να προκαλεί τουλάχιστον την αποδοκιμασία.

Επίσης υπάρχει και κάτι άλλο: είπαμε ότι το να συνδράμει η αστυνομία στην εκτέλεση μιας δικαστικής απόφασης είναι κάτι που το επιτρέπει (αν και δεν το απαιτεί) ο νόμος, ωστόσοαστυνομία δεν είναι μόνο τα ΜΑΤ. Μπορεί να έχουμε συνηθίσει πια και να μην μας κάνει εντύπωση η παρουσία τους παντού, αλλά καλό είναι να θυμόμαστε πως τα ΜΑΤ είναι ό,τι πιο κοντινό σε στρατό κατοχής μπορεί να διαθέτει μια δημοκρατία και να το βγάζει στους δρόμους: από άποψη εξοπλισμού, τακτικής, ακόμα και εμφάνισης. Η παρουσία των ΜΑΤ με τα κράνη, τις ασπίδες και τις φυσούνες των δακρυγόνων ανά χείρας είναι πια επαρκής συνθήκη για να ανάψουν τα αίματα οπουδήποτε, ακόμα και σε πορεία Ουρσουλίνων καλογραιών, πόσο μάλλον όταν απέναντί τους βρίσκονται εργάτες χαλυβουργίας σκληραγωγημένοι από πολύμηνη απεργία. Ας μην γελιόμαστε: η εντολή να αναλάβουν ακριβώς τα ΜΑΤ, και όχι κάποια άλλη αστυνομική δύναμη, το άνοιγμα του εργοστασίου δεν έχει να κάνει με επιχειρησιακή ανάγκη, αλλά με την ανάγκη του Σαμαρά να κάνει μια πολιτική δήλωση, να δικαιώσει τα συνθήματα περί «τάξης και ασφάλειας» που κραύγαζε προεκλογικά, να δικαιώσει το «εγώ θα τους κατεβάσω τις κουκούλες», να δικαιώσει ακόμα και το ψευτοκουτσαβάκικο ύφος του στις προγραμματικές δηλώσεις, όταν έσκυβε μαγκιόρικα πάνω από το βήμα της Βουλής και -με όλη τη χυδαία σιγουριά του κουραδόμαγκα που ξέρει εκ των προτέρων ότι θα έχει την τελευταία λέξη- κατακεραύνωνε τον Τσίπρα, τον Φωτόπουλο και όποιον άλλον έκανε κέφι.

Για να μη μείνει καμιά αμφιβολία, ιδού και η συνέχεια της ομιλίας του Σαμαρά: «Και στέλνουμε ξεκάθαρο μήνυμα προς κάθε πλευρά: Όταν μέσα σε τέτοια ανεργία, ασκούνται τέτοιες συνδικαλιστικές πρακτικές που απειλούν με κλείσιμο κι άλλα εργοστάσια, δεν θα μείνουμε αδρανείς να κοιτάμε απελπισμένους εργαζόμενους να χάνουν τη δουλειά τους». Μάλιστα. Με άλλα λόγια, προκειμένου να περιφρουρήσει τη νομιμότητα, ο Σαμαράς δηλώνει αποφασισμένος και να την τσαλαπατήσει, άμα χρειαστεί. Όπου δεν πίπτει λόγος θα πίπτει ράβδος, και όπου οι θεσμικές διατυπώσεις δημιουργούν προσκόμματα θα έρχεται αυτός να δίνει τη λύση.

Ολοκληρωτισμός; Όχι αδερφέ, τι κουβέντες είναι αυτές; Δημοκρατία λέγεται. Περίπου.

Advertisements