Η αμαύρωση της Αιγύπτου και η δημιουργία του άριου μοντέλου

Posted on 15 Ιουνίου, 2012 4:05 μμ από

9


Η αμαύρωση της Αιγύπτου και η δημιουργία του άριου μοντέλου

Του Martin Bernal*, Νέα Υόρκη

Στο επίκεντρο της έρευνάς μου με τον γενικό τίτλο η Μαύρη Αθηνά βρίσκεται η εξέταση για την προέλευση του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Πρώτον, αποδεικνύεται μέσα από την επιστημονική μεθοδολογία ότι η αρχαία Αίγυπτος πρέπει να θεωρείται  πολιτισμός της Αφρικής. Δεύτερον, θα έπρεπε να γίνει αποδεκτή η άποψη των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων ότι, δηλαδή, η Αίγυπτος και η Φοινίκη έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη του ανώτερου πολιτισμού τους. Τρίτον, ότι οι ευρωπαίοι και βορειοαμερικανοί ερευνητές αρνούνταν τα παραπάνω δυο τεκμήρια, ήδη από την αρχή του 19ου αι., γεγονός που δικαιολογείται, κυρίως, από ιδεολογικά αίτια και όχι από επιστημονικούς λόγους.

Δυο ιστορικά μοντέλα για τη δημιουργία της αρχαίας Ελλάδας

Η δομή της Μαύρης Αθηνάς βασίζεται στην αντίθεση δυο διαφορετικών αποδόσεων της ελληνικής προϊστορίας, τα οποία ονομάζω στο έργο μου το αρχαίο και το άρειο μοντέλο. Σύμφωνα με το άριο μοντέλο, που ακόμα και σήμερα διδάσκεται γενικά, ο κλασικός ελληνικός πολιτισμός υπήρξε αποτέλεσμα μιας κατάκτησης από τους «Έλληνες» του Βορρά. Σύμφωνα με το άριο μοντέλο αυτοί ήταν οι Ινδοευρωπαίοι ή άριοι. Ο γηγενής πολιτισμός του Αιγαίου, που τον κυρίευσαν, ονομάστηκαν από τους σύγχρονους μελετητές απλά «Προέλληνες».

Όλα, όσα «γνώριζαν με σιγουριά» οι εκπρόσωποι του άριου μοντέλου για τους «Προέλληνες» ήταν πως αυτοί δεν ήταν σίγουρα σημιτικά ή αιγυπτιακά φύλα και πως δεν μιλούσαν την ινδοευρωπαϊκή γλώσσα, αλλά πως ήταν Καυκάσιοι. Το άριο μοντέλο διαμορφώθηκε μεταξύ του 1830- 1840. Το κλασικό μοντέλο υποστήριζε πως οι πρόγονοι των Ελλήνων ζούσαν πολύ απλά μέχρι που ήρθαν οι Αιγύπτιοι και οι Φοίνικες. Αυτοί προσεταιρίστηκαν τις πόλεις και εισήγαν τις τέχνες του πολιτισμού, όπως ύδρευση και αρδευτικά έργα, διάφορα όπλα και το αλφάβητο.

Στην έρευνά μου εξέτασα με ποιον τρόπο το αρχαίο μοντέλο μεταφέρθηκε από τους κλασικούς χρόνους ως το 1800. Στο επίκεντρο βρίσκονται οι αιγυπτιακές ρίζες της ελληνικής θρησκείας. Ο Ηρόδοτος υποστήριζε ότι οι Αιγύπτιοι δίδαξαν στους Έλληνες σχεδόν όλα τα ονόματα των θεών, καθώς και πολλές θρησκευτικές συνήθειες. Επομένως, οι Έλληνες είχαν πλήρη αντιστοιχία ανάμεσα σε αιγυπτιακές και ελληνικές θεότητες, έτσι έβλεπαν πχ στον Δία τον αντίστοιχο Άμμωνα, στην Αθηνά τους την αιγυπτιακή Νηίθ. Στους ελληνιστικούς και ρωμαϊκούς χρόνους ήταν σαφές ότι οι Έλληνες θεωρούσαν τα αιγυπτιακά πρωτότυπα ως παλαιότερα και αυθεντικότερα από τα δικά τους. Αυτό εξηγεί, γιατί εκείνη την εποχή Ρωμαίοι και Έλληνες υιοθετούσαν (συγκρητισμός, σημ. μτφ) συχνά αιγυπτιακά λατρευτικά σύμβολα (ή και είδωλα).

Η κατάσταση άλλαξε με την επικράτηση του χριστιανισμού, υπό την κυριαρχία του ενσωματώθηκαν ως άγιοι πολλές αιγυπτιακές και ελληνιστικές θεότητες στην νέα θρησκεία. Ωστόσο, θεότητες όπως ο Θωθ και ο Ερμής (ο αποκαλούμενος και τρισμέγιστος) έμειναν εκτός της νέας θρησκευτικής επιρροής. Το όνομα του τελευταίου ήταν συνδεδεμένο με μια σειρά από μυστικά, φιλοσοφικά και μαγικά κείμενα, τα οποία ήταν διαδεδομένα στην Αίγυπτο από τον 2μΧ αι. ως τον 6μΧ αι., κάποια από αυτά ίσως να είναι και παλαιότερα.

Τα ερμητικά κείμενα με την έμφασή τους υπέρ του μέτρου των ανθρωπίνων δυνατοτήτων έπαιξαν σημαντικό ρόλο για τον ανθρωπισμό της Αναγέννησης, αυτά τα ίδια υπήρξαν και επίκεντρο μιας βαθιάς αναγνώρισης για την Αίγυπτο. Κατά τα τέλη του 17ου αι. το ενδιαφέρον για τα κείμενα αυτά υποχώρησε, χωρίς να έχει κάποιον αρνητικό αντίκτυπο για την αρχαία Αίγυπτο. Ο θαυμασμός για την Αίγυπτο έφτασε σε μια νέα κορύφωση τον 18ο αι. με την άνοδο των ελευθεροτεκτόνων στο επίκεντρο του Διαφωτισμού, οι ελευθεροτέκτονες έβλεπαν  εαυτούς ως εξιδανικευμένους Αιγύπτιους ιερείς της νέας εποχής.


Γερμανοί και Έλληνες

Παράλληλα με το μεταρρυθμιστικό πνεύμα της εποχής αναπτύχθηκε και ένα θετικό ενδιαφέρον για την Ελλάδα, καθώς ο Λούθηρος και οι υποστηρικτές του αναγνώρισαν ότι θα υπήρχε η πιθανότητα μέσω της καινής διαθήκης, που ήταν γραμμένη στα ελληνικά, αυτή να υποσκάψει την αγία γραφή των λατινικών, κατά συνέπεια και τη Ρώμη (αγία έδρα) και τα δικαιώματα αυτής που οι ρίζες της φτάνουν στην αρχαία εποχή. Με την εκκοσμίκευση του 18ου αι. Γερμανοί διανοούμενοι άρχισαν να ταυτίζονται για άλλους λόγους με τους αρχαίους Έλληνες, εφόσον δεν είχαν καμία ελπίδα να γίνει η Γερμανία ποτέ μια ενωμένη και στρατιωτικά ηγέτιδα «Νέα Ρώμη», πίστεψαν πως το έθνος τους, που αποτελούταν από διαιρεμένα και ανεξάρτητα κρατίδια, αλλά και με τον ανεπτυγμένο πολιτισμό τους θα γινόταν η νέα Ελλάδα ή «Νέα Ελλάς».

Μετά από τη γαλλική επανάσταση η σύνδεση Γερμανίας και Ελλάδας έγινε στενότερη. Γερμανοί διανοούμενοι των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων που αρχικά συμπαθούσαν την επανάσταση, αποστασιοποιήθηκαν ωστόσο εξαιτίας του τρόμου και της ιδέας ότι η Γερμανία θα μπορούσε να επηρεαστεί άμεσα απ΄αυτήν και στράφηκαν εναντίον της. Μέσα σ΄αυτό το πλαίσιο ο Βίλχελμ φον Χούμπολντ (γερμανός φιλόσοφος) ανέπτυξε το 1793 ένα προσχέδιο για το μορφωτικό σύστημα της Γερμανίας. Στο επίκεντρό του βρισκόταν η μελέτη  «της αρχαιότητας και ιδίως των Ελλήνων». Μέσα από την μελέτη του, που κατά τη γνώμη του αναφερόταν στους πιο αρμονικούς ανθρώπους της Ιστορίας, πίστευε ο ίδιος πως κατ΄αυτόν τον τρόπο η Γερμανία θα απότρεπε τις ακρότητες μιας Επανάστασης και μιας αντίδρασης.

Τέσσερις λόγοι για την εξαφάνιση του κλασικού μοντέλου

α) Η επανάσταση του 1821 και ο αγώνας για ανεξαρτησία από τον τουρκικό ζυγό επίσπευσε σημαντικά την αλλαγή στάσης στον ακαδημαϊκό κόσμο. β) Ο αγώνας πια θεωρήθηκε ότι ήταν μια διαμάχη μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων. γ) Το κίνημα των Φιλελλήνων στις αρχές της δεκαετίας (και εξής) του 1820 και οι νεκροί ήρωες ποιητές της δικής τους Δύσης έφερε στο προσκήνιο ένα μαζικό κύμα συμπάθειας για την Ελλάδα τόσο στην Ευρώπη όσο και στις χώρες της βόρειας Αμερικής. δ) Μέσα σ΄αυτήν την ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα ολοένα αύξανε  ανάμεσα στους «προοδευτικούς» Ευρωπαίους η άποψη πως ήταν απαράδεκτο η Ελλάδα, αυτό το έμβλημα της αγνότητας για την Ευρώπη, να έλκει τις ρίζες του πολιτισμού της από την μαύρη Ήπειρο.

Επιπλέον λόγοι βαθύτεροι οδήγησαν στην εγκατάλειψη του αρχαίου μοντέλου, η Ευρώπη και η Αμερική έζησαν μετά από την ήττα της γαλλικής Επανάστασης και την ήττα του Ναπολέοντα το 1815 την αναγέννηση του χριστιανισμού. Πολλοί μέσα σ΄αυτά τα νέα δεδομένα από τα ανώτερα κοινωνικά χριστιανικά στρώματα μισούσαν την αρχαία Αίγυπτο, που θεωρούσαν κεντρικό σημείο αναφοράς για τους ελευθεροτέκτονες, οι οποίοι όχι μόνο θεωρήθηκαν ως οι συνωμότες πίσω απ΄τον Διαφωτισμό, αλλά και της ίδιας τη Επανάστασης.


Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι ως μαύροι και ιδρυτές του δυτικού πολιτισμού

Προς τα τέλη του 18ου αι. μια τρίτη άποψη ήρθε να υποστηρίξει αυτή τη θέση. Σύμφωνα μ΄αυτή οι αρχαίοι Αιγύπτιοι όχι μόνο ήταν Αφρικανοί, αλλά και ιδρυτές του δυτικού πολιτισμού. Η πιθανή προέλευση αυτής της τάσης στη διανόηση συναντάται στα έργα του τολμηρού Σκοτσέζου περιηγητή James Bruce. Στα χρόνια ανάμεσα στο 1760- 1770 ο James Bruce περιηγήθηκε στην Αίγυπτο και διέμεινε μερικά χρόνια στην Αιθιοπία, είδε τη σύνδεση ανάμεσα στους πολιτισμούς της Αιγύπτου και της Αιθιοπίας και πίστεψε πως ο πολιτισμός της Αιθιοπίας ήταν η αρχαιότερη μορφή. Για τον Bruce η πηγή του γαλάζιου Νείλου (βλ. λίμνη Τάνα Αιθιοπία, σημ. μτφ) υπήρξε και η πηγή του πολιτισμού.

Ο Charles François Dupuis υπήρξε εκτός από ένα υπέροχο εφευρετικό μυαλό των επιστημών και αρχαιοδίφης. Επίσης υποστήριξε  την Επανάσταση  οργανώνοντας τη «Θρησκεία εντός των ορίων του Λόγου» αντισυμβατική οργάνωση απέναντι στην επικρατούσα θρησκεία, η οποία καθοδηγήθηκε και υποστηρίχθηκε από τους αρχηγούς των Ιακωβίνων, οι οποίοι παρεμπιπτόντως πρέπει να σημειωθεί ότι χρησιμοποιούσαν αιγυπτιακά σύμβολα. Επιχειρηματολογώντας ο Dupuis πίστευε ότι η αιγυπτιακή αστρονομία, την οποία θεωρούσε ως τη σημαντικότερη επιστήμη, ήρθε από τον Νότο στην Αίγυπτο. Ο φίλος του ο  Constantine Chasseboeuf de Volney (περιηγητής του 18ου αι., ερευνητής της Ανατολής, εκπρόσωπος της Φιλοσοφίας της Ιστορίας) απέδειξε με σαφήνεια τη σχέση ανάμεσα σε μαύρους και τις ρίζες του δυτικού πολιτισμού. Το έργο του υπήρξε όπλο αποφασιστικής σημασίας στα χέρια του κινήματος για την κατάργηση της σκλαβιάς των μαύρων (Abolitionists), στη Γαλλία ο εκπρόσωπος του κινήματος αυτού, ο Abbé Grégoire αφιέρωσε το πρώτο κεφάλαιο του πονήματός του, An Enquiry Concerning and Moral Faculties, and Literature of Negroes, στα επιχειρήματα του Volney και υπογράμμισε ότι οι αρχαίοι Αιγύπτιοι ήταν μαύροι. Κλείνοντας έγραφε:

«Χωρίς να αποδίδω στους Αιγύπτιους το μεγαλύτερο μερίδιο της Γνώσης, όλοι ανεξαιρέτως οι εκπρόσωποι της αρχαιοελληνικής Γραμματείας θεωρούσαν ότι η Αίγυπτος ήταν ένα αναγνωρισμένο σχολείο απ΄το οποίο προήλθαν πολλοί και σπουδαίοι άνδρες της αρχαίας Ελλάδας. »

Το έργο του Grégoire μεταφράστηκε το 1810 στο Μπρούκλυν στην αγγλική γλώσσα, μεταδίδοντας σύντομα περισσότερη αυτοπεποίθηση στους μορφωμένους Αφροαμερικανούς.

Το θέμα της ίδρυσης του πολιτισμού από μαύρους Αιγύπτιους πραγματεύθηκαν σε αποδεικτικά δοκίμια που δημοσιεύθηκαν το 1829 ο R. A. Young με τίτλο «The Ethiopian Manifesto, Issued in Defense of the Black Mans Rights in the Scale of Universal Freedom» και ο David Walkers με το « Appeal to the Coloured Citizens of the World » το οποίο είχε μεγαλύτερη απήχηση απ΄το πρώτο.

Δεν υφίσταται λόγος να υποθέσουμε πως οι Ευρωπαίοι ερευνητές, που ίδρυσαν το νέο πεδίο των Αρχαίων Επιστημών, να γνώριζαν αυτά τα δοκίμια, σίγουρα, όμως, γνώριζαν τα έργα των Bruce, Dupuis, Volney και Grégoire.

Η ιδέα ότι οι αρχαίοι Αιγύπτιοι ήταν μαύροι, δεν ήταν μόνο οδυνηρή, αλλά για τους «προοδευτικούς» Ευρωπαίους ήταν και αντι- επιστημονική. Τον 19ο αι. η ρατσιστική «επιστήμη» διακήρυξε όχι μόνο ότι οι λευκοί ήταν πια καλύτεροι απ΄τους μαύρους, αλλά και σε απόλυτη σύμπνοια με τις ανέκαθεν παραδοχές περί φυλής ότι πάντα έτσι ήταν τα πράγματα, και εξαιτίας αυτού του λόγου οι Έλληνες ιστορικοί της αρχαιότητας πρέπει να έσφαλλαν και να υπέφεραν από κάποιο είδος μυστηριώδους ασθένειας όπως τη «βαρβαροφιλία» ή την «αιγυπτιομανία», όταν έγραφαν ότι οι σημίτες Φοίνικες και οι αφρικανοί Αιγύπτιοι είχαν εκπολιτίσει την Ελλάδα.

Η πρώτη επίθεση στο αρχαίο μοντέλο επιχειρήθηκε το 1820 από τον Karl Otfried Müller, ένα από τα πρώτα προϊόντα από το νέο σύστημα παιδείας του Humboldt . Επιχειρηματολογώντας ο Müller υποστήριξε ότι οι μύθοι, πάνω στους οποίους βασιζόταν το μοντέλο, ήταν αυθαίρετοι και πως δεν υπήρχε καμία απόδειξη ότι υπήρξε ποτέ τέτοιου είδους αποικισμός από Αιγυπτίους ή Φοίνικες.

Ορισμένες φορές λέγεται ότι αυτή η αλλαγή στάσης οφείλεται στις μεγάλες προόδους που επιτεύχθηκαν τον 19ο αι. στη Γνώση μέσα από της αρχαίες γλώσσες και την αρχαιολογία, ωστόσο το μερίδιο συμβολής των Αιγυπτίων στο αρχαίο μοντέλο είχε καταστραφεί, πριν ακόμη αποκρυπτογραφηθεί ο σφηνοειδής χαρακτήρας των γλωσσών της Μεσοποταμίας και πολύ πριν ο Heinrich Schliemann ανακαλύψει τα ευρήματα του μυκηναϊκού πολιτισμού. Παρά το γεγονός ότι ο Champollion είχε αποκρυπτογραφήσει τα ιερογλυφικά από τη δεκαετία του 1820 τα αποτελέσματα της έρευνάς του έκαναν 30 χρόνια και πλέον να αναγνωριστούν από τους Γερμανούς επιστήμονες.

Σ΄αντίθεση με το θέμα, υπήρξε στο εσωτερικό της Γερμανίας σοβαρός λόγος να παγιωθεί το άριο μοντέλο. Ο λόγος ήταν η προώθηση της ινδο-ευρωπαϊκής οικογένειας των γλωσσών και η υπόθεση ότι η ελληνική γλώσσα είναι μέλος αυτής της οικογένειας. Η υπόθεση- κι αυτό μοιάζει να είναι λογικό- πως οι πρωτοϊνδοευρωπαϊκοί λαοί που ζούσαν στον Βορρά και την Ανατολή των Βαλκανίων, τότε πρέπει να τονιστεί ότι η περιοχή του Αιγαίου δέχθηκε ουσιαστική επιρροή από τον Βορρά. Γεγονός που μπορεί να συνέβη με διαφορετικό τρόπο, ωστόσο λόγω της διανόησης σε εθνικό υπόβαθρο κατά τα μέσα του 19ου αι. αυτό θεωρήθηκε εμμέσως πλην σαφώς κατάκτηση εξαιτίας της ανωτερότητας της φυλής των Ελλήνων, των οποίων οι δυνάμεις διαμορφώθηκαν εθνικά και ατσαλώθηκαν στο κρύο της κεντρικής Ασίας και τις στέπες της. Για κάποιες δεκαετίες επιβίωσε η νέα εικόνα της προέλευσης των Ελλήνων ανησυχητικά πλάι στο παραδοσιακό μοντέλο ότι οι Φοίνικες είχαν παίξει σημαντικό ρόλο και βέβαια όχι οι Αιγύπτιοι. Η άποψη αυτή αμφισβητήθηκε το 1890, διατηρήθηκε ωστόσο ως την δεκαετία του 1920. Συνδέω ιστοριογραφικά την αποδυνάμωση για τη θέση των Φοινίκων- των Εβραίων της αρχαιότητας- με την άνοδο του φυλετικού αντισημιτισμού σε αντιδιαστολή με τον θρησκευτικό αντισημιτισμό κατά τα τέλη του 19ου αι.. Με τον ίδιο τρόπο, συνδέω το ανανεωμένο ενδιαφέρον για τους Φοίνικες μετά τη δεκαετία του 1950 με την αυξημένη αυτοπεποίθηση των Εβραίων μετά τη δημιουργία του κράτους του Ισραήλ. Η αποκατάσταση για τους Αιγύπτιους υπήρξε πιο αργή. Διακεκριμένοι υπέρμαχοι της αρχαίας Αιγύπτου ήταν Αφροαμερικανοί που δεν είχαν τόσο στενή σχέση με το ακαδημαϊκό κατεστημένο όσο οι επαγγελματίες ακαδημαϊκοί εβραϊκής καταγωγής.

Για να μιλήσουμε άλλη μια φορά για την επιρροή των έργων των Dupuis, Volney και Grégoire τόσο λευκοί όσο και μαύροι υπέρμαχοι του κινήματος για την κατάργηση της σκλαβιάς συνέχιζαν, ακόμη και μετά την παραίτηση απ΄το κλασικό μοντέλο των ακαδημαϊκών, να κάνουν χρήση των επιχειρημάτων τους. Έτσι για παράδειγμα, έγραφε ο γνωστός φιλόσοφος της Λογικής John Stuart Mill το 1849:

«Είναι παράξενο και έχουμε ισχυρούς λόγους να υποπτευόμαστε ότι η πρωϊμότερη μορφή γνωστού πολιτισμού να ήταν ένας πολιτισμός των νέγρων. Οι πρώτοι Αιγύπτιοι ήταν μια φυλή νέγρων, όπως μπορεί να αναγνωρίσει κανείς από τα αγάλματά τους. Οι νέγροι ήταν συνεπώς, αυτοί απ΄τους οποίους οι Έλληνες πήραν το πρώτο μάθημα στον πολιτισμό και οι Έλληνες φιλόσοφοι επέμειναν να βλέπουν τις μαρτυρίες και τις παραδόσεις αυτών των ανθρώπων (θα έλεγα όχι με μεγάλη επιτυχία) ως θησαυροφυλάκιο μυστικής σοφίας.»

Τέτοιες απόψεις ξεθώριασαν ανάμεσα στους Ευρωαμερικανούς μετά την κατάργηση της σκλαβιάς το 1865. Ωστόσο συνέχιζαν να συντηρούνται ανάμεσα σε Αφρικανοαμερικάνους διανοούμενους όπως ο Frederick Douglas και ερευνητές όπως οι  W.E.B. Dubois και St. Clair Drake, ακόμη κι αν οι ίδιοι είχαν ενστάσεις για «το χρώμα» του δέρματος ή την «νέγρικη φυσιογνωμία» των αρχαίων Αιγυπτίων, δεν είχαν, όμως, ενστάσεις πάνω στην «αφρικανικότητα» της αρχαίας Αιγύπτου ή  τη σημασία που είχε η συμβολή των Αιγυπτίων στον ελληνικό πολιτισμό.

Μέσα σ΄αυτήν την ομάδα που σήμερα ονομάζονται σήμερα «Αφροκεντριστές» δεν υπάρχουν σχεδόν καθόλου αμφιβολίες για τις ρίζες του πολιτισμού των μαύρων Αφρικανών στον ευρωπαϊκό χώρο κατά την αρχαιότητα. Κατά την άποψη αυτή το ακαδημαϊκό κατεστημένο και οι Ευρωπαίοι υπέρμαχοι του άριου μοντέλου είναι αυτοί που απομακρύνθηκαν κατά κύριο λόγο από την παράδοση, και όχι οι Αφροκεντριστές. Μέχρι και πριν λίγο καιρό οι ιδέες των μαύρων ερευνητών ήταν άγνωστες στους λευκούς. Ακόμη και σήμερα η γνώμη των Αφροκεντριστών συνηθίζεται να αντιμετωπίζεται ως ειδικό  επιχείρημα ή ως «θεραπεία αντί ιστορίας». Δεν βοηθάει καθόλου το γεγονός να αντιμετωπίζονται οι συγγραφείς του Αφροκεντρισμού σε τέτοια θέματα με  έννοιες που άπτονται της παθολογίας της κοινωνίας. Το ίδιο το άριο μοντέλο έχει μια θεραπευτική λειτουργία για τους Ευρωπαίους ρατσιστές.

Σε περίπτωση που περιέγραφε κανείς το άριο μοντέλο ως κατασκευή αμαρτίας και πλάνης, δεν πιστεύω ότι εξαιτίας μιας τέτοιας περιγραφής αυτό να απαξιωνόταν ως χρήσιμο ιστορικά εργαλείο. Προτείνω ένα βελτιωμένο αρχαίο μοντέλο και λέω ότι ο ελλαδικός χώρος δέχθηκε επανειλημμένα επιρροές απ΄έξω, τόσο από την ανατολική Μεσόγειο όσο και απ΄τον βαλκανικό χώρο και ότι η ιδιαίτερη μείξη των φύλων παρήγε στην Ελλάδα αυτόν τον γοητευτικό και γόνιμο πολιτισμό, το θαύμα.

Martin Bernal

Σημείωση:

Ο Martin Bernal διετέλεσε καθηγητής Σινολογίας στο πανεπιστήμιο του Cornell. Γνωστός στο ευρύτερο κοινό έγινε με το αμφιλεγόμενο τρίτομο έργο (εκδ. 1987, 1991 και  2006) του Black Athena: The Afroasiatic Roots of Classical Civilization, όπου πραγματεύεται τις ρίζες του ελληνικού πολιτισμού μέσα από τη στενή σύνδεση κυρίως των Αιγυπτίων και μετά των Φοινίκων. Στην Ελλάδα το έργο του δεν μεταφράστηκε ποτέ και από κανέναν εκδοτικό οίκο, το αντίθετο μάλιστα κυκλοφόρησαν δυο αντιρρητικοί λόγοι της Mary Lefkowitz, κλασικής φιλολόγου και καθηγήτριας στο Κολλέγιο Wellesley, με τίτλο «Η μαύρη Αθηνά- μύθοι και πραγματικότητα, εκδ. 2005» και «Αναθεωρημένη Αθηνά, εκδ. 2009». Ίσως αποτελεί άλλη μια πρωτοπορία στους εκδοτικούς και φιλολογικούς κύκλους στην Ελλάδα, ένα έργο όπως η «Μαύρη Αθηνά οι αφροασιατικές ρίζες του κλασικού πολιτισμού» να μην έχει μεταφραστεί, να έχουν σπεύσει ωστόσο να μεταφράσουν τα αντιρρητικά έργα πάνω στο έργο του Μπερνάλ. Από τις ελάχιστες αναφορές που έχουν γίνει είναι στο 13ο τεύχος της αθηναϊκής επιθεώρησης βιβλίου (Athens Review of Books), όπου ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία να διαβάσει δύο άρθρα πάνω στο έργο του Μπερνάλ, ένα υπέρ του και ένα εναντίον του. Επίσης μια άλλη πηγή που υπάρχει είναι το έργο του Παναγιώτη Μπακαλούδη «Οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς και η Μαύρη Αθηνά του M. Bernal- η πολιτική σημασία της ιστορικής αντιπαράθεσης», πρόκειται για μια βιβλιογραφική ανασκόπηση, έργο από τις Ιατρικές εκδόσεις Κωνσταντάρας.

* Το δοκίμιο μεταφράστηκε από το επιστημονικό περιοδικό των ανθρωπιστικών και πολιτισμικών επιστημών TRANS.
Πηγή:
http://www.inst.at/trans/15Nr/plenum/bernal15DE.htm

βραχύς σύνδεσμος:
http://wp.me/p1pa1c-hg0