Η ΠΟΛΥΑΝΝΑ ΣΤΟ ΜΠΟΥΧΕΝΒΑΛΝΤ

Posted on 18 Μαΐου, 2012 12:54 μμ από

4


Αισθητικοποίηση και Εκκένωση Νοήματος στην Οικολογία του Φόβου

του Γιάννη-Ορέστη Παπαδημητρίου

Wow, What A Show~! 122 Hours of Fear!”1

Στο ιστορικό του άρθρο “Disneyland With The Death Penalty”2 (Η Ντίσνεϊλαντ με την Θανατική Ποινή), ο William Gibson αποτύπωσε την Σινγκαπούρη ως μια ζοφερή δυστοπία, όχι με τις εικόνες της βίας και καταστολής στη ρημαγμένη γη του Judge Dredd, αλλά ως την γη της επαγγελίας του ολοκληρωτισμού. Εκεί που η καταπίεση και η εκμετάλλευση συμπληρώνονται απο το αστικό τοπίο, δεν χρειάζεται πλέον κάποια επίδειξη δύναμης για να επικαλύψει τις συγκρούσεις. Η πραγματικότητα καλύπτεται με ένα χρωματιστό ριχτάρι υπέρμετρης κατανάλωσης, φώτων neon, γιγάντιων πινακίδων και ασφυκτικής κινητικότητας και η Σινγκαπούρη ως τέτοια είναι η πολιτιστική πρωτεύουσα του κόσμου όπου ο κινητήρας του μεταμοντέρνου οδηγεί το τρενάκι με τους χαρωπούς επιβάτες στον υδάτινο τάφο τους.

Όσοι κραυγάζουμε όποτε εντοπίζουμε τους κινδύνους του αισθητικοποιημένου κόσμου, έχουμε αρχίσει να χάνουμε απο καιρό την φωνή μας. Απο την εκλογική κλήρωση μέχρι το performance της αναρχικής αποχής και απο το ξεμπέρδεμα με τις κλαδικές συμβάσεις μέχρι τις Κασσάνδρες του Ευρώ-Δραχμή, κάθε στοιχείο της δημοσιότητας χάνει την σημασία του. Η πραγματική Πολιτική, ως διαδικασία αναστοχασμού και διαμόρφωσης των κοινών, έχει γίνει απολύτως δυσανάγνωστη, κάθε ανάλυση της παρούσας κατάστασης μοιάζει με ορνιθοσκαλίσματα ή μουτζούρα πάνω στο αυθεντικό χαμένο κείμενο και η αναστήλωσή της υποτιθέμενης κοινοπολιτείας φαίνεται πρακτικά αδύνατη. Η οικονομική εκμετάλλευση χάνει τον τόπο εφαρμογής της και η εξουσία, στον ανεπανόρθωτο κλονισμό της, διαμοιράζεται τυχαία μέσα σε ένα κοκταίηλ κυρίαρχων: δεξιών, ακροδεξιών, κεντροδεξιών, τεχνοκρατών, ντεμέκ-αριστερών, συντηρητικών, ανίδεων ιδεολόγων, διαφημιστών με πολιτικές ανησυχίες, χουντικών κληρονόμων, απόφοιτων της Γούβας με μία εσάνς μεταλλάδων. Απ’τους στρατηγούς χωρίς στρατό, φτάνουμε στους τσιφλικάδες χωρίς τσιφλίκι και στην απόδοση τιμών και αξιωμάτων στους τρελούς του χωριού.

“Παράνοια και ναρκισσισμός” διέπουν το τοπίο, λέει ο ψυχίατρος Στέλιος Στυλιανίδης. Αυτή είναι η διάγνωση του πολιτικού σκηνικού όταν η πολιτική θεωρία αδυνατεί να πει οτιδήποτε. Ο κάθε ιδεολογικός φορέας πλέον δεν έχει ως οπλοστάσιο τον ανθρωπολόγο, τον κοινωνιολόγο, τον πολιτικό επιστήμονα, τον οικονομολόγο και τον συνταγματολόγο. Επιτίθεται με τον γραφίστα και τον web designer, με το σλόγκαν (“Να Ξεβρωμίσει Ο Τόπος”) και το χιούμορ, με τα social media και τις δημόσιες σχέσεις. Ο Καμμένος στο κρις-κραφτ, ο Άδωνις στο ζαχαροπλαστείο, ο Μιχαλολιάκος στην λαϊκή, ο Σαμαράς στο Ζάππειο και ο Βορίδης στην φαντασίωση μιας Πλατωνικής Πολιτείας να φιλοσοφεί απο το βήμα της Βουλής. Η δε λαϊκή τους βάση έχει διαχύσει το έργο του γραφείου προπαγάνδας στα περαστικά σχόλια των 200 χαρακτήρων του youtube, την ίδια στιγμή που το κοινωνικό λειτούργημα της επίθεσης κατά μεταναστών, κρατικό ή παρακρατικό, γίνεται ευρέως αποδεκτό ως “μία κάποια λύση” και οι εικόνες της ρατσιστικής πολιτικής στο βασίλειο της Αμυγδαλέζας είναι πρωτίστως καλογυαλισμένα στιγμιότυπα που απαθανάτισε η υψήλης ευκρίνειας ψηφιακή φωτογραφική, έτοιμα για το tumblr.

Μέσα σ’ αυτό το γκροτέσκο συνονθύλευμα, η πολιτική κριτική ξεφορτώνεται κάθε αναλυτικό εργαλείο και αφήνεται στην τύχη της λαϊκίστικης σάτιρας. Η επίθεση στην αισθητικοποιημένη βαρβαρότητα αποτελεί πλέον αρμοδιότητα ενός Λαζόπουλου ή ενός Κανάκη – σκουριασμένα γρανάζια στην αναπαραγωγή της μαζικής κουλτούρας – και η δυσκολία ανεύρεσης νοήματος στην πολιτική διαφωνία μετατρέπεται στην οριστική παραίτηση απο αυτήν την αποστολή. Ας γελάσουμε λοιπόν όσο το γραμματικό λάθος του “εγέρθητω” μετατρέπεται σε εμπόρευμα του πολιτιστικού κεφαλαίου και αναπαράγεται με φρενιτικούς ρυθμούς μονοπωλώντας την καθημερινή χιουμοριστική δημιουργικότητα. Αυτή η μπουρλέσκ αναδιάρθρωση, με το κοινό της παγιδευμένο ανάμεσα στην νοσταλγία του παλαιού μικροαστισμού και το νεοναζιστικό καν-καν (που δεν ακμάζει μόνο στους κύκλους της Χρυσής Αυγής), ξαναχτίζει τον κόσμο με τόνους θυμικού, εξωθώντας τον κάθε Λόγο στην παλαιοντολογία.

Η Τσιτσιολίνα, η Τζούλια και ο Καιάδας στον Θέμο.

Η μετάβαση στο μοντέλο της Ντίσνεϊλαντ με την θανατική ποινή αποτελεί πλέον μία παγκόσμια ιστορική κανονικότητα. Όταν πριν μερικές δεκαετίες ήρθε η σειρά της Ιταλίας να δομήσει την δική της γυαλιστερή κόλαση, οι προγραμματικοί στόχοι της οικολογίας και της κεντρώας ανθρωποκεντρικής ατζέντας ανέθεσαν την εκπροσώπησή τους στην πορνοστάρ Τσιτσιολίνα. Την ημέρα του 1979 που η Τσιτσιολίνα έμπαινε στο ιταλικό κοινοβούλιο, το χαρούμενο γκρότεσκο του ύστερου καπιταλισμού εδραίωνε την κυριαρχία του στον ιταλικό χώρο. Οι αμιγώς ταξικές διεκδικήσεις της ταραχώδους δεκαετίας του ’70, αφού υποβιβάστηκαν στην ρεφορμιστική μορφή τους, έλαβαν θέση στο κοινόβουλιο και την δημόσια σφαίρα ως απλές εκκεντρικότητες, ως ασόβαρες φωνές μπροστά στην ακλόνητη ωριμότητα της συντριπτικής κεφαλαιοκρατίας. Παράλληλα, η απάντηση της άρχουσας τάξης στην υλική αμφισβήτηση της αντιπροσώπευσης που εκφράστηκε στις οργανωτικές επιλογές του κινήματος της Αυτονομίας, δεν ήταν η αποδοχή του αιτήματος κατάργησης αυτής της σχέσης, αλλά ο εξευτελισμός της: θα μεταφράσουμε τα αιτήματα σας σε άλλα και θα αντιπροσωπεύεστε, αλλά απ’την “αστεία” Τσιτσιολίνα. Επειδή αυτό σας αξίζει.

Μία ένα-προς-ένα αντιστοιχία, θα έβρισκε στην Τζούλια Αλεξανδράτου τη νέα Τσιτσιολίνα. Οι 16 θέσεις που διατύπωθηκαν στο προεκλογικό της πρόγραμμα (πλήρης ακύρωση των μνημονιακών συμβάσεων, άδεια παραμονής και εργασίας σε όλους τους μετανάστες, δωρεάν ρεύμα, νερό και συγκοινωνίες, δωρεάν παιδεία και υγεία, άμεση απελευθέρωση όλων των φυλακισμένων αγωνιστών κ.α.), διαχρονικές αλλά και ιδιαιτέρως επίκαιρες διεκδικήσεις του ανταγωνιστικού κινήματος, θα συναντούσαν μέσω της Τζούλιας την γελοιοποίησή τους, τον υποβιβασμό στην εκκεντρικότητα, την εκκένωση του νοήματος, την ουσιαστικότερη αποσιώπησή τους. Από συγκροτημένα έλλογα ταξικά αιτήματα, θα μετατρέπονταν σε άναρθρες κραυγές ενός ατόμου παντελώς ανίκανου να τα τεκμηριώσει. Ωστόσο, ο Δημοσθένης Βεργής δεν είναι τόσο καλός στην επικοινωνιακή πολιτική και απ’ ότι φαίνεται, στην ελληνική πραγματικότητα του 2012, δεν χωράνε πολιτικοί πορνοστάρ, μόνο οροθετικές πόρνες προς χυδαία διαπόμπευση.

Αν δεν είναι όμως η Τζούλια, ποιό είναι λοιπόν το δημόσιο πρόσωπο αυτής της υπονόμευσης; Τί εμφανίζεται αρχικά ως σοκ στο κοινοβούλιο, περνάει μία περίοδο σύγκρουσης με την μικροαστική ηθική (και όχι με το πολιτικό αντεπιχείρημα) και τελικά εξανθρωπίζεται στον δημόσιο λόγο; Όχι οι αθώες προθέσεις της Τσιτσιολίνα ή της Τζούλιας αυτή την φορά. Αυτή την φορά, η δημιουργία ενός – έστω και ξώφαλτσα – αντικαπιταλιστικού δημόσιου χώρου (πλατείες, καλοκαίρι 2011) κωδικώνεται ως ακροδεξιός λιμένας, η αντιμνημονιακή έξαρση επενδύεται στην φαντασίωση της εθνικής σωτηρίας και η ευκαιρία του ανοίγματος σε νέες μορφές πολιτικής κλείνει ερμητικά με την νεοναζιστική ταφόπλακα. Το θεαματικό bail-out του χρεοκοπημένου αστικού μοντέλου διακυβέρνησης εμφανίζει την κρίση αντιπροσώπευσης ως αυτό που επιτρέπει σε μια υποτιθέμενη διαφορετικότητα, που κάθε άλλο παρά διαφορετικότητα είναι, να μπει και να ξεφτιλίσει τους τύπους της ορθής διακυβέρνησης. Στο πρώτο στάδιο, εμφανίζει μία ναζιστική συμμορία ως αντάξια δημοκρατικής ανοχής. Στο δεύτερο στάδιο, προσωποποιεί την αντίθεση-αλλά-ανοχή αυτή στο πρόσωπο του Καιάδα.

Οι επιθέσεις της δημοσιογραφικής κοινότητας στον Καιάδα κόλλησαν στον βρόχο της προαναφερθείσας μικροαστικής ηθικής. Σε όλο το εύρος του ιδεολογικού φάσματος, ο Καιάδας αντιμετωπίστηκε ως ο σατανιστής μεταλλάς και ως ο αγράμματος μιλιτάντης του “εγέρθητω”, δύο κατηγορίες που με βάση το πολιτικό πρόσωπο της Χρυσής Αυγής, δεν έχουν να πουν τίποτα. Η πολιτική σύσταση της οργάνωσης αυτής, με χαρακτηριστική την έλλειψη επιστημονικής πτέρυγας, θεμελιώνεται ακριβώς πάνω στην “νοσηρότητα του προδοτικού συστήματος” που αδυνατεί να εκπροσωπήσει τις αξίες της πατρίδας και του χριστιανισμού. Ο Καιάδας είναι το ιδανικό δημόσιο πρόσωπο για μία τέτοια ατζέντα: το γνήσιο λαϊκό τέκνο που αντιφάσκει ανάμεσα στον χριστιανισμό και την σατανιστική κουλτούρα, στον ναζισμό και την πατριδολατρεία, με πυξίδα τα ασαφή ιδανικά του εθνικισμού που έχουν ως μοναδικό χώρο έκφρασης τον λαϊκό σύνδεσμο της Χρυσής Αυγής. Το κομβικό επιχείρημά τους είναι ότι ακριβώς με την παρούσα διακυβέρνηση, αναγκάζονται να είναι ατελείς Έλληνες και ατελείς Χριστιανοί. Κατά συνέπεια, κάθε τέτοια επισήμανση, αποτελεί μία κενή κατηγορία.

Με την αποτυχία της κριτικής αυτής να τιθασεύσει το χρυσαυγίτικο γόητρο, το εγχώριο χαρούμενο γκροτέσκο εργαλειοποιεί τα φαινόμενα. Η ύστατη εικόνα φρίκης δεν είναι πια οι φτωχοί, οι ξυλοκοπημένοι και οι δολοφονημένοι που το μάτι του θεατή ακόμα κοιτάει με μία κάποια συμπόνοια. Η φρίκη γίνεται πλέον ζήτημα οπτικής και εξαφανίζεται στο αισθητικοποιητικό μάτι που έχει εξομοιώσει τα πάντα ως εικόνες. Η πιο ζοφερή εικόνα είναι η θέα της ενσωματωμένης φρίκης, εκεί που αυτή αποτελεί ψυχαγωγία ή event, αυτό που βλέπει το πολιτικό μάτι όταν κοιτάει το αισθητικοποιητικό αγνάντεμα.

Mark Ryden – The Cloven Bunny

Η εκπομπή του Θέμου Αναστασιάδη με καλεσμένο τον Καιάδα υπήρξε η ιδανική αποκρυστάλλωση αυτού του γκροτέσκου. Ένα χρωματιστό στούντιο με ένα Crash Bandicoot να παίζει πίσω και τρεις παρουσιαστές που κάθε άλλο παρά φειδώ έδειξαν στα χαμόγελα και τους παρεΐστικους αστεϊσμους με τον διάσημο πλέον χρυσαυγίτη. Η επόμενη ημέρα των κομμένων ηπάτων του Σρόιτερ, της δουλικής ευγένειας του Ευαγγελάτου και της λαϊκής ηρωοποίησης του Θεοδωράκη, είναι ακριβώς αυτή: το σημείο στο οποίο η ύπαρξη του νεοναζί δεν σοκάρει, δεν δημιουργεί αποστροφή, δεν φοβίζει αλλά αντίθετα μπορεί να καθοδηγήσει μία βραδιά καλοπέρασης. Ο οικογενειάρχης “αγαθός” παιδοβούβαλος σε εύθυμο κλίμα με τον παρουσιαστή που φοράει μπλουζάκι “Έλληνας Γεννιέσαι”, ενόσω επιγραφές όπως “Κυριλένκο, σας μάθαμε γράμματα με τον Κύριλλο και μπάσκετ με τον Πρίντεζη” παρελαύνουν στο κάτω μέρος της οθόνης, με διαλείμματα για αστεία βιντεάκια αδέξιας προπαγάνδας κατά του ΣΥΡΙΖΑ, αποτελούν την νέα μορφή της διασκέδασης που το αισθητικοποιητικό μάτι είναι πρόθυμο να απολαύσει, ένα θέαμα τρομακτικά φτηνό που εν είδει καπιταλιστικού ρεαλισμού αποτυπώνει την παρούσα κατάσταση.

Αντί Επιλόγου

Ο κώδωνας του κινδύνου ποτέ δεν αφορούσε στατιστικά εκλογικά αποτελέσματα πάνω σε ένα δείγμα που κάθε άλλο παρά ορθολογική συμπεριφορά έχει. Ο κίνδυνος αφορά πάντα τις νέες φρίκες που μπορούν να γίνουν μέρος της κανονικότητας, να παρουσιαστούν ως αθώες επιλογές κουλτούρας και να αναπαραχθούν ανεξέλεγκτες. Αυτή είναι η έρημος της αντίληψης, η έρημος του νοημάτος την οποία με ταχύτατους ρυθμούς πλευρίζουν οι εργολάβοι του γκροτέσκου.

Αθήνα, 15/5/2012

1 The Screamers – 122 Hours of Fear

2 Δημοσιευμένο στο Wired Σεπτεμβρίου/Οκτωβρίου 1993. Το κείμενο μπορεί να βρεθεί στα Αγγλικά στο http://www.wired.com/wired/archive/1.04/gibson.html

Η αναδημοσίευση του κειμένου ή μέρους του είναι απολύτως ελεύθερη για μη εμπορικούς σκοπούς.

Για τη μεταφορά Back Door Man

http://wp.me/p1pa1c-h1Z