Είναι η Χρυσή Αυγή ο κίνδυνος;

Posted on 11 Μαΐου, 2012 10:30 πμ από

94


του Ιουλιανού

Οι λειτουργίες του παγκοσμίου καπιταλιστικού συστήματος ποτέ δεν υπήρξαν ομαλές και ουδέποτε παρουσίασαν σταθερές οικονομικές συνθήκες ,αλλά διακυμάνσεις μέσα σε μια συγκεκριμένη χρονική διάρκεια. Η διακυμάνσεις αυτές έχουν περιγραφεί έξοχα από τον Σοβιετικό οικονομολόγο Kondratiev όπου με βάση την θεωρία του των Μακρών Κυμάτων προέβλεψε ότι αυτή η χρονική διάρκεια των διακυμάνσεων είναι της τάξεως των πενήντα χρόνων. Αυτή η χρονική διάρκεια , αυτός ο κύκλος, ήταν ικανός να παράγει δυνατότητες μα και προβλήματα. Απροσδόκητα κέρδη στους ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής μα και χρεοκοπίες. Όπως και ο Μαρξ ο Kondratiev πίστευε ότι οι κύκλοι αυτοί είναι μέρος μιας διαδικασίας όπου ο καπιταλισμός θέτει σε κίνδυνο την ίδια την ύπαρξη του. Είναι δηλαδή μια εσωτερική και ανυπέρβλητη εσωτερική αντίφαση. Άρα η εκδήλωσή της κρίσης είναι νομοτελειακή, αντικειμενικό γεγονός, πέρα και έξω από τη θέληση των ίδιων των καπιταλιστών.

Στην διάρκεια του μεσοπολέμου και ενώ η κρίση του συστήματος είναι προ των πυλών επιβλήθηκαν από ΗΠΑ Βρετανία και Γαλλία στην ηττημένη του Α Πολέμου Γερμανία τεράστια και απροσδιόριστα ποσά ως «ένοχη του πολέμου». Για να πληρωθούν όμως αυτά τα ποσά οι ΗΠΑ εξανάγκασαν την Γερμανία να καταφύγει σε έναν επαχθή δανεισμό από αμερικανικές τράπεζες με αποτέλεσμα τα λεφτά των επανορθώσεων να προέρχονται από αμερικανικά δάνεια. Τότε όμως χτύπησε η Μεγάλη Κρίση-από τα ακίνητα ξεκίνησε και τότε- και ο χάρτινος πύργων αυτών των Γερμανικών δανείων κατέρρευσε, όπως κατέρρευσε όλος ο καπιταλισμός. Όλη η παγκόσμια οικονομία, από την παραγωγή ως τις διευθετήσεις των διεθνών πληρωμών.

Αυτή η κρίση ήταν που προκάλεσε σοβαρές πολιτικές περιπλοκές στην Ευρώπη σε μια περίοδο μάλιστα που είχαν εδραιωθεί οι κομμουνιστές και αποτελούσαν απειλή μια και η ΕΣΣΔ φάνηκε και ήταν απυρόβλητη απέναντι στην καπιταλιστική καταστροφή.

Τότε ακριβώς παρουσιάζεται η τάση του αστικού πολιτικού κόσμου για ενδυνάμωση της ριζοσπαστικής Δεξιάς.

Η ανεργία η πείνα και ο φόβος αντί να ενισχύσει τις δυνάμεις της κοινωνικής επανάστασης όπως ανέμενε τότε η Κομουνιστική Διεθνής, το καραβάνι του φοβισμένου κόσμου έπαιρνε τον δρόμο του εθνικοσοσιαλισμού-φασισμού σπρωγμένος εκεί από το αποτυχημένο αστικό πολιτικό σύστημα,μα και από την στιβαρή εξουσία της εκκλησίας. Του καθολικισμού.

Επομένως το άμεσο αποτέλεσμα της Ύφεσης ήταν ακριβώς το αντίθετο από αυτό που ανέμεναν οι αριστεροί της εποχής.

Όμως χωρίς τον «θρίαμβο» του ρατσιστικού φασιστικού ναζισμού του Χίτλερ η ιδέα του φασισμού ως δεξιός ριζοσπαστισμός δεν θα γινόταν ποτέ καθολικό φαινόμενο έστω και αν έχουμε από την δεκαετία του ’20 μια σειρά χώρες όπου εγκαθιδρύονται φασιστικά καθεστώτα. Στην Ουγγαρία το 1920, στην Ιταλία το 1922, στη Βουλγαρία και στην Ισπανία το 1923 με και αργότερα με τον Φράνκο, στην Αλβανία το 1924, στην Ελλάδα το 1925 και αργότερα με τον Μεταξά, στη Λιθουανία, την Πολωνία και την Πορτογαλία το 1926 και στη Γιουγκοσλαβία το 1929.

Το παράδειγμα της Γερμανίας

Στις εκλογές για το Ράιχσταγκ του Μάη 1928, το κόμμα του Χίτλερ συγκέντρωσε μόλις το 2,6% των ψήφων, αλλά δύο χρόνια αργότερα, στις εκλογές του Σεπτέμβρη του 1930 τα ποσοστά του εκτοξεύονται στο 18,3%, συγκεντρώνοντας 6,4 εκατ. ψήφους, και 107 βουλευτές με επικεφαλής τον Γκέρινγκ. Τα παλαιά αστικά κόμματα και το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα έχασαν πολλές ψήφους. Το Κομμουνιστικό Κόμμα συγκέντρωσε 4.590.000 ψήφους.

Την άνοιξη του 1932 έγιναν προεδρικές εκλογές. Υποψήφιος ο Χίντενμπουργκ. Οι σοσιαλδημοκράτες τον υποστήριξαν δηλώνοντας πως η εκλογή του Χίντενμπουργκ θα σώσει τη χώρα από το φασισμό. Οι φασίστες είχαν υποψήφιο τον Χίτλερ και το γερμανικό εθνικό λαϊκό κόμμα τον Ντίστερμπεργκ. Επειδή κανένας υποψήφιος δε συγκέντρωσε την απόλυτη πλειοψηφία, γι’ αυτό στις 10 Απρίλη έγιναν πάλι εκλογές. Εκλέχτηκε ο υποψήφιος που στήριζε η σοσιαλδημοκρατία, ο Χίντενμπουργκ. Με πρόταση του Χίντενμπουργκ στις 30 Μάη 1932, σχηματίστηκε κυβέρνηση στη Γερμανία με επικεφαλής τον Φραντς φον Πάπεν, που αύξησε πρώτα πρώτα τη φορολογία και μείωσε δραστικά τα κονδύλια για την κοινωνική ασφάλιση. Ταυτόχρονα οι ιδιοκτήτες των βιομηχανιών επιχορηγήθηκαν με εκατομμύρια μάρκα.

Στις εκλογές για το Ράιχσταγκ που έγιναν στις 31 Ιούλη 1932, το εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα του Χίτλερ πήρε 13,7 εκατ. ψήφους και έβγαλε 230 βουλευτές. Τα πιο πολλά από τα παλαιά αστικά κόμματα είχαν μεγάλες απώλειες. Το Κομμουνιστικό Κόμμα, παρά την τρομοκρατία, συγκέντρωσε 5,3 εκατ. ψήφους και πήρε 89 έδρες και το σοσιαλδημοκρατικό 8 εκατ. περίπου ψήφους και 133 έδρες. Οι χιτλερικοί διεκδίκησαν να τους δοθεί η κυβερνητική εξουσία.

Το Νοέμβρη του 1932 έγιναν καινούριες βουλευτικές εκλογές που έδειξαν πως το κομμουνιστικό κόμμα είχε αυξήσει ακόμη πιο πολύ την επιρροή του. Πήρε 6 εκατ. περίπου ψήφους. Το κόμμα του Χίτλερ είχε χάσει 2 εκατ. ψήφους και οι έδρες του από 230 περιορίστηκαν σε 196. Οι εθνικοσοσιαλιστές έχασαν και στις εκλογές για τα τοπικά όργανα αυτοδιοίκησης.

Αμέσως μετά τις εκλογές , μια ομάδα βιομήχανων και τραπεζιτών υπέβαλαν στον πρόεδρο Χίντενμπουργκ ένα υπόμνημα και ζητούσαν να διορίσει καγκελάριο του Ράιχ τον Χιτλερ. Και βεβαίως το δρομολόγησαν όλα τα αστικά κόμματα μαζί και οι σοσιαλιστές στα πλαίσια της αστικής δημοκρατίας που καθοριζόταν από το «Σύνταγμα της Βαϊμάρης».

Τις πρώτες μέρες του Γενάρη του 1933 στην Κολονία, στο σπίτι του τραπεζίτη Σρέντερ, συναντήθηκαν οι ιδιοκτήτες μονοπωλίων, Φέγκλερ, Κίρντορφ, Τίσεν και Σρέντερ με τον Πάπεν, τον Χούγκεμπεργκ και τον Χίτλερ. Στη συνάντηση αυτή λύθηκε οριστικά το πρόβλημα της παράδοσης της εξουσίας στον Χίτλερ.

Στις 30 Γενάρη του 1933 ο Πρόεδρος Χίντενμπουργκ διόρισε τον Χίτλερ καγκελάριο. Ο Πάπεν έγινε αντικαγκελάριος.

Στις 20 Φεβρουαρίου 1933, λίγο πριν από τις γερμανικές εκλογές της 5ης Μαρτίου 1933, μετά από πρόσκληση του Γκέρινγκ, περίπου 25 από τους μεγαλύτερους βιομήχανους της Γερμανίας, μαζί με τον Σαχτ (σ.σ. Πρόεδρο της Τράπεζας Διεθνών Διευθετήσεων από το 1930, Διευθυντή της Τράπεζας του Ράιχ και από το 1934 υπουργό Οικονομικών των ναζί), συναντήθηκαν στο Βερολίνο. Στη συνάντηση αυτή ο Χίτλερ ανακοίνωσε την πρόθεση των ναζί να αποκτήσουν τον ολοκληρωτικό έλεγχο της Γερμανίας. Μεταξύ των παρευρισκομένων ήταν ο Γουστάβος Κρουπ, επικεφαλής της πολεμικής βιομηχανίας Alfried Krupp A.G., και πρόεδρος του Συνδέσμου Βιομηχάνων, τέσσερα ηγετικά στελέχη της I. G. Farben, ενός εκ των μεγαλυτέρων μονοπωλίων χημικών στον κόσμο, ο Αλβέρτος Βόγκλερ, επικεφαλής της United Steel Works της Γερμανίας και άλλοι επιφανείς βιομήχανοι.

Η συνάντηση έληξε με τη σύσταση ειδικού ταμείου υποστήριξης των ναζί στις επερχόμενες εκλογές του Μάρτη 1933, ύψους 3.000.000 μάρκων.

Στις εκλογές του Μάρτη του 1933, το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα του Χίτλερ πήρε το 43,9% των ψήφων και την πλειοψηφία στη Βουλή.

Με το Σύνταγμα της Βαϊμάρης ανέβασαν τον Χίτλερ στην εξουσία οι καπιταλιστές, με την τεράστια βοήθεια της σοσιαλδημοκρατίας.

Η Ελλάδα σήμερα

Σίγουρα είναι αδιανόητο να παραγνωρίζουμε την ιστορία και το ιστορικό υλικό. Μα όταν μια συγκεκριμένη ιστορική εμπειρία μετατρέπεται σε αποκλειστικό γνώμονα τότε παραμορφώνουμε την πραγματικότητα που βιώνουμε.

Οι κυρίαρχες όμως πολιτικές δυνάμεις, τα οργανωμένα καπιταλιστικά συμφέροντα, οι μηχανισμοί πίεσης, τα εκδοτικά- εργολαβικά-εφοπλιστικά συγκροτήματα τύπου ΔΟΛ έχουν αναγάγει σε προσφιλές θέμα την Βαϊμάρη και ταυτόχρονα χύνουν κροκοδείλια δάκρυα για την άνοδο της Χρυσής αυγής τονίζοντας πάντα την «θεωρία των δυο άκρων» που βάζουν σε κίνδυνο τη «δημοκρατία» και έτσι συνδέουν «τα άκρα» με «το τέλος της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης».

«Τα κόμματα των άκρων εκτινάζονται σε επίπεδα πρωτόγνωρα.(…) Αυτό μοιάζει πολύ -το λέω να το ακούνε οι φίλοι μας οι Ευρωπαίοι- με το τέλος της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Οδηγούνται τα πράγματα στα άκρα… Και δεν αφορά την Ελλάδα μόνο. Κινδυνεύει να γίνει πολύ κολλητικό και για τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες (…) Έλεγε από τον Φεβρουάριο που μας πέρασε ο Σαμαράς.

Και ο Βενιζέλος, αυτός που διόρισε τον αρχηγό της φασιστικής ΕΠΕΝ και του Ελληνικού Μετώπου, Βορίδη υπουργό, σε ένα ρεσιτάλ θράσους – αντάξιο της ιστορίας της σοσιαλδημοκρατίας – κούνησε τον Απρίλιο το δάκτυλο για να απειλήσει με «τον ορατό και απτό κίνδυνο του εκφασισμού της ελληνικής κοινωνίας»… και συνέχισε λέγοντας πως «βρισκόμαστε σε συνθήκες μεσοπολεμικές, συνθήκες Δημοκρατίας της Βαϊμάρης»… και αυτοανακηρύθηκε σε μαχητή του «αγώνα κατά της ακροδεξιάς» και κατά της «εκκόλαψης του αυγού του φιδιού»…

Και το Βήμα στις 29-4-12 έγραφε: «Καταγγελία του μνημονίου, λογιστικός έλεγχος του δημοσίου χρέους και όλων των δανειακών συμβάσεων από το 1974 ως σήμερα, άρνηση πληρωμής του παράνομου και επαχθούς χρέους», «εθνικοποίηση όλων των τραπεζών». Ποιανού κόμματος είναι άραγε αυτές οι θέσεις; Του ΚΚΕ, της Χρυσής Αυγής ή κάποιων αριστεριστών; Πολλές φορές οι θέσεις των δύο άκρων του πολιτικού φάσματος μοιάζουν μεταξύ τους, καθώς αναμειγνύονται ο αντικαπιταλιστικός, ο αντιαμερικανικός και ο αντιμνημονιακός λόγος τους και συσκοτίζονται οι άλλες αντιθέσεις τους, όπως το Εθνικό – Διεθνιστικό, το Μεταναστευτικό κ.ά.

Και ο Κασιματης έγραφε στην καθημερινή για «Το φαινόμενο της Χρυσής Αυγής» :

«Έχω την εντύπωση ότι, σε ένα πρώτο επίπεδο, η στάση τους είναι η αντίδραση στο φαινόμενο της αριστερής βίας, που εισήγαγε στην πολιτική και κοινωνική ζωή ο ΣΥΡΙΖΑ με τους κουκουλοφόρους του τα τελευταία τέσσερα χρόνια. Οι οπαδοί του ΚΚΕ μπορεί να φρίττουν όταν οι τρίτοι τους βάζουν στο ίδιο καλάθι με τα γκρουπούσκουλα των Εξαρχείων, αλλά για τους μη ανήκοντες στην Αριστερά οι διαφορές της μαρξιστικής θεολογίας είναι εξίσου ασήμαντες με τους προβληματισμούς των θεολόγων του Μεσαίωνα για το φύλο των αγγέλων. Αν οι προστατευόμενοι του ΣΥΡΙΖΑ μπορούν να καίνε την Αθήνα και να δολοφονούν τους εργαζομένους της Marfin χωρίς να αντιμετωπίζουν τις συνέπειες, είναι επειδή το ΚΚΕ άνοιξε τον δρόμο, κάνοντας αποδεκτή καθημερινότητα την κατάληψη των δρόμων από τον κομματικό στρατό του κάθε τρεις και λίγο. Ετσι φθάσαμε στο σημείο, όπου ακούς: «Γιατί να είναι το ΚΚΕ στη Βουλή και όχι η Χρυσή Αυγή;». «Επειδή το ΚΚΕ το συνηθίσαμε», όπως λέει ένας φίλος, με την απλότητα της σοφίας.»

Μέσα από τέτοια ρεσιτάλ υποκρισίας σκαρώνουν αυτό που ονομάζουν «κοινή γνώμη» . Η επίσημη κοινή γνώμη είναι μια μαϊμού όπως και οι κατασκευαστές της, οι φασιστοειδείς τεχνοκράτες της προπαγάνδας και του αμοραλισμού.

Κρύβουν πως φασισμός δεν είναι μόνο μερικοί ηλίθιοι με ξυρισμένα κεφάλια που δίνουν στρατιωτικά παραγγέλματα, μα είναι και η δικτατορία του χρηματιστικού μονοπωλιακού κεφαλαίου με φερετζέ το κοινοβούλιο. Που δεν διστάζουν να απολύουν μα και να διορίζουν πρωθυπουργούς διαμέσου του παγκόσμιου τραπεζικού κεφαλαίου, μα και των διεθνών δανειοδοτικών φορέων, της ολιγαρχίας του πλούτου.

«Την δευτέρα ανοίγουν οι αγορές», ούρλιαζε ο Βενιζέλος στην βουλή ξεδιπλώνοντας το μοναδικό του επιχείρημα με σκοπό να ψηφιστεί το δεύτερο «μνημόνιο». Διότι αν δεν ψηφιστεί αύριο δεν θα έχουμε παιδικό γάλα, τρόφιμα στα ράφια του Βερόπουλου, βενζίνη στα διυλιστήρια του Λατση και του Βαρδινογιάννη.

Φασισμός όμως είναι και ο συνδυασμός συντηρητικών αξιών με χειραγώγηση της μάζας και με ουσιαστικό επίκεντρο τον εθνικισμό που εμφανίζονται ως αντίδραση στον νεοφιλελευθερισμό και γενικότερα ενάντια στο κύμα των μεταναστών.

Ο οποίος συνδυασμός εμφανίζεται ως προστάτης των καθαρόαιμων γηγενών εκμεταλλευόμενος την απογοήτευση του λαού που βλέπει να συνθλίβεται από το κράτος ξαφνικά, εκεί που κρατούσε μια μέση θέση στην κοινωνική κλίμακα.

Τέτοιου είδους όχι στενά φασισμός είναι οι «Έλληνες» του νέου σωτηρα του Έθνους. Του Καμμένου.

Ο οποίος βρήκε μέσα στα μεσαία στρώματα της Δεξιάς μια μάζα απογοητευμένων και δυσαρεστημένων οι οποίοι δεν γνώριζαν που να προσδεθούν και ταυτόχρονα φοβόταν τους κουρεμένος αγράμματους της φασιστικής χρυσής αυγής. Ο Καμμένος που φορά γραβάτα εκμεταλλεύτηκε το κύμα έντονης δυσαρέσκειας ενάντια στις κυρίαρχες ελίτ του χώρου, και με εθνικιστική ρητορική δημιούργησε ένα ισχυρότατο δεξιό ρεύμα που είναι ικανό στο μέλλον να απορροφήσει μορφώματα τύπου χρυσής αυγής.Άλλωστε τα φασιστικά κινήματα ιστορικά έχουν την τάση να απευθύνονται στα εθνικιστικά πάθη στις προκαταλήψεις και στον Θεό. «Θα προχωρήσουμε με τη βοήθεια της Παναγιάς», έλεγε προεκλογικά ο Καμμένος.

Ο «λαός» όμως αποτελείται από σειρά ομάδων, συλλογικών οντοτήτων, και εντάσσετε σε κοινωνικά στρώματα με ανόμοια συμφέροντα. Η εξάλειψη ή μείωση των αντιθέσεων ή των συγκρούσεων μεταξύ των, κάνουν το πολίτευμα βιώσιμο.

Και αυτός ο σιωπηρός συμβιβασμός έχει ήδη διαρραγεί. Το παλιό πολιτικό σύστημα ψάχνει την ενίσχυση της τάσης για αναπαλαίωση του ή πως θα διατηρήσουν ένα επαρκές σώμα υποστηρικτών ψάχνοντας συναίνεση στη βάση του συμφέροντος του, πατρονάροντας όμορες δυνάμεις.

Ωστόσο σε τέτοιες συνθήκες η αριστερά έχει μόνο ένα καθήκον.

Την ταξική πάλη να την αναγάγει σε κανόνα κοινωνικής έντασης και ταυτόχρονα να την μετάφραση σε βιώσιμη πολιτική δράση με στόχο την εξουσία.

Καμία ειρήνη με κανέναν.

Short URL: http://wp.me/p1pa1c-gWW

Advertisements