Αριστερά, κρίση & πατριωτισμός

Posted on 4 Απριλίου, 2012 12:51 μμ από

23


του Καπυμπάρα

Ζούμε σε μια περίοδο που η επίθεση στους όρους ζωής της εργαζόμενης πλειοψηφίας, όσον αφορά το εισόδημα, τις εργασιακές σχέσεις και τις κοινωνικές παροχές δεν έχει προηγούμενο. Οι δυνάμεις που καρπώνονται τον πλούτο που παράγει η κοινωνία, προσπαθούν να απαντήσουν στην παγκόσμια κρίση του καπιταλισμού, επιδιώκοντας να αυξήσουν την κερδοφορία τους μειώνοντας το «εργατικό κόστος» και καταλύοντας τους όρους συλλογικής διαπραγμάτευσης των εργαζομένων.

Με αφορμή την ιδιαίτερη μορφή που έχει λάβει η κρίση, ως κρίση χρέους, η δημόσια συζήτηση υποτάσσεται στην ανάγκη αντιμετώπισης του χρέους και της σωτηρίας της πατρίδας. Έτσι, αυτοί που εφαρμόζουν τις πιο σκληρές ταξικές πολιτικές, που μεταφέρουν τα βάρη της κρίσης στις πλάτες των εργαζομένων, που δεν ευθύνονται γι’ αυτήν, εμφανίζονται να μιλούν στο όνομα του «γενικού συμφέροντος» και παρουσιάζουν τις αντιδράσεις στην πολιτική τους σαν ανώφελες (αφού όλοι μαζί θα βουλιάξουμε) και καταστροφικές για την τύχη του έθνους (δεν θα πάρουμε τη δόση).

Στο σχήμα αυτό είναι αυτοί που κατέχουν μια γενική οπτική της κατάστασης και ξέρουν τι κάνουν, ενώ όσοι αντιδρούν φέρονται να είναι είτε ιδιοτελείς είτε στην καλύτερη περίπτωση αφελείς, συναισθηματικοί και κοντόφθαλμοι, χωρίς συνολική θέαση του προβλήματος και ρεαλιστικό εναλλακτικό πολιτικό σχέδιο.

Παράλληλα, για να επιβληθούν οι επιδιώξεις τους είναι απαραίτητο, για να σωθεί ο λαός από τον ανεύθυνο εαυτό του, να περιοριστεί η δημοκρατία. Η ευθύνη για τις αποφάσεις να περάσει σε μη εκλεγμένα, στεγανά σώματα εντός κι εκτός της χώρας και το πεδίο της θεμιτής δημοκρατικής αντιπαράθεσης να περιοριστεί σε ό,τι περισσεύει από αυτό που θεωρείται αρμοδιότητα των τεχνοκρατών. Άλλωστε, σύμφωνα με το κυρίαρχο ολιγαρχικό στερεότυπο, είναι η υπερβολική δημοκρατία, που επιτρέπει στο λαϊκισμό να θριαμβεύει ενάντια στο δημόσιο συμφέρον, που μας οδήγησε εδώ που φτάσαμε.

Η αριστερά από την πλευρά της, ως πολιτικός εκφραστής των συμφερόντων των εργαζομένων (σύμφωνα τουλάχιστον με τη φιλοδοξία της), θα ήταν άδικο να πούμε ότι δεν κατάφερε να επεξεργαστεί έναν πολιτικό αντίλογο, που να απαντά –άλλοτε περισσότερο, άλλοτε λιγότερο πετυχημένα- στο ζήτημα του χρέους, που φαίνεται να επικαθορίζει τη συζήτηση (χωρίς αυτό από μόνο του να αρκεί).

Στην προσπάθειά της όμως να παρουσιαστεί αυτή ως εκφραστής του «γενικού συμφέροντος» και ως φορέας ενός συνολικού σχεδίου, φαίνεται πως δεν απέφυγε τον πειρασμό να μιλήσει με όρους εθνικούς, πατριωτικούς. Άλλωστε, οι αφορμές γι’ αυτό δε λείπουν.

Στο κείμενο αυτό προσπαθούμε να ανιχνεύσουμε τα ιστορικά αίτια του πατριωτισμού της αριστεράς και τις διάφορες μορφές του, τους κινδύνους που εγκυμονεί μια πατριωτική ρητορική για την κρίση, αλλά και να αναζητήσουμε μια απάντηση στα ερωτήματα που θέτει ο ίδιος ο κόσμος, αλλά και η πραγματικότητα σε σχέση με το εθνικό ζήτημα, όπως τίθεται στην περίοδο της κρίσης.

Γιατί στην Ελλάδα η αριστερά είναι πατριωτική;

Υπάρχουν χώρες, όπως η Γαλλία, η Ελλάδα, η Τουρκία και οι χώρες της Λατινικής Αμερικής, στις οποίες ο πατριωτισμός είναι κομμάτι της πολιτικής παράδοσης της αριστεράς. Αναζητώντας τις αιτίες αυτού του φαινομένου, θα μπορούσαμε χοντρικά να τις συνοψίσουμε σε τρεις, οι οποίες δεν απαντώνται απαραίτητα σωρευτικά σε όλες τις περιπτώσεις: i) στη ρεπουμπλικανική – γιακωβίνικη παράδοση, ii) στον αντιιμπεριαλισμό και iii) στην ύπαρξη κατοχής κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και εθνικής αντίστασης.

i) Η γιακωβίνικη – ρεπουμπλικανική παράδοση

Σε κάποιες κοινωνίες, το πέρασμα στο μοντερνισμό κορυφώθηκε με αστικές επαναστάσεις, που οδήγησαν στη δημιουργία λαϊκών – ρεπουμπλικανικών εθνικών κρατών, με πρότυπο τη Γαλλική Επανάσταση και κάτω από την επιρροή των ιδεών του Διαφωτισμού. Ο πατριωτισμός υπήρξε συστατικό στοιχείο των προοδευτικών ρευμάτων της εποχής αυτής και η απελευθέρωση από την απολυταρχία ταυτίστηκε με τη γέννηση ενός ομοιογενούς αστικοδημοκρατικού έθνους-κράτους.

Πριν την άνοδο της μαρξιστικής αριστεράς, «αριστερά» θεωρούταν η ριζοσπαστική – γιακωβίνικη τάση του ρεπουμπλικανισμού. Στοιχεία αυτής της πολιτικής κουλτούρας διατηρήθηκαν στην αριστερά των χωρών αυτών και μετά την κομμουνιστικοποίησή της (π.χ. Γαλλία), ακόμη κι αν μέσω συμβιβασμών το ρεπουμπλικανικό πρότυπο δεν επικράτησε στη μορφή του κράτους, αλλά παρέμεινε ένα ανεκπλήρωτο ιδανικό (π.χ. Ελλάδα)

Σε χώρες που είχαν αυτήν την παράδοση και δεν ήταν ιμπεριαλιστικές σαν τη Γαλλία, αλλά βρίσκονταν σε κατώτερη θέση στο διεθνή καταμερισμό, όπως η Κούβα, η Ελλάδα ή η Τουρκία (της οποίας ο αυταρχικός κεμαλισμός αποτελεί μια καρικατούρα λαϊκού κράτους, χωρίς δημοκρατία), ο πατριωτισμός της αριστεράς μπολιάστηκε μ’ αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «πατριωτικό αντιιμπεριαλισμό».

ii) Ο αντιιμπεριαλισμός

Στις χώρες αυτές η αριστερά έχει έντονη τη σφραγίδα του αντιιμπεριαλισμού και αναπτύχθηκαν ή βρήκαν έδαφος θεωρίες και αντίστοιχα πολιτικά σχέδια, που θεωρούσαν ότι η ταξική χειραφέτηση περνά μέσα από το τσάκισμα της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης και την εθνική απελευθέρωση ή ότι καθήκον της εργατικής τάξης είναι να εξαλείψει τα φεουδαρχικά κατάλοιπα και να ολοκληρώσει, υπό την ηγεμονία της, την αστικοδημοκρατική επανάσταση σε συμμαχία με τα προοδευτικά-πατριωτικά τμήματα της αστικής τάξης, πριν το πέρασμα στο σοσιαλισμό (εμφανής είναι εδώ και η επιρροή της γιακωβίνικης παράδοσης).

iii) Η εθνική αντίσταση

Η εμπειρία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και της ναζιστικής ή φασιστικής κατοχής και της εθνικής αντίστασης, που ακολούθησε και της οποίας το κύριο βάρος σήκωσαν οι κομμουνιστές, εμπλούτισαν την πατριωτική παράδοση και το μαρτυρολόγιο της αριστεράς των χωρών που έζησαν τις εμπειρίες αυτές. Τα χρόνια αυτά η αριστερά μαζικοποιήθηκε και παράλληλα δημιουργήθηκε ένα βαρύ φορτίο μνήμης, που δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί.

Μορφές & πολιτικά αποτελέσματα του πατριωτισμού της αριστεράς στην Ελλάδα

Στη χώρα μας το πλέγμα όλων αυτών των ιδεολογικών καταβολών ενέγραψε τον πατριωτισμό στις αξίες του μεγαλύτερου τμήματος της αριστεράς, από την αντιιμπεριαλιστική ως την εκσυγχρονιστική, με διαφορετικούς βέβαια όρους. Ο πατριωτισμός της αριστεράς τη γαλούχησε να απευθύνεται σε πανεθνικά ακροατήρια, βοηθώντας σε μεγάλο βαθμό στη μαζικοποίησή της, αλλά και στην ενσωμάτωση μεγάλου μέρους του κόσμου της στο λαϊκό, «ριζοσπαστικό» ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του ογδόντα. Και γενικότερα, μπορούμε να πούμε ότι η πατριωτική ρητορική, καθώς θολώνει το ταξικό της αισθητήριο, μπορεί να οδηγήσει την αριστερά σε επικίνδυνα μονοπάτια. Ας μιλήσουμε όμως, με παραδείγματα:

i) Ο «πατριωτικός αντιιμπεριαλισμός»

Ο αντιιμπεριαλιστικός λόγος πολλές φορές αρθρώθηκε όχι με όρους ανάλυσης του καπιταλισμού, αλλά με όρους πολιτιστικούς – ταυτοτικούς. Παρήγαγε έτσι, μια ρητορική υπεράσπισης της εθνικής ταυτότητας από τον «πολιτιστικό ιμπεριαλισμό» και έναν αβαθή και εν πολλοίς απολίτικο αντιδυτικισμό, που δεν ήταν δύσκολο να αναχθεί σε προθάλαμο για το πέρασμα σε λογικές εθνικισμού ή ακόμα και ρατσισμού (βλ. π.χ. το θλιβερό πολιτικό υβρίδιο του Γ. Καραμπελιά, τις περιπτώσεις Σαββόπουλου, Ζουράρι ή την εξέλιξη του εγχειρήματος του Δ. Καζάκη).

Η υπεράσπιση της ανεξαρτησίας από τους ιμπεριαλιστές δεν είναι δύσκολο να οδηγήσει μέσα από εθνικοανεξαρτησιακές λογικές στη σύμπτωση θέσεων με την ελίτ απέναντι στους τοπικούς ανταγωνιστές της, που εμφανίζονται σαν ενεργούμενα των πρώτων, μαζί με τις εθνικές τους μειονότητες (Τουρκική, Μακεδονική) στο ελληνικό έδαφος. Και η υπεράσπιση της εθνικής ταυτότητας απέναντι στους ισχυρούς δεν ήταν δύσκολο να μετατραπεί σε υπεράσπισή της απέναντι στους μετανάστες, που επιχειρούν να την αλλοιώσουν, συχνά καθοδηγούμενοι από τους πρώτους.

Ακόμα και σε τμήματα της αριστεράς που οριοθετούνται, στον έναν ή στον άλλο βαθμό, απέναντι σ’ αυτά τα φαινόμενα (όπως π.χ. το ΚΚΕ), το άγχος για απεύθυνση σε πανεθνικά ακροατήρια, παράγει συχνά αντιιμπεριαλιστικές ρητορικές με μικρή αναλυτική αξία. Έτσι π.χ. πολλές φορές φαίνεται να αρκούνται σε μια γενικόλογη αντιιμπεριαλιστική επιχειρηματολογία, που αποπειράται να πείσει πως η αποδέσμευση από τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς και ολοκληρώσεις δεν είναι απλά προς όφελος της εργαζόμενης πλειοψηφίας, αλλά εξυπηρετεί καλύτερα και τις ελληνικές επιδιώξεις στα λεγόμενα εθνικά θέματα, άσχετα αν αυτό το δεύτερο επιβεβαιώνεται από τη συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης και μοιάζει τα συμπεράσματα να εξάγονται πρώτα και να έπεται η δικαιολόγησή τους. Με τον τρόπο αυτό, δεν οξύνεται το πολιτικό κριτήριο του κόσμου, αλλά παράγονται γενικόλογα προκατασκευασμένα σχήματα (π.χ. στις διενέξεις της Ελλάδας με τους γείτονές της θεωρείται περίπου αυταπόδεικτο ότι ο ιμπεριαλισμός στέκεται στο πλευρό των αντιπάλων μας).

 ii) Η γοητεία του «νέου πατριωτισμού» του εκσυγχρονισμού

Θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε πως ο πατριωτισμός αναπαράγεται μόνο από την παραδοσιακή αντιιμπεριαλιστική αριστερά και όχι από τη φιλοευρωπαϊκή και εκσυγχρονιστική, έστω κι αν αυτό γίνεται με πολύ διαφορετικούς όρους.

Ο «εκσυγχρονισμός» της περιόδου Σημίτη παρείχε το όραμα – εθνικό στόχο μιας ισχυρής Ελλάδας, ευρωπαϊκής και σύγχρονης, απαλλαγμένης από τον επαρχιωτισμό της. Παρουσιάστηκε να έχει προοδευτικό πρόσημο (σύγκρουση με τον παρωχημένο εθνικισμό και την ορθόδοξη εκκλησία) και πατούσε πάνω στα αιτήματα για ολοκλήρωση του αστικοδημοκρατικού εκσυγχρονισμού, παρόντα στις ρεπουμπλικανικές και αντιιμπεριαλιστικές παραδόσεις της αριστεράς.

Το που οδήγησε τους εργαζόμενους της χώρας και ποια συμφέροντα εξυπηρέτησε είναι γνωστό. Αυτό που σπάνια αναφέρεται είναι πως παρήγαγε έναν επικαιροποιημένο εθνικισμό –αυτόν του «πρώτα η Ελλάδα»- που στο όνομα του εθνικού συμφέροντος και της διεθνούς θέσης της χώρας, δικαιολογούσε την οικονομική και στρατιωτική παρουσία της Ελλάδας εκτός συνόρων και τη συμμετοχή της χώρας με στρατό ή διευκολύνσεις σε κάθε είδους «ανθρωπιστικές επεμβάσεις». Η αντίθεση σ’ αυτές παρουσιάστηκε ως επικίνδυνος αρχαϊσμός που βλάπτει το εθνικό συμφέρον. Η θέση της αλληλεγγύης των λαών παρουσιάστηκε ότι πρέπει να είναι στο χρονοντούλαπο της ιστορίας (μαζί με τον Αντρέα, τα ζιβάγκο, τα ζεϊμπέκικα και τη Ρίτα Σακελαρίου) αν θέλουμε να γίνουμε επιτέλους Ευρώπη.

Παράλληλα, σ’ αυτό το ιδεολογικό πλαίσιο, αναπτύσσεται κι ένας σοφτ ρατσισμός (που απευθύνεται κυρίως στους επισκέπτες και όχι τόσο στους κατοίκους του κέντρου της Αθήνας) σύμφωνα με τον οποίο οι μετανάστες απειλούν την πορεία της κοινωνίας μας προς το ευρωπαϊκό πρότυπο με τα καθυστερημένα τους ήθη και η παρουσία τους τραυματίζει την εικόνα της Αθήνας ως ευρωπαϊκής πρωτεύουσας. Έτσι, φαίνεται να μην χωρούν στην, κατά τα άλλα, ανοιχτή κοινωνία μας. Χαρακτηριστικές αυτής της στάσης είναι οι περιπτώσεις της συγγραφέως Σώτης Τριανταφύλλου και του θλιβερού δημάρχου Καμίνη.

Ίσως τελικά, η ευρωπαϊκή φιλελεύθερη αστική παράδοση, την υποτιθέμενη έλλειψη της οποίας ελεεινολογούν τμήματα της αριστεράς, και που παρουσιάζεται σαν φάρμακο για τον εθνικισμό και το ρατσισμό μιας κοινωνίας, όπου και η αριστερά είναι πατριωτική, να είναι μια από τις πολλές αιτίες του φαινομένου, καθώς δεν έχει μόνο φωτεινές πλευρές.

Στο σκηνικό της κρίσης

Στο σκηνικό της κρίσης, το εθνικό επανέρχεται στο προσκήνιο μέσα από τη ρητορική για «νέα κατοχή» και τα κάθε λογής πατριωτικά προσκλητήρια για να σωθεί η πατρίδα από το χρέος. Επιχειρώντας να απαντήσουμε στο ζήτημα από αριστερή  σκοπιά, δηλαδή από τη σκοπιά των συμφερόντων των υποτελών τάξεων, οφείλουμε αφενός να ορίσουμε τις διάφορες παραμέτρους της πραγματικότητας και της πρόσληψής της από τον κόσμο και αφετέρου να έχουμε ξεκάθαρους τους στόχους μας.

Καταρχήν θα λέγαμε ότι το έθνος μπορεί να είναι μια φαντασιακή κοινότητα ή αν θέλετε μια κοινωνική κατασκευή, όμως οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι η κατασκευή αυτή έχει ολοκληρωθεί, δεν είναι καραγιαπί, υπάρχει. Το πεδίο που αναπαράγεται ο καπιταλισμός είναι το έθνος – κράτος και αυτό αποτελεί μια υλική πραγματικότητα. Στο ίδιο επίπεδο αρθρώνεται και η ταξική πάλη.

Στη σημερινή κατάσταση, όπου η αρμοδιότητα για τις πιο βασικές αποφάσεις έχει εκχωρηθεί σε διεθνείς, στεγανοποιημένους από το λαϊκό έλεγχο θεσμούς, μπορούμε να πούμε ότι θέμα εθνικής κυριαρχίας υφίσταται αντικειμενικά, ανεξάρτητα από το αν η εκχώρησή της έχει γίνει από τις εγχώριες ελίτ οικειοθελώς (καθώς προς το παρόν δεν φαίνεται να τις απασχολεί η υποβάθμιση της ευρωπαϊκής περιφέρειας σε σχέση με το κέντρο, αλλά απολαμβάνουν τα κέρδη τους στον ταξικό ανταγωνισμό, που τους απέδωσε όλη η μέχρι σήμερα διαχείριση του ζητήματος του χρέους).

Το γεγονός αυτό και η πρωτοφανώς δύσκολη θέση που βρίσκονται οι εργαζόμενοι στη χώρα μας, δεν είναι παράξενο που προκάλεσαν συνειρμούς με την περίοδο της κατοχής. Άλλωστε, πολλές φορές, ιδιαίτερα στη ρητορική των κυβερνώντων, οι αναλογίες με την περίοδο αυτή είναι ανατριχιαστικές. Βέβαια, εντάσσοντάς το σε μια αριστερή – ταξική προοπτική, θα μπορούσαμε να πούμε ότι σε τελική ανάλυση το ζήτημα της εθνικής κυριαρχίας είναι θέμα δημοκρατίας και ως τέτοιο οφείλουμε να το δούμε. Κι αυτό γιατί η εθνική κυριαρχία (εξωτερική αυτοδιάθεση) είναι προϋπόθεση για τη δημοκρατία (εσωτερική αυτοδιάθεση), δηλαδή, απαραίτητη για να μπορούν να λαμβάνουν οι ίδιοι οι εργαζόμενοι τις αποφάσεις που αφορούν τη ζωή και το μέλλον τους και όχι κάποιοι απομακρυσμένοι «διεθνείς» ή «ευρωπαϊκοί θεσμοί». Εδώ, αξίζει να προσθέσουμε ότι ενώ δεν μπορεί να υπάρξει εσωτερική χωρίς εξωτερική αυτοδιάθεση, το αντίστροφο φαινόμενο είναι δυνατό και μάλιστα καθόλου σπάνιο (βλ. διάφορες «εθνικά υπερήφανες» δικτατορίες).

Από την άλλη, σαν αριστερά, στόχος μας δεν μπορεί να είναι να «επιστρέψουμε στις αγορές» ή να σωθεί αφηρημένα η χώρα από το χρέος, αλλά να απαντήσουμε στην επίθεση που δέχονται οι εργαζόμενοι της χώρας, Έλληνες και ξένοι εδώ και δύο χρόνια. Το να παρουσιάζει η αριστερά έναν στόχο κατεξοχήν ταξικό μέσα από μια γλώσσα εθνική –πατριωτική, με σκοπό να απευθυνθεί σε όσο το δυνατόν πιο διευρυμένα ακροατήρια, όπως έκανε συχνά στο παρελθόν, δεν είναι σίγουρο ότι θα επιτύχει τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα.

Γιατί να υποθέσουμε ότι η πατριωτική στάση και ρητορική της αριστεράς θα οδηγήσει αυτόματα τον κόσμο στις αγκαλιές της και δεν θα την πιέσει αντίθετα  αυτός, αφού πείστηκε σε αυτή τη βάση, να αποκτήσει μεγαλύτερη «πατριωτική συνέπεια» και στα θέματα π.χ. των μεταναστών, του Αιγαίου κ.λπ., στα οποία δεν μπορεί να ανταγωνιστεί την πατριωτική πλειοδοσία των δεξιών «αντιμνημονιακών» δυνάμεων;

Η αριστερά δεν έχει νόημα να μπει σε έναν τέτοιου τύπου ανταγωνισμό, που μόνο τις δυνάμεις του κοινωνικού κανιβαλισμού μπορεί να ενισχύσει. Οφείλει αντίθετα, να θέσει το ζήτημα έτσι όπως είναι: ως μια επιχείρηση αναδιανομής του πλούτου από τους εργαζόμενους στους εργοδότες και τις τράπεζες, χωρίς όμως να υποτιμά καμία πτυχή του και απαντώντας στα θεμιτά ερωτήματα που θέτει ο κόσμος.

______________________________________________________________________________________________

Σόρτλινκ: http://wp.me/p1pa1c-gJI