Salvemos al Fútbol

Posted on 24 Μαρτίου, 2012 7:13 μμ από

0


απο το the insiders

Το γήπεδο «γουργούριζε» υποχθόνια σαν άγριο θηρίο ενώ η βία κυκλόφερνε το ύστατο κρησφύγετο της χαράς. Οι κραυγές των ακούραστων υστερικών συγκρούονταν στον αέρα με τα ψελλίσματα των σχεδόν αμίλητων ταπεινωμένων που ατάκτως εγκατέλειπαν το γήπεδο. Το μοναχικό τους μουρμουρητό μεταμορφωνόταν σε ένα μακρόσυρτο γοερό παράπονο ενώ κυριαρχούσε η αγέλη των συνδικαλισμένων στην παράνοια της βίας, «Barras Bravas».  Σε ένα από εκείνα τα γκρίζα απογεύματα, τα ισχνά σαν σάβανο, αυτά που πολλές φορές δονούν τον αέρα του Μπουένος Άιρες, η Μόνικα Νιτζάρδο είχε την οδυνηρή επίγνωση ότι περιέπεσε σε μια συντριπτική μοναξιά. Το κατάλαβε όταν τα θραύσματα από την οθόνη του υπολογιστή της προσγειώθηκαν στο πρόσωπο της στο γραφείο της ποδοσφαιρικής ομάδας Κλουμπ Ατλάντα. Ένα γιγάντιο σφυρί αιωρείται πάνω από το κεφάλι της και οι αλαλαγμοί των οπαδών της ομάδας της αποτελούσαν το προανάκρουσμα ενός δυστοπικού μέλλοντος. Η άρνηση της να παραχωρήσει δωρεάν εισιτήρια σε σεσημασμένους οπαδούς της Ατλάντα, οι οποίοι αντλούσαν την μοναδική ικανοποίηση τους σε ένα ποδοσφαιρικό ματς από το ξύλο, είχε προκαλέσει την αντίδραση μιας δράκας διεστραμμένων οπαδών. Ήταν η άνοιξη του 2004 όταν η Νιτζάρδο αποφάσισε να θρυμματίσει την σιωπή που βασίλευε ηγεμονικά στα γήπεδα της Αργεντινής και να ηγηθεί μιας ρομαντικής σταυροφορίας.  «Salvemos al Fútbol». «Ας σώσουμε το ποδόσφαιρο»!

Το άθραυστο τείχος ενοχής

Στην Αργεντινή οι νεκροί από την επάρατη βία, σαν αυτή που ενσκήπτει και στα ελληνικά γήπεδα πυκνότατα, προσεγγίζουν τους 300 τα τελευταία 12 χρόνια. Οι «Barras Bravas», τα γκρουπ των οργανωμένων οπαδών των ομάδων, είναι οι φορείς της βίας, που έχει απλωθεί σαν ενδημική ασθένεια. Γρανάζια ενός διεφθαρμένου συστήματος, που περιλαμβάνει τις ομάδες, την αστυνομία και τους οπαδούς, το κάνουν να λειτουργεί κερδίζοντας χρήματα από την εμπορία των επίσημων αθλητικών ειδών της ομάδας, πουλώντας αναψυκτικά και τρόφιμα, κερδίζοντας δωρεάν εισιτήρια. Ομάδες που υπηρετούν τα αρχέτυπα της αμερικανικής συμμορίας, όπως την εικονογραφεί ο Μάρτιν Σκορτσέζε στην κινηματογραφική του σπουδή στο οργανωμένο έγκλημα, οι «Barras Bravas» έχουν απομονώσει την λογική από τα γήπεδα. «‘Εξορισμένη» σε ένα περιβάλλον βίας, η Μόνικα Νιτζάρδο, η οποία αποτέλεσε την υπεύθυνη επικοινωνίας του Κλουμπ Ατλάντα ως το 2004, όταν και αναρριχήθηκε στο διοικητικό συμβούλιο, αισθανόταν ότι αποτελούσε την εξαίρεση σε έναν παράλογο κανόνα που κυβερνούσε το ποδόσφαιρο της Αργεντινής. «Όταν η κουβέντα περιστρεφόταν στους Barras Bravas οι πάντες σιωπούσαν. Ότι και αν έλεγε συναντούσα ένα άθραυστο τείχος μπροστά μου από τα υπόλοιπα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου. Μέχρι που αποφάσισα μόνη μου να απαγορεύσω την διανομή δωρεάν εισιτηρίων στους οργανωμένους» θυμάται σήμερα η ηγέτιδα της μη κυβερνητικής οργάνωσης «Salvemos al Fútbol». Ήταν το 2004 όταν ο «Μπίτι», όπως αποκαλείτο ο αρχηγός της συμμορίας των οπαδών της Ατλάντα την επισκέφτηκε κραδαίνοντας ως …δώρο το υπερμέγεθες σφυρί του.

«Φοβάμαι την σιωπή των πολλών»

Οι απειλές των οργανωμένων οπαδών την φόβισαν. Όχι τόσο όμως για να μην καταγγείλει το περιστατικό, όπως την εκλιπαρούσε ο πρόεδρος και τα υπόλοιπα μέλη του διοικητικού συμβουλίου. Στο αστυνομικό τμήμα 29 η φοβισμένη Μόνικα Νιτζάρδο αποφάσιζε να κάνει κάτι για το ποδόσφαιρο. Να το σώσει. Δυο χρόνια μετά, έπειτα από μια ύποπτη καθυστέρηση της δικαιοσύνης, ο «Μπίτι» στεκόταν στην άβολη θέση του κατηγορουμένου. Ήταν η αρχή του τέλους για την σιωπή και η δημιουργία του κινήματος «Salvemos al Fútbol». Νιώθοντας τόσο μόνη σε έναν κόσμο που θεωρούσε λογική την ποδοσφαιρική βία η Νιτζάρδο ίδρυσε μαζί με τον δικαστή, Μαριάνο Μπέρχες την μη κυβερνητική οργάνωση, που έθεσε ως σκοπό να φέρει αποδείξεις στα δικαστήρια για την δράση των διαβόητων «Barras Bravas», που τυραννούν το ποδόσφαιρο εδώ και δεκαετίες. Η Νιτζάρδο άρχισε να πηγαίνει κοντά στις εξέδρες των φανατικών κουβαλώντας κρυφή κάμερα μέσα στην τσάντα της καταγράφοντας τα πρόσωπα των ηγετών της βίας. Μπορεί να έμοιαζε  ανασφαλής και εύθραυστη σαν  πορσελάνινο αγαλματάκι σε καυγά πιωμένων αλλά η Νιτζάρδο συνέλλεγε αδιάσειστα στοιχεία που καταδίκασαν τα τελευταία χρόνια δεκάδες σεσημασμένους της εξέδρας. «Φοβόμουν. Ο φόβος υπάρχει πάντα. Αλλά αυτό που με φοβίζει περισσότερο από την σωματική βία είναι η κοινωνία που θα αφήσουμε στις επόμενες γενιές. Φοβάμαι περισσότερο όταν πρέπει να βάλω περισσότερες κλειδαριές στο σπίτι μου για να μην με κλέψουν. Φοβάμαι την σιωπή των πολλών»

 Η μοναχική παραφωνία και ο Γκάντι

Ο Νίτσε έγραφε ότι «το να είσαι μόνος σε κάνει να είσαι πιο δυνατός». «Το γεγονός ότι δεν έχω οικογένεια με απελευθερώνει γιατί δεν φοβάμαι τι θα αφήσω πίσω» λέει η Νιτζάρδο, που πλέον έχει αφιερώσει την ζωή της στον σκοπό του κινήματος. Ταλαντεύεται σαν ένας κόκκος σκόνης ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι, ανάμεσα στα γέλια του όμορφου παιχνιδιού και τα δάκρυα της βίας, πλησιάζοντας λίγο λίγο στον στόχο της, με απαρασάλευτη πειθαρχία, σαν κολυμβήτρια μοναχική και εξαντλημένη, σκίζοντας την μαύρη θάλασσα της σιωπής, που αποτελεί συνενοχή. Σήμερα η μη κυβερνητική οργάνωση απασχολεί 15 έμμισθους υπαλλήλους και απολαμβάνει παγκόσμιας αναγνώρισης σαν ένα κίνημα ενεργών πολιτών καταπονημένων από την παράλογη βία. Η Νιτζάρδο, μια μοναχική παραφωνία σε έναν «κόσμο ανάποδα», όπως έχει περιγράψει ο Εδουάρδο Γκαλεάνο, την αντεστραμμένη λογική του παράλογου, που κυβερνά σήμερα παντού, έχει αποτελέσει την βασική μάρτυρα κατηγορίας πολλών υποθέσεων ποδοσφαιρικής βίας στα δικαστήρια της Αργεντινής. Καταγράφει με την κρυφή της κάμερα, με φωτογραφικές μηχανές, ηχογραφεί τα πειστήρια της βίας αφιερώνοντας τον περισσότερο χρόνο της σε μια μάχη απέναντι στους ανεμόμυλους.

Ενώ οι προβολείς του γηπέδου σβήνουν πολύ γρήγορα λες και αυτοί βιάζονται να ενωθούν στην ασφάλεια της ανωνυμίας της νύχτας, μακριά από τους «Barras Bravas», αυτή κινείται συνεχώς, αιχμάλωτη μιας πυρετώδους υπερδραστηριότητας για να «Σώσει το ποδόσφαιρο», με μια φράση του Γκάντι να τρυπανίζει την σκέψη της. «Κάποια ημέρα μπορεί να σταθούμε μπροστά στα παιδιά και να τους πούμε ότι χάσαμε. Αλλά δεν μπορούμε να τα κοιτάξουμε στα μάτια και να τους πούμε ότι ζούνε έτσι επειδή δεν πολεμήσαμε»…

.

μακρινή πάσα  Μανικάκος

http://wp.me/p1pa1c-gAH