Μια ανάλυση της ACTA

Posted on 8 Μαρτίου, 2012 12:40 πμ από

1


Του Savič Domen με άδεια CC BY-NC-ND

[Αναδημοσίευση]

από το E-Lawyer

Μια ανάλυση της ACTA

Το πρώτο τμήμα του κεφαλαίου Ι της συμφωνίας τιτλοφορείται «Αρχικές Διατάξεις». Στο άρθρο 1 τηςACTA αναφέρεται ότι καμία διάταξή της δεν παρεκκλίνει από άλλες υποχρεώσεις που έχουν συμβαλλόμενα μέρη (δηλαδή κράτη ή ενώσεις κρατών, όπως η ΕΕ) δυνάμει των ισχυουσών συμφωνιών, συμπεριλαμβανομένης της συμφωνίας TRIPS. Αυτό το άρθρο ξεκαθαρίζει ότι όλες οι διατάξεις της ACTA, παρόλο που θα αποτελούν διεθνές δίκαιο, δεν θα κατισχύουν άλλων διατάξεων διεθνούς δικαίου που ήδη ισχύουν μεταξύ των συμβαλλόμενων κρατών. Πρόκειται για μια πολύ σημαντική ρήτρα, η οποία κανονικά θα πρέπει να ακυρώνει οποιαδήποτε άλλη διάταξη περιέχει η ACTA, εφόσον θεωρηθεί ότι είναι αντίθετη, για παράδειγμα, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων. Από την άλλη πλευρά, αποτελεί μια εξαιρετικά ανησυχητική ρήτρα, διότι συνήθως οι διεθνείς συμφωνίες που κατ’ εξοχήν παραβιάζουν άλλα διεθνή δικαιώματα, φροντίζουν να διακηρύσσουν την νομιμότητά τους, περιλαμβάνοντας μια τέτοια διαβεβαίωση, η οποία πολλές φορές καταντά θεωρητική, αφού τελικά παραπέμπει στην νομική ερμηνεία κι όχι στην νομική σαφήνεια και την ασφάλεια δικαίου. Πάντως, η ρήτρα του άρθρου 1 σημαίνει ότι σε περίπτωση αμφιβολίας, υποχωρεί η διάταξη της ACTA έναντι άλλης κατισχύουσας διάταξης του διεθνούς δικαίου. H συμφωνία TRIPS είναι μια άλλη σχετική πολυμερής συνθήκη που θεσπίστηκε στο πλαίσιο του Οργανισμού Παγκόσμιου Εμπορίου και κυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν.2290/1995.

Στο άρθρο 2, η ACTA αναφέρει ότι οι ρυθμίσεις είναι ένα minimum που οφείλουν να ακολουθήσουν τα κράτη, τα οποία εάν το επιθυμούν μπορούν να το υπερβούν και να προβλέψουν εκτενέστερη επιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας. Ωστόσο, η ίδια η ACTA αναγνωρίζει ότι κάθε κράτος είναι ελεύθερο να καθορίσει τη μέθοδο που κρίνει κατάλληλη για την εφαρμογή των διατάξεών της, στο πλαίσιο του νομικού του συστήματος και της πρακτικής. Αυτό σημαίνει ότι η ACTA δεν είναι μια σύμβαση άμεσης εφαρμογής, αλλά πρέπει να θεσπιστούν και νομοθετικά μέτρα σε εθνικό επίπεδο – εάν δεν υπάρχουν ήδη- για την επίτευξη των στόχων της συμφωνίας. Στο ίδιο άρθρο διευκρινίζεται ότι καμία διάταξη της ACTA δεν δημιουργεί υποχρέωση κατανομής των πόρων μεταξύ της επιβολής δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας κι επιβολης του νόμου γενικά, δηλαδή καμία διάταξη της ACTA δεν επεμβαίνει στα δημοσιονομικά της αντεγκληματικής πολιτικής και την σχετική διαχείριση υλικοτεχνικής υποδομής και ανθρώπινων πόρων. Πρόκειται για μια ρήτρα θεωρητικής εκμηδένισης του προϋπολογισμού του κόστους της ACTA, η οποία όμως μπορεί επίσης να αποδειχθεί προσχηματική, όπως και η ρήτρα του άρθρου 1. Σε κάθε περίπτωση όμως, εάν κάποια διάταξη όντως επεμβαίνει σε αυτά τα θέματα πρέπει να θεωρείται ως μη ισχύουσα.

Στο άρθρο 3 («Σχέση με τα πρότυπα για τη διαθεσιμότητα και την έκταση των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας»), η ACTA περιέχει δύο πολύ ενδιαφέρουσες διατάξεις. Η διάταξη της πρώτης παραγράφου αναφέρει ότι η ACTA δεν τροποποιεί τις διαταξεις που ισχύουν στο δίκαιο του κράτους και διέπουν την διαθεσιμότητα, την απόκτηση, την έκταση και την διατήρηση δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας. Στην δεύτερη παράγραφο, ακόμα πιο κατηγορηματικά, αναφέρει ότι η ACTA δεν παράγει καμία υποχρέωση εφαρμογής μέτρων από τα κράτη, όταν ένα δικαίωμα διανοητικής ιδιοκτησίας δεν προστατεύεται από τη νομοθεσία και τις κανονιστικές ρυθμίσεις του. Αυτό σημαίνει ότι η ACTA δεν επεμβαίνει στο ουσιαστικό μέρος του δικαίου διανοητικής ιδιοκτησίας και ότι δεν εισάγει υποχρεώσεις για τέτοια δικαιώματα που τυχόν δεν προβλέπονται στο εκάστοτε εθνικό δίκαιο. Για παράδειγμα, στην Ελλάδα το ισχύον δίκαιο πνευματικής ιδιοκτησίας είναι ο Ν.2121/1993. Mέχρι και το 8ο κεφάλαιο ο νόμος αυτός προβλέπει ουσιαστικές διατάξεις: ποια είναι τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας κατά το Ελληνικό δίκαιο (μετά αρχίζουν οι διατάξεις «επιβολής» των δικαιωμάτων). Στο κλασικό ηπειρωτικό δίκαιο της πνευματικής ιδιοκτησίας, τα δικαιώματα αποκτώνται με την διατύπωση ενός έργου (όχι με την «κατάθεση» σε κάποιο Γραφείο ή Οργανισμό, όπως συμβαίνει λ.χ. στις ΗΠΑ). Με την ACTA αυτό δεν αλλάζει. Επίσης, κατά το κλασικό ηπειρωτικό δίκαιο, δεν κατοχυρώνεται η «ιδέα», αλλά μόνο η διατύπωση ενός έργου. Για παράδειγμα, δεν μπορείς να κατοχυρώσεις έναν «ήρωα» (πέρα από την εμφάνισή του ή τον συγκεκριμένο κείμενο που εμφανίζεται να εκφέρει αυτός σε ένα σενάριο), ενώ στις Η.Π.Α. μπορείς. Ούτε κι αυτό αλλάζει με την ΑCTA. H ΑCTA έρχεται να φέρει νέες αρχές όσον αφορά την επιβολή των δικαιωμάτων και όχι την εναρμόνιση του ουσιαστικού μέρους της νομοθεσίας περί διανοητικής ιδιοκτησίας. Αν κάποια διάταξή της επιχειρήσει το αντίθετο, η ορθή ερμηνεία της πρέπει να την προσεγγίζει συσταλτικά, ενόψει του άρθρου 3.

Το άρθρο 4 έχει τίτλο «Ιδιωτικότητα και δημοσιοποίηση πληροφοριών». Στην πρώτη παράγραφο, διευκρινίζει ότι η ACTA δεν επιτρέπει στα συμβαλλόμενα μέρη (προσοχή: στα κράτη, όχι στους παρόχους σύνδεσης) να δημοσιοποιούν πληροφορίες εφόσον αυτό: α) απαγορεύεται από την νομοθεσία τους ή το διεθνές δίκαιο, β) παρεμποδίζει το δημόσιο συμφέρον ή την επιβολή του νόμου, γ) ζημιώνει τα θεμιτά εμπορικά συμφέροντα συγκκεριμένων επιχειρήσεων, δημόσιων ή ιδιωτικών. Σύμφωνα με την παράγραφο 2, όταν ένα συμβαλλόμενο μέρος λαμβάνει πληροφορίες από άλλο συμβαλλόμενο μέρος οφείλει να μην της χρησιμοποιήσει για σκοπούς άλλους από εκείνους για τους οποίους παρασχέθηκαν, εκτός εάν υπάρχει η συγκατάθεση του μέρους που παρέδωσε τις πληροφορίες. Επομένως, η ACTA σαφώς επιτρέπει την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των κρατών, με τις παραπάνω 4 απαγορεύσεις, οι οποίες όμως είναι εξαιρετικά ευρείες κι ανοικτές σε ερμηνεία.

Το δεύτερο τμήμα του πρώτου κεφαλαίου έχει τίτλο «Γενικοί ορισμοί», όπως και το μοναδικό άρθρο που περιέχει, το άρθρο 5, το οποίο επίσης έχει τίτλο «γενικοί ορισμοί». Περιλαμβάνονται ορισμένοι όροι με δεσμευτικό νοηματικό περιεχόμενο. Ως «επιτροπή ACTA» oρίζεται μια επιτροή που δημιουργείται δυνάμει του κεφαλαίου V της ACTA. Ως «προϊόντα με εμπορικό σήμα το οποίο αποτελεί αντικείμενο παραποίησης ή απομίμησης» είναι κάθε προϊόν, συμπεριλαμβανομένης της συσκευασίας του, το οποίο φέρει χωρίς άδεια εμπορικό σήμα πανομοιότυπο με εμπορικό σήμα που έχει καταχωριστεί έγκρυα σε σχέση με το εν λόγω προϊόν κλπ. Δηλαδή, ένα προϊόν «μαϊμού». Ως «προϊόν παράνομης εκμεταλλευσης δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας» ορίζεται κάθε προϊόν το οποίο αποτελεί αντίγραφο άλλου προϊόντος, χωρίς τη συγκατάθεση του κατόχου του σχετικού δικαιώματος ή του προσώπου που έχει εξουσιοδοτηθεί δεόντως από τον κάτοχο του δικαιώματος στη χώρα παραγωγής και το οποίο παράγεται με την αντιγραφή, άμεση ή έμμεση (τι σημαίνει άραγε «έμμεση αντιγραφή»; Αντιγραφή εξ αντιγράφου; Όπως η φωτοτυπία μιας φωτοτυπίας;) κάποιου άλλου αντικειμένου, τη στιγμή που η παραγωγή του εν λόγω αντιγράφου θα μπορούσε να θεωρηθεί παράβαση δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας ή άλλου σχετικού δικαιώματος βάσει της ιδιοκτησίας της ώρας στην οποία γίνεται η επίκληση των διαδικασιών που προβλέπονται στο κεφάλαιο ΙΙ (Νομικό πλαίσιο για την επιβολή των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας). Ήδη αυτός ο ορισμός είναι εξόχως προβληματικός από απόψεως σαφήνειας. Κανένα προϊόν δεν είναι νομικά παράνομο εάν «θα μπορούσε να θεωρηθεί» ότι έχει δημιουργηθεί κατά παράβαση νόμου. Πρόκειται για μια ασάφεια, η οποία προσβάλλει θεμελιώδεις αρχές, όπως η αρχή της ασφάλειας δικαίου, ο σεβασμός του τεκμηρίου της αθωότητας, το in dubio pro reo, ενδεχομένως το nullum crimen nulla poena sine lege certa.

To κεφάλαιο ΙΙ της ACTA έχει τίτλο: «Νομικό πλαίσιο για την επιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδικτησίας». Κάθε νομοθέτημα «για την επιβολή δικαιωμάτων» προϋποθέτει ότι υπάρχουν τα σχετικά δικαιώματα και απλώς οριοθετεί τον τρόπο πρακτικής διασφάλισής τους από παραβιάσεις. Συνεπώς, το κεφάλαιο αυτό, σύμφωνα και με τα αρχικά άρθρα, δεν πρέπει να προσθέσει τίποτε επί του ουσιαστικού δικαίου των κρατών.

Το τμήμα 1 του κεφαλαίου ΙΙ έχει τίτλο «Γενικές υποχρεώσεις.» Στο άρθρο 6 που περιέχει, αναφέρεται γενικόλογα στην υποχρέωση των κρατών να έχουν αποτελεσματικό και γρήγορο σύστημα για την αντιμετώπιση παραβιάσεων δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας, χωρίς όμως να δημιουργούνται εμπόδια για το νόμιμο εμπόριο και με μηχανισμούς για την εξασφάλιση της μη καταχρηστικής προσφυγής σε αυτές. Δηλαδή δεν πρέπει τα κράτη να δημιουργήσουν τελικά υπερ-ασπίδες προστασίας που θα δυσχεραίνουν τις νόμιμες συναλλαγές και τελικά την ελευθερία (νόμιμο εμπόριο είναι και η απλή παροχή πρόσβασης στο Διαδίκτυο), ούτε να διευκολύνουν διάφορες εταιρίες προστασίας δικαιωμάτων να προσφεύγουν για ψύλλου πήδημα στα νομικά συστήματα που θα ιδρύσουν τα κράτη.

Στο τμήμα 2, με τίτλο «Αστικές κυρώσεις», η ACTA γίνεται πιο συγκεκριμένη. Στο άρθρο 7 («Πρόβλεψη διατάξεων πολιτικής δικονομίας») αναφέρεται ότι τα κράτη πρέπει να διαθέτουν συστήματα πολιτικής δικονομίας (δηλαδή δικαστηρίων που δικάζουν διαφορές μεταξύ ιδιωτών) για την επιβολή οποιουδήποτε δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας. Εφόσον, εννοείται, αυτό το δικαίωμα προβλέπεται ήδη από το εσωτερικό δίκαιο. Η διάταξη αυτή ήδη ακολουθείται από το ελληνικό δίκαιο: οι ιδιωτικές διαφορές πνευματικής ιδιοκτησίας υπάγονται στα αστικά δικαστήρια. Στο άρθρο 8 («ασφαλιστικά μέτρα», αλλά όχι με την έννοια που χρησιμοποιείται ο όρος στην πολιτική δικονομία, εννοούν μάλλον συντηρητικά μέτρα), η ACTA επιβάλλει στα κράτη να εισάγουν διατάξεις βάσει των οποίων τα δικαστήρια μπορούν να εκδώσουν εντολές κατά άλλων συμβαλλόμενων μερών (δηλ. κρατών ή ενώσεων κρατών) για να σταματήσουν παράβαση ή να αποτρέψουν την είσοδο προϊόντων που σχετίζονται με παράβαση, στα δίκτυα εμπορίας. Πρόκειται για σαφή παραίτηση από το δικαίωμα της ετεροδικίας, η οποία όμως εφόσον αφορά ένα εμπορικό θέμα είναι θεμιτή. Ωστόσο, η γενικότητα της δυνατότητας παρεμπόδισης εισόδου προϊόντος «στα δίκτυα εμπορίας» δημιουργεί ανησυχία όσον αφορά την πιθανή εφαρμογή αυτής της δυνατότητας στο Διαδίκτυο. Παράλληλα, τα κράτη έχουν την δυνατότητα να περιορίζουν, κατά την δεύτερη παράγραφο, τα διαθέσιμα ένδικα μέσα μόνο στην καταβολή αποζημιώσεως, χωρίς δηλαδή άλλες απαγορεύσεις, εφόσον όμως τα συμβαλλόμενα μέρη ακολουθούν τις διατάξεις του μέρους ΙΙ της σύμβασης TRIPS.

To άρθρο 9 («Αποζημίωση») προβλέπει το αυτονόητο, ότι τα δικαστήρια πρέπει να επιδικάζουν αποζημιώσεις για τις παραβάσεις πνευματικής ιδιοκτησίας, στην οποία περιλαμβάνονται διαφυγόντα κέρδη, αξία των παράνομων προϊόντων ή υπηρεσιών με βάση την αγοραία τιμή ή την προτεινόμενη τιμή λιανικής πώλησης. Αυτο ισχύει έτσι κι αλλιώς στο ελληνικό δίκαιο με βάσει τις γενικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα. Η ACTA προσθέτει κάποιες κατευθυντήριες γραμμές για τον τρόπο υπολογισμού των αποζημιώσεων που ακολουθούνται ήδη από τα δικαστήρια.

Το άρθρο 10 («Άλλα έννομα μέσα») προβλέπει ότι τα δικαστήρια θα μπορούν να διατάξουν την καταστροφή των πλαστών προϊόντων χωρίς αποζημίωση του παραβάτη. Στη δεύτερη παράγραφο, όμως, αναφέρεται επίσης ότι τα δικαστήρια πρέπει να μπορούν να διατάζουν καταστροφή ή απόσυρση από τα δίκτυα εμπορίας «υλικών και των εργαλείων που χρησιμοποιούνται κατά κύριο λόγο για την παραγωγή ή την δημιουργία των εν λόγω παράνομων προϊόντων, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και χωρίς την καταβολή κανενός είδους αποζημίωσης, κατά τρόπον ώστε να ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος περαιτέρω παραβάσεων«. Εδώ αρχίζουν οι παραλογισμοί της ACTA, καιη γελοιοποίηση μιας διεθνούς συμφωνίας, το κείμενό της οποίας, θα μπορούσε να αποτελέσει βάση ώστε τα δικαστήρια να απαγορεύσουν τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, τα memory sticks, τα dvds, τα φωτοτυπικά, προγράμματα η/υ, τις εφαρμογές διαδικτύου, ή ακόμα και το ίδιο το χαρτί και το μελάνι. Είναι πραγματικά απίστευτο πώς δέχθηκαν τόσα κράτη να υπογράψουν μια τέτοια ανοησία, ίσως την μεγαλύτερη κουταμάρα που καταγράφηκε ποτέ σε νομικό κείμενο από την εποχή του κώδικα του Χαμουραμπί.

Στο άρθρο 11 («Πληροφορίες σχετικά με την παράβαση») η νομική ανοησία συνεχίζεται: τα δικαστήρια μπορούν να υποχρεώσουν τους παραβάτες ή «φερόμενους» ως παραβάτες να αποκαλύψουν όλες τις πληροφορίες που έχουν για οποιοδήποτε πρόσωπο εμπλέκεται σε οποιαδήποτε πτυχή της παράβασης «ή της εικαζόμενης παράβασης» (!) και τα οποία αφορούν τα μέσα παραγωγής ή τα δίκτυα διανομής των παράνομων ή «εικαζόμενων παράνομων αγαθών ή υπηρεσιών» κλπ. Δηλαδή ένα δικαστήριο θα βγάλει μια απόφαση που θα καταδικάζει έναν παραβάτη να κατονομάσει τους συνεργούς του. Και αυτός, αμέσως μόλις καταδικαστεί, θα σπεύσει να αποκαλύψει ασμένως όλες αυτές τις πληροφορίες στις αρχές, θεωρούν οι πάνσοφοι συντάκτες και κυρίως οι υπογράψαντες την ACTA. H διάταξη, προσχηματικά, ξεκινάει με μια αναφορά στο ότι όλα αυτά ισχύουν υπό την επιφύλαξη της νομοθεσίας για την εμπιστευτικότητα και τον σεβασμό των προσωπικών δεδομένων. Με την θεωρητική αξία που έχει και το άρθρο 1 της ACTA.

Στο άρθρο 12 («Προσωρινά μέτρα», αυτό που λέμε στη πολιτική δικονομία «ασφαλιστικά μέτρα») αναγνωρίζεται η δυνατότητα των δικαστηρίων να επιβάλλουν και μέτρα χωρίς να ακούσουν και τις δύο πλευρές. Πρόκειται βεβαίως για απόκλιση από θεμελιώδες δικαίωμα και επιχειρείται να βασιστεί ως εξαιρετική περίσταση στον «κίνδυνο» καταστροφής των αποδεικτικών στοιχείων. Αυτά βέβαια προβλέπονται ήδη από τον Ελληνικό νόμο, αλλά η εφαρμογή τέτοιων εξαιρέσεων γίνεται με τεράστια φειδώ. Το άρθρο πάντως επαναλαμβάνει ως ασφαλιστικό μέτρο την δυνατότητα των δικαστηρίων να κατάσχουν υλικά κλπ αντιγραφής.

Το Τμήμα 3 («Συνοριακά μέτρα») περιλαμβάνει κάποιους κανόνες για τους ελέγχους σε τελωνεία, αλλά υπάρχει η υποσημείωση ότι δεν εφαρμόζεται μεταξύ κρατών που έχουν τελωνειακή ένωση (όπως η ΕΕ). Εδώ περιλαμβάνονται και δυνατότητες απαγόρευσης «ύποπτων προϊόντων».

Το Τμήμα 4 («Επιβολή ποινικών κυρώσεων») προβλέπει συμπεριφορές που πρέπει να ποινικοποιήσουν τα κράτη μέλη. Τα κράτη δεσμεύονται να ποινικοποιήσουν τις παραβάσεις που γίνονται σε «εμπορική κλίμακα». Στο σημείο αυτό η ACTA αντιγράφει τον όρο «εμπορική κλίμακα» από την ευρωπαϊκήΟδηγία 2004/48, η οποία αποτελεί σε αρκετά σημεία και ένα πρότυπο που γενικότερα ενέπνευσε την ACTA. Ωστόσο, η Οδηγία 2004/48 έχει υποβληθεί σε ερμηνεία και σε συνάρτηση άλλα νομοθετήματα του Ευρωπαϊκού δικαίου, και πολύ πρόσφατα υπήρξε η απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης που οριοθέτησε την εμβέλειά της στις διαδικτυακές υπηρεσίες (βλ. εδώ). Η «εμπορική κλιμακα» στο ελληνικό δίκαιο ήδη μετατρέπει σε κακούργημα την παραβίαση πνευματικής ιδιοκτησίας κατά το άρθρο 66 του Ν.2121/1993. Σύμφωνα με την παράγραφο 3, τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να θεσπίζουν ποινικές κυρώσεις για μη εξουσιοδοτημένη αντιγραφή κινηματογραφικών ταινιών «κατά την προβολή τους σε χώρο προβολής γενικά ανοικτό στο κοινό». Ένα ιδιώνυμο, δηλαδή, που προφανώς ήδη καλύπτεται από τις γενικές διατάξεις. Είναι τέτοια η οσφυοκαμψία του νομοθέτη στην βιομηχανία του κινηματογράφου που δεν τηρούνται ούτε τα προσχήματα.

Το Τμήμα 5 της ACTA αφορά την «Επιβολή των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας στο Ψηφιακό Περιβάλλον». Στο άρθρο 27 αναφέρεται ότι οι αστικές και οι ποινικές κυρώσεις πρέπει να ισχύουν και στο ψηφιακό περιβάλλον. Ως παράβαση θεωρείται και η «παράνομη χρήση μέσων ευρείας διάδοσης για παράνομους σκοπούς». Πάντως η διάταξη επαναλαμβάνει και τη γνωστη γενική ρήτρα, βάσει της οποίας οι διαδικασίες αυτές πρέπει να εφαρμόζονται κατά τρόπον ώστε να αποφεύγονται εμπόδια στις νόμιμες δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένου του ηλεκτρονικού εμπορίου και να τηρούνται θεμελιώδεις ρχές όπως η ελευθερία έκφρασης η δίκαιη δίκη και η ιδιωτικότητα. Στο σημείο αυτό υπάρχει μια παραπομπή και υποσημείωση, στην οποία αναφέρεται ως παράδειγμα τέτοιας θεμελιώδους αρχής οι τυχόν περιορισμοί ευθύνης των παρόχων υπηρεσιών διαδικτύου. Η ACTA εδώ παραπέμπει εμμέσως στην πολύ σημαντική Οδηγία 2000/31/ΕΚ, κατά την οποία οι πάροχοι υπηρεσιών κοινωνίας της πληροφορίας απαλάσσονται από την ευθύνη για το περιεχόμενο που αναρτούν οι χρήστες κι ευθύνονται μόνον εάν λάβουν γνώση ότι διακινείται κάτι παράνομο. Έτσι, η Οδηγία 2000/31/ΕΚ καθίσταται το πιο πολύτιμο νομοθέτημα του Ευρωπαϊκού δικαίου για την διατήρηση της ουδετερότητας του δικτύου (net neutrality) και την αποτροπή των σχέσεων ευθύνης – προληπτικού ελέγχου περιεχομένου. Βάσει αυτής της Οδηγίας εκδόθηκαν σημαντικότατες αποφάσεις του Δικαστηρίου της ΕΕ, οι οποίες προασπίστηκαν την ελεύθερη λειτουργία της Google, της e-Bay, αλλά και των ISP και των social networking services. Μόνο ορισμένα χαμηλόβαθμα ελληνικά δικαστήρια, τελευταία, εμμένουν να περιφρονούν την Οδηγία 2000/31/ΕΚ και το ελληνικό αντίστοιχό της, το π.δ. 131/2003, επαναφέροντας τις παλαιολιθικές διατάξεις περί Τύπου στο Διαδίκτυο. Αλλά αυτό είναι ακόμη ένα θέμα σε εξέλιξη και σύντομα εκτιμώ ότι θα έχουμε νεότερες αποκαταστάσεις επί του θέματος.

Στο άρθρο 27 παράγραφος 4 η ACTA αναφέρει ότι τα κράτη μπορούν να επιβάλλουν στους ISP να αποκαλύπτουν άμεσα τα στοιχεία για τον εντοπισμό ενός συνδρομητή που φέρεται ότι χρησιμοποίησε τη σύνδεση για την παράβαση πνευματικής ιδιοκτησίας. Αυτό, όμως, πρέπει να γίνεται μέσα από την εθνική νομοθεσία. Αυτή τη στιγμή, στην Ελλάδα ο Ν.2225/1994 δεν επιτρέπει την άρση του απορρήτου για παραβάσεις πνευματικής ιδιοκτησίας. Υπάρχει βέβαια η γνωμοδότηση Σανιδά, η οποία όμως μπορεί να έχει κάποια εφαρμογή μόνο για τις εγχώριες υποδομές και ηλεκτρονικές διευθύνσεις/εταιρίες, όχι όμως σε περίπτωση που εμπλέκονται και υπηρεσίες κοινωνίας της πληροφορίας που υπάγονται σε άλλες δικαιοδοσίες. Πάντως, η ACTA ανοίγει το δρόμο της άρσης του απορρήτου των χρηστών και για παραβάσεις πνευματικής ιδιοκτησίας. Και πάλι βέβαια, η ίδια διάταξη αναφέρει ότι δεν πρέπει να θίγονται νόμιμες δραστηριότητες καθώς και η ιδιωτικότητα. Αυτό όμως σημαίνει, τουλάχιστον, ότι η απόφαση για την άρση του απορρήτου θα πρέπει να προέρχεται από ανεξάρτητο δικαστήριο και θα πρέπει να αφορά μόνο κακουργηματικές παραβάσεις (οι οποίες δεν οριοθετούνται επαρκώς στην νομοτεχνική διατύπωση της «εμπορικής κλίμακας»). Διαφορετικά θα έχουμε παραβίαση του άρθρου 19 του Συντάγματος.

Στο άρθρο 27 παρ. 5 προβλέπεται η υποχρέωση των κρατών για νομική προστασία σχετική με την εξουδετέρωση τεχνολογικών μέτρων, κάτι που ήδη προβλέπεται από την ελληνική νομοθεσία (άρθρο 66Α Ν.2121/1993). Η ελληνική νομοθεσία σε αυτό το θέμα μπορεί να θεωρηθεί ακόμη και πιο αυστηρή από την ACTA.

To κεφάλαιο ΙΙΙ της ACTA έχει τίτλο «Πρακτικές επιβολής». Το άρθρο 28 αναφέρει γενικότητες, όπως ότι όλα τα κράτη οφείλουν να μοιράζονται τις κοινές πρακτικές, να συλλέγουν στατιστικά κια να προωθούν την ανάπτυξη εξειδικευμένης εμπειρογνωμοσύνης κλπ για την επιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας. Το άρθρο 29 (με τίτλο «Διαχείριση του κινδύνου στα σύνορα» – λες και πρόκειται για πολεμικό ανακοινωθέν!) επιβάλλει και τη διασυνοριακή συνεργασία των αρχών των κρατών, κυρίως σε επίπεδο ανταλλαγής πληροφοριών όταν εντοπιστεί ή και κατασχεθεί παράνομο υλικό.

Το κεφάλαιο IV έχει τίτλο «Διεθνής συνεργασία». Με το άρθρο 33 αναγνωρίζεται ότι η διεθνής συνεργασία είναι ζωτικής σημασίας για την προστασία των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας , η οποία συνεργασία εστιάζει κυρίως στην ανταλλαγή πληροφορίών.

Το κεφάλαιο V έχει τίτλο «Θεσμικές ρυθμίσεις». Με το άρθρο 36 συγκροτείται η «επιτροπή ACTA», με αρμοδιότητα την επισκόπηση εφαρμογής της ΑCTA και την εξέταση κάθε προτεινόμενης τροποποίησης της. Η επιτροή μπορεί να αποφασίζει την σύσταση κι άλλων επιτροπών ή ομάδων εργασίας για την υποστήριξη του έργου τους, την αναζήτηση γνώμης από μκο ή μη κυβερνητικά πρόσωπα, την υποβολή συστάσεων για την εφαρμογή της ACTA και την έκδοση κατευθυντήριων γραμμών βέλτιστης πρακτικής. Η επιτροπή ACTA αποφασίζει με βάση την αρχή της ομοφωνίας. Κατά το άρθρο 37 κάθε κράτος θα ορίσει ένα «σημείο επαφής» για την διευκόλυνση της επικοινωνίας μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών επί παντός θέματος που καλύπτει η ACTA.

Το κεφάλαιο VI περιέχει τις τελικές διατάξεις. Η ACTA διατίθεται προς υπογραφή από την 1η Μάη του 2011 έως την 1η Μάη του 2013. Σε υποσημειωση του άρθρου 39 αναφέρονται οι χώρες που πήραν μέρος στην διαπραγμάτευση, με υποσημείωση, στην οποία περιλαμβάνεται και η Ελληνική Δημοκρατία. Κατά το άρθρο 40 η ACTA τίθεται σε εφαρμογή μόλις παρέλθουν τριάντα μέρες από την ημερομηνία κατάθεσης του έκτου εγγράφου επικύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης και ισχύει για τα υπογράφοντα μέρη. Κατά το άρθρο 41, τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να αποχωρήσουν από την ACTA με γραπτή κοινοποίηση στον θεματοφύλακα (κυβέρνηση της Ιαπωνίας, κατά το άρθρο 45). Η αποχώρηση αρχίζει να ισχύει 180 ημέρες από την παραλαβή της κοινοποίησης από τον θεματοφύλακα. Κατά το άρθρο 42 τα μέρη μπροούν να προτείνουν τροποποιήσεις, αλλά η επιτροπή ACTA αποφασίσει εάν θα υποβάλλει την προτεινόμενη τροποποίηση προς υπογραφή.

—- (τέλος αναδημοσίευσης) —-
=======
Stop-the-Kraken Link: http://wp.me/p1pa1c-gp3
koula, the trell…  

Μερικά σχετικά ποστ: 

Τι είναι το ACTA

Νομοσχέδιο για το διαδίκτυο – ACTA

Stop ACTA – Πανευρωπαϊκές κινητοποιήσεις

και το βίντεο που πριν λίγο καιρό μας προώθησε ο Πεχλιβάνης και υποτιτλίσαμε με την catalternative :)