49 χρόνια απο το θάνατο της Σύλβια Πλάθ…

Posted on 11 Φεβρουαρίου, 2012 4:46 μμ από

12


Η αμερικανίδα ποιήτρια Σύλβια Πλάθ γεννήθηκε το1932 στη Βοστώνη.  Ξεκίνησε να γράφει ποιήματα απο πολύ μικρή ηλικία, οταν ήταν ακόμη 8 χρονών. Την ίδια περίοδο πέθανε ο πατέρας της, ενας συντηρητικός και αυταρχικός ναζιστής, η μορφή του οποίου στοιχειωσε τα ποιήματα της για πολλά χρόνια. Σπούδασε λογοτεχνία στο κολλέγιο Σμίθ και την ίδια περίοδο δημοσίευσε αποσπάσματα πρόζας και ποίησης σε διάφορα  αμερικανικά περιοδικά. Το 1953, στο πρότελευταίο έτος των σπουδών της, περνάει μια περίοδο  έντονης κατάθλιψης με επακόλουθο την πρώτη της απόπειρα αυτοκτονίας με υπνωτικά χάπια και την εισαγωγή της σε ψυχιατρική κλινική. Δύο χρόνια αργότερα αποφοίτησε απο το κολλέγιο Σμιθ με επαίνους και κέρδισε μια υποτροφία  Φουλμπράιτ για το Πανεπιστήμιο του Κειμπριτζ όπου συνέχισε να γράφει ποίηση και να δημοσιεύει περιστασιακά τη δουλειά της.

 

Στο Κέιμπριτζ γνώρισε τον ποιητή Τεντ Χιούζ με τον οποίο και θα  παντρευτεί το 1956.  Η πρώτη της ποιητική συλλογή, “Ο Κολοσός”,  εκδόθηκε το 1960 στην Αγγλία και την ίδια χρονιά γέννησε το πρώτο της παιδί. Ένα χρόνο αργότερα απέβαλε και πολλά απο τα ποιήματα που έγραψε εκείνη την περίοδο αναφέρονται στο γεγονός αυτό.  Το 1962 γεννήθηκε το δεύτερο παιδί της όμως την ίδια χρονιά ο γάμος της  συναντά δυσκολίες, κυρίως λόγω μιας εξωσυζυγικής σχέσης που είχε ο Χιούζ, και τελικά χωρίζουν. Η Πλαθ επέστρεψε στο Λονδίνο με τα παιδιά τους και νοίκιασε ένα διαμέρισμα στο σπίτι όπου κάποτε έμενε ο αγαπημένος της ποιητής, o Ουίλιαμ Γέιτς. Στις 11 Φεβρουαρίου 1963, άρρωστη και με λίγα λεφτά, η Σύλβια Πλαθ άφησε κουλουράκια και γάλα δίπλα στα κρεββάτια των κοιμισμένων παιδιών της και αυτοκτόνησε εισπνέοντας αέριο από τον φούρνο. Ήταν μόλις 31 ετών…

 

Το να πεθαίνεις είναι μια τέχνη, όπως και καθετί άλλο. Εγώ το κάνω εξαιρετικά καλά. Eτσι όπως το κάνω είναι σαν κόλαση. Έτσι όπως το κάνω μοιάζει αληθινό. Mπορείς να πεις ότι έχω το χάρισμα.

 

Λίγο πριν τον θάνατό της πρωτοδημοσιεύτηκε η αυτοβιογραφική νουβέλα “ο γυάλινος κώδων” που αναφέρεται στην περίοδο του 1953 , την πρώτη απόπειρα αυτοκτονίας και τον εγκλεισμό της σε ψυχιατρικό ίδρυμα. Μετα τον θάνατό της, ο Χιούζ έγινε ο εκτελεστής της διαθήκης της και διαχειριστής της προσωπικής και λογοτεχνικής περιουσίας της Σύλβια Πλαθ. Με την συλλογή Άριελ που εκδόθηκε 2 χρόνια μετα τον θάνατό της η Πλάθ κέρδισε τη φήμη της ως γνήσια εξομολογητική ποιήτρια. Τα επόμενα χρόνια και με τη συμβολή του Χιούζ, εκδόθηκαν κι άλλες ανέκδοτες ποιητικές συλλογές και πεζογραφηματα της όπως το “winter trees”,  “Crossing the Water”, “Ο γερο- πανικός και η βίβλος των ονείρων” και άλλα. Δεν ήταν λίγοι πάντως αυτοί που κατηγόρησαν τον Χιουζ, οτι προσπάθησε να  ελέγξει τις εκδόσεις για δικούς του σκοπούς καθώς και οτι κατέστρεψε τον τελευταίο τόμο του ημερολογίου της Πλαθ, όπου εξιστορούσε με λεπτομέρειες τον καιρό που πέρασαν μαζί. Το 1982 η Πλαθ έγινε η πρώτη ποιήτρια που κέρδισε το βραβείο Πούλιντζερ μετά θάνατον.

Daddy 

Δεν κάνεις πια, δεν κάνεις πια 
Παλιό παπούτσι 
Που μέσα του σαν πόδι έχω ζήσει 
Τριάντα χρόνια τώρα φτωχό και λευκό, 
Τολμώντας μόλις να πάρω ανάσα ή να φταρνιστώ. 

Έπρεπε να σε σκοτώσω, μπαμπά 
Όμως προτού προλάβω είχες πεθάνει – 
Μαρμάρινος, ένα τσουβάλι μπουκωμένο με Θεό, 
Άγαλμα στοιχειωμένο με ένα γκρίζο δάχτυλο 
Μεγάλο σαν φώκια του Φρίσκο 

Και το κεφάλι μέσα στο φρικτό Ατλαντικό 
Όπου βρέχει πράσινη βροχή στο κυανό 
Πέρα από τα νερά του ωραίου Νουαζέτ. 
Προσευχόμουν να σε ξαναβρώ. 
Ach, du. 

Στη γλώσσα τη γερμανική, σε μια πολωνική πολίχνη 
Ισοπεδωμένη από τον οδοστρωτήρα 
Πολέμων, πολέμων, πολέμων. 
Μα το όνομα της πολίχνης είναι κοινό. 
Ο Πολωνός μου φίλος 
Λέει πως υπάρχουνε ντουζίνες, μια ή δυο. 
Κι έτσι ποτέ δεν μπορούσα να πω 
Πού πάτησες το πόδι σου, οι ρίζες σου πούθε κρατούν 
Δε θα μπορέσω ποτέ να σου μιλήσω. 
Η γλώσσα μου κολλάει στον ουρανίσκο. 

Μαγκώνει σε μια ακάνθινη συρμάτινη παγίδα. 
Ιch, ich, ich, ich, 
Ήμουν σχεδόν χωρίς φωνή. 
Και νόμιζα πως κάθε Γερμανός ήσουν εσύ. 
Και η γλώσσα είναι αισχρή 

Μια μηχανή, μια μηχανή 
Που με μασούσε σαν Εβραίο. 
Έναν Εβραίο στο Νταχάου, στο Άουσβιτς, στο Μπέλσεν. 
Άρχισα σαν Εβραίος να μιλώ. 
Νομίζω πως μπορεί να είμαι Εβραία. 

Τα χιόνια του Τιρόλου, της Βιένης η διάφανη μπίρα 
Δεν είναι τόσο αγνά κι αληθινά. 
Με την τσιγγάνα προγονό μου και το κακό μου ριζικό 
Και τα χαρτιά μου τα ταρό, και τα χαρτιά μου τα ταρό 
Ίσως και να ‘μαι λιγάκι Εβραία. 

Και ξέρεις, πάντα σε φοβόμουν 
Με τη Luftwaffe σου και τα παράσημα σου. 
Το τακτικό μουστάκι σου 
Και τα αριά σου μάτια, γαλάζια φωτεινά. 
Panzer-man, panzer-man, Ω εσύ — 

Που Θεός δεν είσαι αλλά σβάστικα 
Κατάμαυρη, που δεν τη διαπερνάει ο ουρανός. 
Κάθε γυναίκα λατρεύει έναν φασίστα, 
Την μπότα στα μούτρα, του κτήνους την καρδιά 
Του κτήνους, ενός κτήνους σαν εσένα. 

Σε ένα μαυροπίνακα στέκεσαι, μπαμπά, 
Στη φωτογραφία που κρατώ, 
Ένα σημάδι στο σαγόνι αντί στο πόδι, 
Αλλά δεν είσαι λιγότερο διάβολος γι’ αυτό, 
Όχι λιγότερο από το σκοτεινό άντρα 

Που την όμορφη πορφυρή καρδιά μου έκοψε στα δυο. 
Ήμουν δέκα χρονώ όταν σε βάλανε στον τάφο. 
Και στα είκοσι προσπάθησα να σκοτωθώ 
Για να σε ξαναβρώ, για να σε ξαναβρώ. 
Μπορούσα ακόμα και στα κόκαλα σου να αρκεστώ. 

Αλλά με έσυραν έξω από το λάκκο 
Και με κόλλα με ένωσαν ξανά. 
Τότε όμως τι να κάνω ήξερα πια. 
Έφτιαξα λοιπόν ένα μοντέλο από σένα, 
Έναν άντρα με μαύρα και ύφος Meinkampf 

Κι έναν έρωτα τροχό μαρτυρίων. 
Και είπα δέχομαι, δέχομαι. 
Κι έτσι ξόφλησα, μπαμπά. 
Το μαύρο τηλέφωνο ξεριζωμένο 
,Και οι φωνές δε φτάνουν μέχρι εδώ. 

Αν σκότωσα ένα αρσενικό, σκότωσα δυο – 
Το βρικόλακα που έμοιαζε σε σένα 
Και μου ‘πινε ολοχρονίς το αίμα, 
Εφτά χρονιές, αν θες να ξέρεις. 
Ησύχασε τώρα, μπαμπά. 

Υπάρχει ένα παλούκι στη μαύρη σου καρδιά, 
Και οι χωρικοί δε σε χώνεψαν ποτέ. 
Χορεύουν τώρα και σε ποδοπατούν. 
Ήξεραν πάντα ότι ήσουν εσύ. 
Μπαμπά, μπαμπά, μπάσταρδε, με σένα έχω ξοφλήσει πια.

 

 

 

» Ήταν απόλυτο σκοτάδι. Ενιωθα το σκοτάδι, δεν ένιωθα όμως τίποτ’ άλλο.Το κεφάλι μου ανασηκώθηκε σαν κεφάλι σκουληκιού. Κάποιος θρηνούσε. ‘Υστερα κάτι βαρύ και σκληρό χτύπησε με πάταγο στο πρόσωπό μου, σαν πέτρινος τοίχος που γκρεμίζεται, κι ο θρήνος σταμάτησε.

Η σιωπή φούσκωσε ξανά και γαλήνεψε σαν το μαύρο νερό που ξαναγαληνεύει πάνω απ’την πέτρα που βυθίζεται. ‘Ενας κρύος αέρας φύσηξε δυνατά. Μεταφερόμουν με τεράστια ταχύτητα προς τα κάτω, μέσα απο ενα υπόγειο τούνελ. Ύστερα ο αέρας σταμάτησε. Ακούστηκε ενα μπουμπουνητό, σαν απο πολλές φωνές που διαμαρτύρονταν και λογομαχούσαν κάπου μακριά. Υστερα οι φωνές σταμάτησαν.

Ενα σκαρπέλο με χτύπησε δυνατά στα μάτια και μια ρωγμή φωτός άνοιξε για μια στιγμή, σαν στόμα ή σαν πληγή, μέχρι που το σκοτάδι την κατάπιε και τη σκέπασε ξανά. Προσπαθησα να γυρίσω τα μάτια μου μακρυά απ’ το φώς, όμως κάτι χέρια τύλιγαν το κορμί μου με φασκιές μούμιας και δεν μπορούσα να σαλέψω.

‘Αρχισα να πιστεύω οτι θα ‘πρεπε να βρίσκομαι στα έγγατα της γής, σ’ενα δωμάτιο φωτισμένο απο εκτυφλωτικά φώτα, γεμάτο κόσμο που, δεν ξέρω γιατί, με κρατούσε ξαπλωμένη. Υστερα το σκαρπέλο χτύπησε ξανά και το φώς πήδηξε μεσα στο κεφάλι μου και μεσα απ’ το πυκνό, ζεστό κι απαλό σαν γούνα σκοτάδι μια φωνή φώναξε :

<<Μητέρα!>> «

 

(Σύλβια Πλάθ – απόσπασμα απο το βιβλίο “Ο Γυάλινος Κώδων”)

 

 

Για την ανάρτηση -xtremyst-
Shortlink:  http://wp.me/p1pa1c-fXB