Κατά Σαδδουκαίων

Posted on 9 Φεβρουαρίου, 2012 4:00 μμ από

7


Οι πάροδοι που οδηγούσαν προς τις εξέδρες
στις πόρτες των ναών και των φυλάκων
στους διαδρόμους των εξοχών
στα δημόσια πάρκα
στα κρατικά εκπαιδευτήρια
στη δουλειά με το κομμάτι
στην ποινή του θανάτου
παντού παντού παντού
ως και σε μένα τον αδιάφορο
είχανε εισχωρήσει σα μυστικοί χωροφύλακες
οι Βησιγότθοι.

Μη σκεφτείς άσχημα για τους Βησιγότθους
είναι κάτι ακίνητα μαζεμένα υποκείμενα
που παριστάνουν τους επιδρομείς.

.

.

Θα σας περιμένω μέχρι τα φοβερά μεσάνυχτα αδιάφορος-
Δεν έχω πια τι άλλο να πιστοποιήσω.
Οι φύλακες κακεντρεχείς παραμονεύουν το τέλος μου
ανάμεσα σε θρυμματισμένα πουκάμισα και λεγεώνες.
Θα περιμένω τη νύχτα σας αδιάφορος
χαμογελώντας με ψυχρότητα για τις ένδοξες μέρες.
Πίσω από το χάρτινο κήπο σας
πίσω από το χάρτινο πρόσωπό σας
εγώ θα ξαφνιάζω τα πλήθη
ο άνεμος ο δικός μου
μάταιοι θόρυβοι και τυμπανοκρουσίες επίσημες
μάταιοι λόγοι.

.

.

Και τώρα – απ’ έξω απ τα στρατεύματα
κοιτάζω την ένδοξη πόλη
όπου ξαπλώνει ράθυμα πόρνη και δυναμίτης –
κοιτάζω τούτη την πόλη που την περικύκλωσαν τα φρούρια
αυτή που με γέννησε και δεν έχει πια όνομα
δεν έχει αναμμένη φωτιά –
κοιτάζω κ’ υψώνω θεριό τη φωνή μου
μήπως μ’ ακούσουν.

.

.

Δεν έχομε τίποτα να σας πούμε
έτσι που όλα προδοθήκανε
έτσι που όλα λύσαν τους αρμούς
από πίστη σε πίστη
από υπόγειο σε υπόγειο
από πρόσωπο σε πρόσωπο
δεν έχομε τίποτα να σας πούμε.
Βαθιά στις ρίζες του δέντρου σας
μαζί  με τους τυφλοπόντικες
μαζί με τους καταποντισμένους πίθηκους
σε σκοτεινούς υποχθόνιους κρότους
ασθμαίνοντας μετατοπίζομαι
-ανακατωμένοι οι βρόγχοι-
βαθιά στα ξερά λιβάδια σας πέφτει καινούργια
αθόρυβη βροχή όπου συντρίβει
όπου ανθίζει τα χέρια μας απ’ τις δικές σας πληγές
όπου γεμίζουν τ’ άδεια μας σταμνιά κερί και μέλι.
Κάποτε θ’ ανεβούμε καθώς προζύμι
ο σιδερένιος κλοιός θα ραγιστεί
τα όρη σας όπως πυκνά σύννεφα θα χωριστούν
οι κόσμοι θα τρίξουν
στις έντρομες αίθουσες οι ρήτορες θα σωπάσουν
και θ’ ακουστεί η φωνή μου:
«Οι νέοι πρίγκιπες με σάλπιγγες και νέες στολές
οι νέοι συμβουλάτορες οι νέοι παπάδες
οι πρόεδροι και τα συμβούλια και οι επιτροπές
όλοι οι μάγοι προφεσόροι…»
Περιμένετε αυτή τη φωνή.
Ετσι θ’ αρχίζει.

.

.

Θα σας αφήσω όλους σας να ωρύεσθε
ή ν’ ακουμπάτε ήρεμοι το κεφάλι σας στο παράθυρο –
θα σας αφήσω να πιέζεστε στα σκαλιά
κι άξαφνα κεί να μαρμαρώνετε
ανίδεοι για τις πράξεις σας
θα σας αφήσω να τρέχετε.
Εγώ ανάμεσα σε ξερά δέντρα και τάφους
με τη σημαία μου ένα κουρέλι
με άνεμο και χωρίς άνεμο
ανάμεσα στο αβέβαιο πλήθος σας
θα περιφέρομαι μόνος –
ένας φλογερός πρίγκιπας – μάγος.

Η ώρα πλησίασε. Θα γκρεμιστούν οι ναοί.
Δεν υπάρχει φωτιά στην καρδιά σας.

.

.

Τώρα κ΄εγώ υποψιάζομαι
όλο το πλήθος των αυλοκολάκων
όλους τους ταπεινούς γραμματικούς
τους βραβευμένους με χρυσά παράσημα
λεγεωνάριους και στρατηλάτες
υποψιάζομαι τις αυλητρίδες τη γιορτή
όλους τους λόγους και προπόσεις
αυτούς που παριστάνουνε τους εθνικούς
τον πορφυρούν χιτώνα του πρίγκηπος
τους συμβουλάτορες και τους αιρετικούς
υποψιάζομαι συνωμοσία
νύχτα θα ρεύσει πολύ αίμα
νύχτα θα εγκαταστήσουν την βασιλεία τους
νέοι πρίγκηπες με νέους στεφάνους
οι πονηροί ρωμαίοι υπάλληλοι του αυτοκράτορος
ετοιμάζουνε κρυφά να παραδόσουν
να παραδόσουν τα κλειδιά και την
υπόκλισή τους.
Εγώ πάλι μέσα στο πλήθος διακλαδίζομαι
η θέλησή μου διακλαδίζεται μέσα στο πλήθος
μαζεύω τους σκόρπιους σπόρους μου
για την καινούργια μακρινή μου ανάσταση
μαζεύω

.

.

.Κάτω
στο βάθος
τόσα πέλματα βαριά
τόση βουή με καταρράχτες
ακούγονται να σπάζουν επιφάνειες
κατρακυλάν στις φλέβες μας ποτάμια –
εγώ
με φωτεινό μέτωπο να χάνομαι
να μην μπορώ να καταλάβω
πώς γίνηκε να αναζητάμε όνειρα
τώρα που όλα στερεώθηκαν επίσημα
τώρα που ο ένας πρίγκηπας επέθανε
τώρα που οι δείχτες ύψωσαν τα φέρετρα
κει που βουλιάζουν οι αετοί τις ώρες.

Δείξε μας δείξε μας το μπόι σου
μέρα με τις πληγές ορθές στο βάδισμά σου
θα σε στεγάσουμε
να μην φοβάσαι
οι άλλοι πέτρωσαν δίπλα στους χωροφύλακες
έντρομοι θα σαλπίσουν
θα κλείσουν οι πύλες
θα κλείσουν τα τείχη
θα παρατάξουν τα στρατεύματα
εσύ θα τους διαπερνάς αθόρυβα
θα προβαδίζεις
και πίσω θα σε ακολουθούν
οι Ασσύριοι οι Βαβυλώνιοι οι Ιουδαίοι
οι Ισπανοί πριν προδωθούν τα όνειρα
οι Γάλλοι μεταλλωρύχοι
ο σύντροφός μου Γκαρώ πριν γίνει διευθυντήριο
οι πρόεδροι θα αλλάξουν έντρομοι τα διατάγματα
οι άλλοι θα υποκρίνονται τους έμπιστους
εγώ μαζί με την ακολουθία μου
θ’ ανακηρύσσομαι ήρωας
το αργυρό σπαθί των ιπποτών θα λάμπει
ο πρίγκηπας ένα χλωμό παιδί με πορφυρούν χιτώνα
πάλι θα στερεώνονται οι αυλοκόλακες
κι εγώ θα φεύγω
θ’ αναζητώ έντρομος την όψη σου.

Κάτω
στο βάθος
τόσα πέλματα βαριά

Ακούω νάρχεται καινούριο βήμα.

Aποσπάσματα από την ποιητική συλλογή του Μιχάλη Κατσαρού » Κατά Σαδδουκαίων»

Back Door Man

Advertisements