Και το κακό δε βγαίνει

Posted on 28 Δεκέμβριος, 2011 2:53 πμ από

5


Aναδημοσιεύει από το Red NoteBook, ο Back Door Man

Για τα παιδιά που σηκώνουν το κεφάλι και κοιτούν τη μαμά τους σιωπηλά, να τους λέει πως δεν μπορεί να είναι πια μαμά τους, και για την έννοια της γιορτής, πώς να μιλήσει κανείς νηφάλια και συγκροτημένα, με την οργή και τα δάκρυα να οδηγούν κάπου πέρα απ’ τον καταγγελτισμό και τη μιζέρια;

Toυ Μάνου Αυγερίδη

Ξύπνα και μην κοιμάσαι      Γλυκό μου καναρίνι
Σηκώσου από την κλίνη
Να ιδείς τι γίνεται

Παραδοσιακό Δωδεκανήσων

Πώς να γράψεις για όλα αυτά, μέρες που είναι, χωρίς να χαθείς στα μονοπάτια  ενός φτηνού μελό; Σήμερα, όπως κάθε χρόνο, όλοι ανταλλάσσουν ευχές, ανέξοδα. Όλοι μιλούν για τον «συνάνθρωπο», για τα παιδιά. Και το πρόβλημα είναι τόσο στο «όλοι» όσο και στο «ανέξοδα». Γνωστό το πρώτο σκέλος και παλιό, θύτες και θύματα: Θύτες που σπεύδουν να αλλάξουν μορφή και λόγο για την περίσταση, επιστρέφοντας αμέσως «στα επείγοντα και στα σημαντικά»· που υμνούν την έννοια της αλληλεγγύης, προσφέροντας «απλόχερα», με όρους προσφοράς πάντα, φιλανθρωπίας, έκπτωσης, εταιρικού μάρκετινγκ. Θρησκευτική κατάνυξη και χριστουγεννιάτικο πνεύμα εν αφθονία. «Αγάπη» με στόμφο και άλφα κεφαλαίο, σαν συγκαταβατικό χτύπημα στην πλάτη ή φτύσιμο στα μούτρα – λίγο διαφέρει.

Φέτος μάλιστα η υποκρισία δεν πρόλαβε να στεγνώσει, οι λεκέδες διακρίνονται με γυμνό μάτι. Είναι πιο δύσκολο άλλωστε –κι ας βιάστηκαν να ξεκρεμαστουν απ’ το σκοινί νοτισμένες ακόμα οι γιορτινές και φιλεύσπλαχνες φορεσιές–, όταν η βαρβαρότητα, η απανθρωπιά κι ο ρατσισμός αποτελούν ή τείνουν να αποτελέσουν επίσημη πολιτική του κράτους. Ενός κράτους ο υπουργός υγείας του οποίου μπορεί απενοχοποιημένα να μιλάει για ανήλικες εκδιδόμενες κοπέλες σα να πρόκειται για βακτήρια που πρέπει να εξολοθρευτούν δια της απολυμάνσεως, και στο οποίο ο νέος δημόσιος λόγος μετατρέπει τις απολύσεις σε «μη εθελοντικές απομακρύνσεις εργαζομένων». Όπου η αυξανόμενη φτώχεια, η εξαθλίωση, είναι τόσο δύσκολο να αγνοηθεί, που αποτυπώνεται ακόμη και στις σελίδες της Καθημερινής, εκ των σθεναρότερων υποστηρικτών της νέας «αναγκαίας» πραγματικότητας. Αναφέρομαι στο άρθρο της Μαρίλης Μαργωμένου «Δεν θα γυρίσω να πάρω την Άννα. Συγνώμη». – Ακολουθεί «λαϊκίστικο» απόσπασμα από το εν λόγω κείμενο, που περιγράφει την αντίδραση των παιδιών όταν οι γονείς, αδυνατώντας λόγω φτώχειας να τους εξασφαλίσουν τα βασικά, τα εγκαταλείπουν στα Παιδικά Χωριά SOS, που για πρώτη φορά γίνονται δέκτες τέτοιων αιτημάτων: «Κανένα τους δεν φωνάζει» […] «Στέκονται στην πόρτα και κοιτάζουν μέχρι να χαθεί η μαμά τους. Αν είναι αδελφάκια, δύο ή πιο πολλά, εκείνο το βράδυ δεν μπορείς να τα χωρίσεις. Τα βάζεις το καθένα στο κρεβάτι του και δέκα λεπτά μετά γίνονται ένα κουβάρι, μαζεύονται όλα μαζί ξανά, να αγγίζουν το ένα το άλλο».

Φωτό του Ηenri Cartier-Bresson

Για τα παιδιά, λοιπόν, που σηκώνουν το κεφάλι και κοιτούν τη μαμά τους σιωπηλά, να τους λέει πως δεν μπορεί να είναι πια μαμά τους, που την βλέπουν να απομακρύνεται χωρίς να μιλούν ή να κλαίνε –σαν η σιωπή αυτή να περιέχει όλα τα σκατά του κόσμου–, και για την έννοια της γιορτής, πώς να μιλήσει κανείς νηφάλια και συγκροτημένα, με την οργή και τα δάκρυα να οδηγούν κάπου πέρα απ’ τον καταγγελτισμό και τη μιζέρια; Διότι το «ανέξοδα» της πρώτης παραγράφου αφορά κυρίως εμάς, όσους είμαστε ή θέλουμε να είμαστε στην άλλη πλευρά. Κι εγώ κάπου εδώ αυτό το παιχνίδι το χάνω. Μοιάζει να το κερδίζει, όμως, ο Στάθης Παυλόπουλος που με αφορμή το διήμερο των ΑΣΚΙ έγραψε ωραία για την ανάγκη να ξανασκεφτούμε το νόημα των εκδηλώσεων και των γιορτών, και μ’ έναν τρόπο να τις εφεύρουμε ξανά, με τους δικούς μας όρους· και ο Δημοσθένης, εδώ δίπλα, μιλώντας για τους εμφανέστατους αφανείς της εποχής μας. Το έχουν κερδίσει επίσης, σίγουρα, από διαφορετικούς αλλά και τόσο ίδιους δρόμους, οι αγωνιστές της Χαλυβουργίας, η Φλόρενς Ρης και όσoι ρώτησαν και αναρωτήθηκαν «which side are you on», ο φούρναρης στα Πατήσια που έχει αναλάβει να ταΐζει τα υποσιτισμένα παιδιά του γειτονικού του σχολείου, ξενάκια και ελληνάκια – όλα έτσι κι αλλιώς στον τόπο μας πια, «τέλεια ξένα»· και όσοι, θα πρόσθετα (δειλά, και με συνείδηση της ολισθηρότητας μιας τέτοιας προσθήκης) τις μέρες αυτές κατορθώνουν να σταματούν για λίγο τον χρόνο τραγουδώντας με πείσμα σαν να αγκαλιάζουν, ό,τι κι αν σημαίνει αυτή η φράση για τον καθένα. Γνωρίζοντας, βέβαια, ότι «και τα τραγούδια λόγια είναι, τα λένε οι πικραμένοι, παλεύουν να ’βγει το κακό και το κακό δε βγαίνει».

http://wp.me/p1pa1c-fbP

Advertisements