Πολιτική τέχνη και έκτακτη ανάγκη

Posted on 7 Δεκέμβριος, 2011 5:20 μμ από

1


Thomas Hirschhorn's 'the subjecter' (λεπτομέρεια)

του Αυγουστίνου Ζενάκου*

Σε ένα κείμενό του για τις εκθέσεις στο φετινό Πεδίο Δράσης Κόδρα του Δήμου Καλαμαριάς, ο επιμελητής εκθέσεων Θεόφιλος Τραμπούλης έγραψε για “ένα καλλιτεχνικό παράδειγμα του οποίου ο αντικομφορμισμός και η πολιτικά ριζοσπαστική στάση ήταν η βασικότερη ανταλλακτική του αξία”. Θα υποστήριζα, ακόμη περισσότερο, ότι το να λέμε πως ο αντικομφορμισμός και η πολιτικά ριζοσπαστική στάση είναι η ανταλλακτική αξία σημαίνει ότι αυτή η πολιτική στάση δεν υποστασιοποιείται στην πραγματικότητα με πολιτικούς όρους – τουλάχιστον αν ως πολιτικούς όρους αντιλαμβανόμαστε μια σύγκρουση.

Δεν έχουμε ενδεχομένως κανένα λόγο να είμαστε δύσπιστοι απέναντι στην καλλιτεχνική δημιουργία, αν δεν εποτελεί ζητούμενο μας η πολιτική της υπόσταση. Στο βαθμό, όμως, που αποτελεί ζητούμενο μας η κοινωνικοπολιτική εμπλοκή από την τέχνη, έστω κι αν δεν είναι υποχρεωτικό, είναι ο Τόμας Χίσχορν απλώς ένα κακό παράδειγμα ή η τέχνη δεν μπορεί να έχει πολιτικό αντίκτυπο έτσι κι αλλιώς; Οφείλω να υπενθυ΄μισω κάτι το οποίο γράφω εδώ και καιρό: Δεν υπάρχει τέχνη νοητή εκτός μιας οικονομίας, ενός πολιτικοοικονομικού παραδείγματος. Από τη στιγμή που δεν υπάρχει τέχνη εκτός οικονομίας, η σύντομη απάντηση είναι όχι, δεν μπορεί, τουλάχιστον αν με την έννοια “πολιτικό αντίκτυπο” εννοούμε μια ρήξη.

Εξηγούμαι: Νομίζω θα συμφωνήσουμε ότι ένας από τους πιο επιτυχημένους και πιο μαζικούς τρόπους παρουσίασης και διάδοσης της τέχνης σήμερα είναι οι Μπιενάλε. Ως περιοδικά μουσεία σύγχρονης τέχνης, διατείνονται ότι εκφράζουν το καλλιτεχνικό πνεύμα της εποχής, ότι αποτελούν “εργαστήρια καλλιτεχνικού στοχασμού” και ότι καταπιάνονται με “πολιτικά ζητήματα”. Ποια είναι όμως η ρητορική αυτών των μεγάλων θεσμών όχι ως εκθέσεων, αλλά ως διοργανώσεων; Υπήρξα μέχρι πρότινως συνδιευθυντής της Μπιενάλε της Αθήνας. Έχοντας συνδιοργανώσει δύο τέτοια μεγάλα φεστιβάλ και έχοντας συντονίσει για σεβαστό διάστημα το Δίκτυο Ευρωπαϊκών Μπιενάλε, αντικείμενο του οποίου ήταν ακριβώς η τεχνοκρατική αλληλοεκπαίδευση τέτοιων θεσμών στην Ευρώπη, είμαι στην ευτυχή θέση να γνωρίζω πως όταν συνδιαλλεγόμαστε με πολιτειακές αρχές ή ενδεχομένως χρηματοδότες, είτε δημόσιους είτε ιδιωτικούς, υποστηρίζουμε περίπου τα εξής: Τέτοιοι θεσμοί είναι χρήσιμοι για την ανάπτυξη των πόλεων, αναδεικνύουν τη σύγχρονη και διεθνούς εμβέλειας ταυτότητά τους και δημιουργούν μια δευτερογενή οικονομία υπηρεσιών, η οποία αφήνει στην πόλη μιάμιση φορά τον προϋπολογιςμό του φεστιβάλ μέσω τουρισμού, κατανάλωσης και πάει λέγοντας…

Φυσικά η ελληνική πραγματικότητα ανταποκρίθηκε σε αυτή τη ρητορική με πλείστους όσους ευτράπελους τρόπους, στους οποίους δεν θα επεκταθώ εδώ. Θα υποστηρίξω , ωστόσο, ότι αυτό είναι που μας επέτρετε να αναπτύσσουμε μια τέτοια ρητορική, η οποία δημιουργούσε το ασφαλές περίβλημα μέσα στο οποίο κατοικούσε η “πολιτική” τέχνη, προϋπέθετε την ύπαρξη μιας συμπαγούς αφήγησης, ή , ακριβέστερα, ιδεολογίας.

Ήταν η εξής: Ναι, έοχυμε προβλήματα αλλά “πάμε καλά”. Ζήσαμε την οκταετία Σημίτη, έχουμε Αττική Οδό, Εγνατία Οδό, αεροδρόμιο, κάναμε Ολυμπιακούς Αγώνες με την ομορφότερη τελετή έναρξης στην πρόσφατη Ιστορία. Ανάπτυξη! Μπορεί να μην έχουν λυθεί τα πάντα αλλά τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε είναι τεχνικά, όχι θεμελιώδη: Δεν γίνονταν, δηλαδή, αντιληπτά ως ανυπέρβλητα στο πλαίσιο του υφιστάμενου παραδείγματος.

Θα προτείνω τώρα ένα παράδοξο: Παρά τα ευτράπελα, επειδή ακριβώς η ιδεολογία ήταν συμπαγής, το κράτος εκείνο και η κοινωνία την οποία διαχειριζόταν ήταν, με όλα τους τα ελαττώματα, αφάνταστα προτιμότερα από αυτά που εδώ και ένα διάστημα δημιουργούνται και τον τελευταίο καιρό αναδείχθηκαν δοξαστικά.

Το ότι η ιδεολογία κατέρρευσε είναι προφανές. Δεν “πάμε καλά” πια. Δεν θα μας κουράσω όλους με πολλά, θα πω μόνο το εξής: Οι Γιατροί του Κόσμου ανέφεραν ότι 2 εκατομμύρια συμπολίτες μας ζουν πια κάτω από το ότριο της φτώχειας. Αν προσθέσουμε σε αυτό ένα εκατομμύριο ανέργους, έχουμε το ένα τρίτο του πληθυσμού και περισσότερο από το μισό παραγωγικό πληθυσμό. Μια κατάσταση που, ιδιαίτερα μετά από τόση “ανάπτυξη”, θα έπρεπε να ήταν ευφημισμός ακόμη και εκρηκτική να την πει κανείς.

Το ρήγμα στην ιδεολογία έρχεται να το συγκρατήσει το Κράτος Έκτακτης Ανάγκης. Στη δική μας περίπτωση, το Κράτος Έκτακτης Ανάγκης, που ουσιαστικά αναστέλλει το Σύνταγμα και σίγουρα τη πιο βασική αρχή του, τη διακυβέρνηση από το λαό, είναι συνταγματικά νόμιμο. Σκεφτείτε τη μας συνέβει μόλις: Επειδή είμαστε ακατάλληλοι να αποφασίσουμε, έχουμε μια κυβέρνηση που θα εφαρμόζει αυτά για τα οποία θα αποφασίζαμε χωρίς να μας ρωτήσει. Αυτά πρέπει να τα δεχτούμε – και τα δεχόμαστε – διότι η κατάσταση είναι επείγουσα, η ανάγκη είναι έκτακτη!
Σε αυτό το σημείο, λοιπόν, όπου η πολιτική γίνεται πιο αναγκαστικά αστιληπτή ως σύγκρουση που αλλάζει τις αντικειμενικές συνθήκες της ζωής μας, τι κάνουμε;

Το βέβαιο είναι ότι ούτε τα ζητήματα του πολιτισμού μπορούμε να τα αντιμετωπίσουμε ως “τεχνικά”. Δεν μπορούμε να μιλήσουμε για το αν το κράτος και η αγορά πρέπει να υποστηρίζουν τον πολιτισμό, χωρίς να μιλήσουμε για το τι κράτος θέλουμε, τι αγορά υπάρχει και τι αγορά θέλουμε. Και δεν νομίζω ότι μπορούμε να πούμε κάτι τέτοιο μέσω της τέχνης όπως την αντιμετωπίζουμε ως τώρα.

Πιστεύω ότι η τέχνη όπως είμαστε σε θέση να την αντιληφθούμε είναι καταδικασμένη να αναπαράγει τις υφιστάμενες σχέσεις, να μην τις απειλεί, να αποτελεί ένα συμβολικό αντίστοιχο του πως βλέπει την κοινωνία η κυρίαρχη αφήγηση. Και αυτό επειδή το βασικό, το πρώτο πράγμα που αλλάζει η κατάσταση Έκτακτης Ανάγκης δεν είναι η οπτική μας ως παραγωγών ή ως καταναλωτών τέχνης. Είναι η οπτική μας ως πολιτών.

Αν λοιπόν αυτό που συζητάμε είναι πως να αντιδράσουμε σε όσα μας συμβαίνουν, πως μπορούμε να δημιουργήσουμε – με την ευγενή λενινιστική έννοια! – μια “συνθήκη πιθανότητας” έχω μια πρόταση:

Ας αφήσουμε την τέχνη κατά μέρος. Ας διατυπώσουμε το πολιτικό πρόβλημα. Το πολιτικό ερώτημα γεννάει τη μορφική επινοητικότητα, όχι αντίστροφα. Πρώτα πρέπει να αναρωτηθούμε πολιτικά πως συνταράζεται η ιδεολογική, η αφηγηματική συγκρότηση που μας περιλαμβάνει και μας δεσμεύει. Ύστερα θα έρθουν οι μορφές. Με άλλα λόγια, δεν πρέπει να περιμένουμε από την τέχνη ένα νέο όραμα του κόσμου. Ίσως, όμως, ένα νέο όραμα του κόσμου γεννήσει κάποια στιγμή μια νέα τέχνη.

Ιεραρχίες και πλευρές

Υποταγή στο πλαίσιο

Τhomas Ηirschhorn - Caveman Man

Στο εσωτερικό της πολυθρύλητης εγκατάστασης του, με τίτλο CavemanMan, ο διασημότατος καλλιτέχνης Τόμας Χίσχορν έχει γράψει ανά διαστήματα τη φράση “1 Man = 1 Man” (“1 Άνθρωπος = 1 Άνθρωπος”), κάτι που έχει παρουσιαστεί ως ένα κάλεσμα για την “κατάργηση των ιεραρχιών”.

Είχα την τύχη να δω το έργο στην έκθεση The Luminus Interval – Έργα από τη συλλογή Δημήτρη Δασκαλόπουλου στο μουσείου Γκουγκενχάιμ του Μπιλμπάο. Την ημέρα μετά τα εγκαίνια, παρακολούθησα μια ομιλία ορισμένων από τους συμμετέχοντες καλλιτέχνες στο αμφιθέατρο του μουσείου. Μιλώντας για τη δουλειά του, ο Χίρσχορν δεν παρέλειψε να αναφέρει τη στάση του στο ζήτημα που είχε ανακύψει με τις τραγικές εργασιακές συνθήκες στο νεοανεγειρόμενο μουσείο Γκουγκενχάιμ του Νουμπάι, η οποία τον είχε οδηγήσει στο να υπογράψει την έκκληση για μποϊκοτάζ του νέου μουσείου.

Τη στιγμή των ερωτήσεων, πρώτος μίλησε ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος. Κοντά στα άλλα, είπε ότι σύμφωνεί πως υπάρχει προβλήμα με τις εργασιακές συνθήκες στο Ντουμπάι, αλλά διαφωνεί με το μποϊκοτάζ. Υπενθυμίζοντας ότι ο ίδιος είναι μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Ιδρύματος Σόλομον Ρ. Γκουγκενχάιμ, κατέληξε: “Δεν είμαστε εμείς οι δράστες. Εμείς είμαστε οι φορείς της αλλαγής. Είμαστε όλοι από την ίδια πλευρά.”.

Ο μόνος από τους καλλιτέχνες που απιπειράθηκε να δευτερολογήσει ήταν ο Τόμας Χίρσχορν. Ομολογουμένως, δεν κατάλαβα τι είπε, σίγουρα όμως δεν έθεσε αυτό που φάνηκε σε εμένα το αυτονόητο ερώτημα: Ποιοι είμαστε “εμείς”; “Εμείς” που είμαστε απο την ίδια πλευρά;

Τι είναι αυτό που άνει έναν από τους πιο φημισμένους καλλιτέχνες του κόσμου να μασάει τα λόγια του μρποστά σε έναν συλλέκτη, έστω και μεγάλο, έστω και “ισχυρό” (ό,τι και να σημαίνει αυτό), έστω και πρόεδρο του Συνδέσμου Ελλήνων Βιομηχάνων; Η συμβατική σοφία θα έλεγε ότι δεν θέλει να χάσει την πελατεία του. Αλλά, προσωπικά, δεν το πιστεύω. Όχι μόνο επειδή δεν την έχει, στενά μιλώντας, ανάγκη αλλά και επειδή δεν νομίζω ότι θα την έχανε στην πραγματικότητα, αν διαφωνούσε. Πιστεύω ότι άλλος είναι ο λόγος. Δεν μπορεί να μιλήσει, διότι το καθοριστικό είναι το πλαίσιο ανάγνωσης, όχι οι προθέσεις ή τα υποτιθέμενα εγγενή γνωρίσματα αυτού που λέει κανείς. Το πλαίσιο όπως είναι δεδομένο, εξασφαλίζει ότι το έργο ενός “πολιτικού” καλλιτέχνη δεν μπορεί να έχει το παραμικρό πολιτικό αντίκτυπο. Δεν είναι επί της ουσίας πολιτικό διότι δεν δημιουργεί καμία σύγκρουση, δεν τροποποιεί καμία σχέση. Γίνεται αντιληπτό με απολύτως εσωτερικά κριτήρια, δίχως να διασπά το πλαίσιο που το καθιστά αναγνώσιμο, δίχως να πιέζει το δεδομένο παράδειγμα. Και το να επιδιώξει κανείς τη σύγκρουση σε μια απλή συζήτηση, υπό τη σκιά αυτής της συνθήκης, θα ήταν αφελες – είμαι βέβαιος, δίχως να του έχω μιλήσει, ότι ο Τόμας Χίρσχορν το γνωρίζει αυτό.

* Ο Αυγουστίνος Ζενάκος είναι δημοσιογράφος και έχει διατελέσει συνδιευθυντής της Μπιενάλε της Αθήνας και επιμελητής εκθέσεων. Το κείμενο αυτό βασίστηκε σε σημειώσεις για δύο ομιλίες στο Πεδίο Δράσης Κόδρα 2011 και στην 3η Μπιενάλε της Αθήνας, που διαρκεί ως τις 11Δεκεμβρίου.

============================================================================================

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο ΠΡΙΝ, Κυριακή 27 Νοεμβρίου 2011

Μεταφέρει η Jaquou Utopie

http://wp.me/p1pa1c-ePe

Advertisements