Σκέψεις πάνω στην έννοια της Αριστερής Πολιτικής στην περίοδο της κρίσης

Posted on 30 Νοεμβρίου, 2011 1:30 μμ από

50


Photo taken by the Hubble Telescope – Nasa

Γράφει ο Άρης Λέονας

Τα  πρώτα σημάδια της κρίσης που  ξεκίνησε το 2007 με τα ενυπόθηκα δάνεια στις ΗΠΑ δείχνουν ότι βρισκόμαστε  στην αρχή μιας εντεινόμενης κρίσης της σχέσης κεφάλαιο: Αυτό που διακινδυνεύεται δεν είναι απλά μια χρηματοπιστωτική σύγκρουση κεφαλαίων (λόγω χρήσης των χρηματοπιστωτικών προϊόντων), αυτό που διακινδυνεύεται δεν είναι απλά η Ευρωπαϊκή Ένωση έτσι όπως σχεδιάστηκε αρχικά, ούτε απλά η αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία έτσι όπως αναπτύχθηκε τις τελευταίες δεκαετίες στα πλαίσια των εθνών-κρατών. Αυτό που απειλείται είναι η αναπαραγωγή ολοένα αυξανόμενων πληθυσμών πλέον στα κέντρα συσσώρευσης του βορρά (στο Νότο η έκφραση αυτή της κρίσης προϋπήρχε οριακά) εντός της σχέσης που συναρθρώνει τις κοινωνίες μέσα στην καπιταλιστική ιστορία, ως έκφραση της αδυναμίας αναπαραγωγής της σχέσης κεφάλαιο.

Ο αριστερός λόγος, στη γενική του  εικόνα, παραμένει εγκλωβισμένος σε μια διαχείριση δικαιωμάτων (όπως το εκλογικό δικαίωμα στη νέα πολιτική ευρωπαϊκή ιστορία που εγκαινιάστηκε με τις δικτατορικές δημοκρατίες Παπαδήμου/Μόντι και πλέον τείνει στη γενίκευση της στην ευρώπη ή το δικαίωμα στην εργασία), μη καταφέρνοντας να ανταποκριθεί στις αλλαγές του παιχνιδιού που λέγεται πολιτική. Το θέατρο της πολιτικής σκηνής, αλλάζει και θα αλλάξει ακόμη περισσότερο στο παρόν της κρίσης αυτής. Η σχέση κράτους-κοινωνίας των πολιτών αλλάζει ραγδαίως (αναμένοντας τη μεταρρύθμιση της ευρωζώνης από τον σκληρό πυρήνα του ευρώ σε πρώτη φάση μέχρι και μεγαλύτερες αλλαγές που εγκυμονούνται στη δίνη της κρίσης) και αυτό οδηγεί στην μαράζωση των αστικών κοινοβουλίων ως κανάλι έκφρασης επιθυμιών των πλειοψηφιών. Ο μαρασμός του κράτους όσον αφορά την έκφραση του γενικού καλού, τη γενική υπόσχεση δικαιοσύνης έχει αρχίσει να γίνεται όλο και πιο ξεκάθαρος. Η αναπαραγωγή του κοινωνικού όλου, ως αναπαραγωγή της σχέσης κεφάλαιο, εξασφαλίζεται στο όριο κάθε εντοπισμένης κρίσης με έναν τρόπο: την καταστολή. Η καταστολή εκφρασμένη σε όλα τα θεσμικά και δικαιωματικά επίπεδα (πολιτική μάχη εκφρασμένη εντός εθνικού κοινοβουλίου και δικαιώματα εργαζομένων, μεταναστών κτλ) και προφανώς στο όριο αυτών μέσω αστυνομίας και στρατού.

Η στρατιωτική καταστολή των αραβικών εξεγέρσεων, η άμεση καταστολή του κινήματος Occupy στις ΗΠΑ, η καταστολή των κινημάτων στην Ελλάδα που συναντούν μπροστά τους ένα πραξικόπημα Παπαδήμου και στρατούς πόλης σε κάθε ουσιαστική και όχι ρητορική σύγκρουση με τις πολιτικές που εφαρμόζονται (μικρές εικόνες: επίπεδο καταστολής κινημάτων Δεν Πληρώνω, στην κατάληψη της ΔΕΗ από την ημέρα του πραξικοπήματος Παπαδήμου έως σήμερα), αποδεικνύουν τα όρια στη διαχείριση της κρίσης της σχέσης κεφάλαιο. Η σύγκρουση μεταξύ παραγωγικών κεφαλαίων, όπως μας τάζει η αστική θεολογία της ελεύθερης αγοράς, έχει αρχίσει να μεταλάσσεται σε σύγκρουση μεταξύ κρατών, όχι προς όφελος των πληθυσμών που εργάζονται εκεί προφανώς ούτε έτσι όπως εκφράστηκε αυτή στους πρώτους δύο παγκόσμιους πολέμους, αλλά ως χώρων παραγωγής και αναπαραγωγής, δηλαδή χώρων συνεχώς εντεινόμενης εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης και των φυσικών πόρων. Στο εσωτερικό κάθε κρατικού σχηματισμού (ας μείνουμε προς το παρόν σε ΗΠΑ, ΕΕ, Κίνα) η επανάσταση των από πάνω έχει αρχίσει και γενικεύεται επιχειρώντας μέσω της καταστολής να δημιουργήσει και την ιδεολογία που της αντιστοιχεί. Μια ιδεολογία όμως που όπως δείχνουν τα μαζικά κινήματα της περιόδου δεν φαίνεται να μπορεί να συγκρατήσει τις δυνάμεις και τις ανάγκες αντίστασης των καταπιεσμένων με κάποια γενική υπόσχεση ικανοποίησης των αναγκών τουλάχιστον για την «πλειοψηφία». Η μεσαία τάξη – που στήριξε μεταπολεμικά το σύγχρονο αστικό κράτος ως υπόσχεση γενικής δικαιοσύνης – κατά τη βίαιη κάθοδο της στα βάθρα της κοινωνικής διαστρωμάτωσης παρασέρνει μαζί της πολλά παλιά πολιτικά σχέδια.

Στο πλαίσιο αυτό η κρίση του πολιτικού, αντανακλάται και σε κρίση των  υποκειμένων της αριστεράς έτσι όπως αυτά παρήχθηκαν ιστορικά στη  βάση ενός κύκλου συσσώρευσης που συνδέεται περισσότερο με την περίοδο των ιστορικών επαναστάσεων στις αρχές του 20ου αιώνα, όπου η σχέση κεφάλαιο επιβεβαίωνε την παρουσία της εργατικής ταυτότητας στο εσωτερικό της παραγωγής (μεγάλα συνδικάτα, κόμματα με αναφορά στις δυνάμεις της εργασίας ως υπεράσπιση της εργασίας). Η δομική ανεργία που αποκαλύπτεται σε παγκόσμιο επίπεδο με την έξαρση της τελευταίας κρίσης δείχνει ότι η εργασία δε μπορεί να γίνει αντικείμενο πολιτικής υπεράσπισης ή πρακτικής, δεν μπορεί να εξασφαλισθεί για τον πληθυσμό συνολικά παρά μόνο με την υπόσχεση των λεγόμενων «ανθρώπινων όρων» (οκτάωρο, μισθός που να εμπεριέχει μια υπόσχεση βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου όπως στη μεταπολεμική περίοδο συσσώρευσης), είτε με αριστερόφωνη είτε με δεξιόφωνη διαχείριση της σχέσης κεφάλαιο. Υποθέτουμε όμως ότι στόχος ενός αριστερού λόγου και κυρίως μιας αριστερής πρακτικής δεν είναι η υπεράσπιση των «ανθρώπινων όρων» εργασίας, το πεδίο αυτό πολιτικής πρακτικής αντιστοιχεί πλέον σε φορείς όπως οι ΜΚΟ κι ας έχουν τη μορφή πολιτικού κόμματος.

Στο ίδιο πλαίσιο τα μαθήματα από τους αγώνες των τελευταίων δεκαετιών, που  περάσανε από τα πεδία της αυτοδιαχείρισης (πειράματα Ζαπατίστας, απόπειρες αυτο-οργάνωσης στους αγώνες της Αργεντινής), μας δείχνουν ότι η αυτοδιαχείριση, αν και είναι μέρος των πρακτικών μιας επανάστασης που αναζητεί τις μεθόδους της, προσκρούει στο αδιέξοδο αργά ή γρήγορα, αφού οι εργαζόμενοι σε ένα αυτοδιαχειριζόμενο εργοστάσιο συναντούν μπροστά τους τη σχέση κεφάλαιο ξανά και γίνονται οι ίδιοι καταπιεστές των εαυτών τους (το αυτοδιαχειριζόμενο εργοστάσιο πουλάει εμπορεύματα σε άλλο εργοστάσιο και γρήγορα οι εργαζόμενοι καλούνται να εφαρμόσουν περικοπές στους εαυτούς τους). Αντίστοιχα η έννοια της εργατικής εξουσίας (ποιά εξουσία διακυβεύεται αν όχι μόνο η εξουσία της κρατικής καταστολής σχεδόν αποκλειστικά στα πλαίσια του παγκοσμιοποιημένου κεφαλαίου) φαίνεται να επαναλαμβάνει διαρκώς τη σύγκρουση με τον τοίχο του αδιέξοδου αγώνα. Η εργατική εξουσία ως διαχείριση της σχέσης κεφάλαιο – προς όφελος όλης της κοινωνίας και όχι κάποιας γραφειοκρατίας ή κάποιων προνομιούχων εργαζομένων – φαίνεται ότι αδυνατεί να δώσει λύσεις στις αντιφάσεις που εμπεριέχει η σημερινή σύνθεση του κεφαλαίου.

Ειδικά  στην Ελλάδα, αν και γρήγορα η  κρίση θα εκφραστεί στην Ευρώπη ως χώρο παραγωγής και αναπαραγωγής, τα διλήμματα στο εσωτερικό του  κινήματος (αναρχία/αριστερά, εργατική εξουσία/αυτοδιαχείριση, κόμμα/άμεση  δημοκρατία) εκφράζουν το όριο των  αγώνων που έρχονται από προηγούμενο  κύκλο συσσώρευσης (κάθε έκφραση  αγώνα γνώρισε τη δόξα της σε αντίστοιχους κύκλους συσσώρευσης της σχέσης κεφάλαιο). Κάθε προσπάθεια επιβεβαίωσης, η αναρχική ρητορική που επιδιώκει επιβεβαίωση όσον αφορά το Κοινοβούλιο και το αίτημα για άμεση δημοκρατία ως αναγέννηση κάποιου είδους αναρχισμού των πολλών (;), η αριστερή ρητορική που επιδιώκει επιβεβαίωση στη στροφή κοινωνικών ρευμάτων προς τα αριστερά ως έκφραση της έλλειψης εμπιστοσύνης αυξανόμενων μαζών στα κλασσικά νεοφιλελεύθερα κόμματα (ΠΑΣΟΚ, ΝΔ, ΛΑΟΣ) προσκρούει συνεχώς στον τοίχο της καταστολής. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.

Έχουν περάσει τρία χρόνια (τουλάχιστον  μέσα στην έξαρση της κρίσης) και  η ευρωπαϊκή αριστερά, τα κομμουνιστικά  κόμματα, οι οργανώσεις αναρχικών, εξακολουθούν να επιχειρούν επιβεβαίωση των ταυτοτήτων που φτιάχτηκαν σε προηγούμενους  κύκλους ταξικής πάλης (αριστερή, κομμουνιστική, αναρχική) παραμένοντας σε μεγάλη απόσταση – ιδεολογική και υλική –από τις αυξανόμενες μάζες που βγαίνουν στο προσκήνιο με διάφορους τρόπους (Αραβικές εξεγέρσεις, κινήματα Αγανακτισμένων σε Ισπανία και Ελλάδα, Occupy στις ΗΠΑ).

Κάθε  κρίση όμως που φέρνει μαζί της κρίση απονομιμοποίησης του συστήματος στο κοινωνικό σώμα, εγκυμονεί τη γέννηση νέας ταυτότητας (αναβαθμίζεται ως αίσθηση τουλάχιστον μέσα στους αγώνες ότι αυτό που λέγεται καπιταλισμός δεν δουλεύει για την πλειοψηφία όπως πριν, το πρόβλημα είναι στο ότι δεν ξέρουμε πώς ανατρέπεται). Η νέα αυτή ταυτότητα που γεννιέται στους αγώνες του σήμερα δεν έχει όνομα, ακριβώς γιατί μόλις άρχισε να παράγεται. Απ’ ότι φαίνεται όμως αυτή αποτελεί την βάση ιστορικής παραγωγής της επανάστασης που γεννάει η σημερινή κρίση της σχέσης κεφάλαιο.

Ο εγκλωβισμός σε διλήμματα του  παρελθόντος (αναρχία ή κόμμα, εργατική εξουσία ή αυτοδιαχείριση, μέχρι και το κορυφαίο ταξικό ερώτημα «ευρώ ή δραχμή») μας οδηγεί σε μια ήττα που θα σημάνει άλλη μια ανεπανάσταση από την αστική τάξη που έπαψε να κουβαλάει το φως της ελευθερίας για όλους. Στο βαθμό που επιβεβαιώνεται η σταδιακή κατάργηση των παλιών ταυτοτήτων αγώνα, αυτό που αναδύεται ως ελπίδα στο πεδίο της θεωρίας αλλά κυρίως της πράξης μέσα στους σύγχρονους αγώνες είναι ο μαρξισμός του Μαρξ, ως επανασταστική θεωρία της πράξης. Οι σημερινοί αγώνες, στο όριο τους, και στην υπέρβαση τους, μέσα από τα αδιέξοδα τους και τη διαλεκτική σχέση ανάμεσα σε διαφορετικές πρακτικές μπορούν να μας δείξουν το δρόμο της πορείας μέσα σε έναν ταξικό πόλεμο που μόλις άρχισε. Εκεί θα βρούμε και κάποιες πρώτες απαντήσεις, όχι ως επιβεβαίωση αλλά ως ρήξη που ανοίγει το δρόμο για την επόμενη ρήξη, στα διλήμματα που μας τίθενται μέσα στους αγώνες (βία/μη βία, μαζικότητα/δυναμικές μειοψηφίες, αυτοδιαχείριση/εργατική εξουσία κ.ο.κ).

Μια απεργία σήμερα, μια κατάληψη χώρου  θα πρέπει μέσα από τα αδιέξοδα της  να βρει την υπέρβαση. Εκεί θα πρέπει να είμαστε όλοι/ες, αριστεροί/ες, αναρχικοί/ες, κομμουνιστές/ριες, αμεσοδημοκράτες/ισσες για να δώσουμε τις μάχες απέναντι στην αστική τάξη που θα εμφανιστεί – στο όριο του αγώνα – με τη στολή της αστυνομίας ή του στρατού. Το πώς θα δώσουμε τη μάχη, έχουμε αρκετά μαθήματα από το πρόσφατο παρελθόν των αγώνων μας ώστε να αξιώνουμε μια υπέρβαση των ορίων που μας παρουσιάζονται. Το επαναστατικό υποκείμενο λοιπόν, μια ερώτηση πολιτική, δεν μπορεί να εμφανιστεί ούτε επειδή το θέλουν όλοι/ες, ούτε ως αριθμητική επιβεβαίωση παλιών ταυτοτήτων που λίγη σχέση έχουν πλέον με το παρόν της σχέσης κεφάλαιο (και σίγουρα όχι με διχαστικά διλήμματα όπως ευρώ/δραχμή που αφαιρούν την πολιτική από την οικονομία ακολουθώντας το δρόμο που έχει ανοίξει ο νεοφιλελευθερισμός από τη δεκαετία του 1070).

Τουλάχιστον, ας μη χάσουμε πριν δώσουμε τη μάχη.

Το  πολιτικό ως σκηνή αλλάζει πεδίο με ρυθμούς που αντιστοιχούν στην ταχύτητα των σύγχρονων ροών κεφαλαίου. Οι τωρινοί αγώνες μέσα στα όρια τους, μέσα στα αδιέξοδα τους, μας καλούν να ανακαλύψουμε το καινούργιο πεδίο που αντιστοιχεί στις ανάγκες της συγκυρίας. Η πολιτική είναι καταδικασμένη να αποσκοπεί σε ένα αποτέλεσμα στον ταξικό πόλεμο. Όχι στο ρητορικό, το αριθμητικό ή το συμβολικό επίπεδο. Αλλά εκεί που έχει αρχίσει να δίνεται η μάχη σήμερα.

Τεχνική βοήθεια Jaquou Utopie  

http://wp.me/p1pa1c-eE6

Posted in: Πολιτική