Επάγγελμα ρεπόρτερ: φλερτάροντας με το θάνατο

Posted on 29 Νοέμβριος, 2011 9:50 μμ από

2


Ο Γιώργος Αυγερόπουλος μιλάει στο Μίμη Τσακωνιάτη και αφηγείται πως ξεκίνησε ο Εξάντας, την αντιμετώπιση που είχε σε φεστιβάλ εξωτερικού, το θάνατο ως θεματικό πυρήνα σε ντοκυμαντέρ του καθώς και ιστορίες απο επικίνδυνες αποστολές. 

-Πότε συνέλαβες την ιδέα για τη δημιουργία του Εξάντα;

Η ιστορία ξεκινάει τον Μάρτη του 2000 όταν δούλευα στην τηλεόραση τουAlpha.

-Ήθελες από νωρίς να ακολουθήσεις το δρόμο του ντοκιμαντέρ σύγχρονων θεμάτων ή αυτό ήρθε στην πορεία;

Ήταν μία τυχαία συγκυρία γεγονότων, όπως δηλαδή γίνονται όλα τα ωραία πράγματα.

-Εσύ πριν τι έκανες στο κανάλι;

Ρεπορτάζ. Ήμουν δημοσιογράφος και το 2000 εργαζόμουν ήδη 12 χρόνια στο χώρο. Είμαι από 17 χρονών σε αυτό το επάγγελμα, αλλά δεν είχα σκεφτεί ποτέ να κάνω δημιουργικό ντοκιμαντέρ. Αυτό ήρθε από μόνο του. Τότε λοιπόν ήμουν στον Alpha και έκανα τα αποκαλούμενα μεγάλα θέματα της ειδησιογραφίας. Δούλευα πολύ στο εξωτερικό σε εμπόλεμες ζώνες, κάλυπτα συνταρακτικά γεγονότα και από εκεί αποκόμισα πολύ γνώση για το αντικείμενο. Κυρίως το πώς δουλεύουν οι ξένοι σε ανάλογα πράγματα και στην ουσία αυτό αποτέλεσε ένα πολύ σημαντικό σχολείο. Για παράδειγμα το 1992 σε ηλικία εικοσιενός ετών βρέθηκα στο Σεράγεβο να εργάζομαι μαζί με το BBC και δίπλα στον Μπάρτιν Μπελ που ήταν θρύλος. Τότε συνειδητοποίησα πως η ζωή σου μετά από μία τέτοια εμπειρία αλλάζει ριζικά. Γίνεσαι πιο σοφός. Αυτό έστρεψε και το βλέμμα μου προς τέτοιας κατεύθυνσης πράγματα. Ενώ ο άλλος δρόμος ήταν πιο εύκολος.

-Εννοείς τη δημοσιογραφία του καναπέ;

Ναι ή το να κάνεις δημοσιογραφία σε στιλ κουτσομπολίστικου ρεπορτάζ. Δουλεύοντας λοιπόν έξω, έβλεπα να περνάνε από τα χέρια μου αληθινοί θησαυροί. Δεν μπορείς να φανταστείς τι υλικό υπήρχε, απίστευτα πράγματα και εσύ ήσουν εγκλωβισμένος μέσα στα δύο-τρία λεπτά του δελτίου ειδήσεων και της καθημερινότητας. Έπρεπε να κάνεις ένα ρεπορταζάκι το οποίο εμφανίζεται σαν φωτοβολίδα στο βραδινό δελτίο ειδήσεων και εξαφανίζεται εξίσου γρήγορα. Και τους έλεγα τότε στον Alpha: «Ρε παιδιά, ας κάνουμε κάτι πιο βαθύ, πιο ριζοσπαστικό». Καλά κρασιά! Φωνή βοώντος εν τη ερήμω! Δεν υπήρχε καμία τέτοια πρόθεση από μέρους τους, αλλά κάποια στιγμή ο τότε διευθυντής στο κανάλι Σταμάτης Μαλέλης μαζί με τον πρόεδρο του σταθμού Στάθη Τσοτσορό, καλή τους ώρα και των δύο, με αφορμή την αλλαγή της χιλιετηρίδας γύρισαν και μου είπαν: «Κάνε το χρονικό της Ελλάδας στον 20ο αιώνα». Και εγώ βέβαια δέχτηκα.

Από εκεί προέκυψε ένα “πράγμα”, έτσι το χαρακτηρίζω, 120 λεπτών του οποίου ο τρόπος κατασκευής τούς άρεσε, οπότε μου είπαν: «Ωραία, δεν κάνεις ένα τέτοιο κάθε μήνα;» Αυτό το «τέτοιο» αποτέλεσε στη συνέχεια τον Εξάντα. Έτσι γεννήθηκε. Τότε δε μιλάγαμε για ντοκιμαντέρ, ειδικά στην ιδιωτική τηλεόραση αλλά για “εκπομπή”. Η λέξη ντοκιμαντέρ ήταν απαγορευμένη γιατί γι’ αυτούς σήμαινε χασμουρητά και ανία και ήταν αδύνατον να χρηματοδοτηθεί. Ήταν μία λέξη ταμπού. Ωστόσο, προοδευτικά αυτό το “πράγμα” μετεξελίχτηκε και μέσα από αυτό εξελιχτήκαμε και εμείς. Αν δεις δηλαδή παραγωγές που κάναμε το 2000 και σημερινές, δεν έχουν καμία σχέση. Έτσι συνέβη.

-Με τα άτομα που συγκροτήσατε τον Εξάντα υπήρχε κάποια πολιτική, ιδεολογική και φιλοσοφική ταυτότητα που σας συνέδεε ή η επιλογή τους ήταν καθαρά συγκυριακή;

Όχι, δεν ήταν καθόλου συγκυριακή. Ο σκοπός μου ήταν να βρω ανθρώπους που να μοιραζόμαστε το ίδιο όραμα. Αφενός το όραμα μίας πολύ καλύτερης τηλεόρασης. Το όραμα να μην λες στον άλλο βλακείες. Να ασχολείσαι με σοβαρά πράγματα. Σκοπός μου ήταν να ανοίξουμε “ένα παράθυρο στον πλανήτη” την ώρα που η ελληνική κοινωνία ομφαλοσκοπεί νομίζοντας ότι είναι το κέντρο του κόσμου. Ψάχναμε να βρούμε ανθρώπους που να αντιλαμβάνονται την κοινωνική αδικία. Αυτό με ενδιέφερε πάρα πολύ. Ανθρώπους που να μη σκέφτονται μόνο πού θα πάνε το Σαββατοκύριακο, τι θα φάνε και θα πιούνε ή ποιο κινητό θα αγοράσουν. Δηλαδή στην ουσία δεν ψάξαμε και δεν ψάχνουμε ακόμη, και σου μιλάω προσωπικά ως επικεφαλής αυτής της ομάδας, καινούργιους συνεργάτες κοιτάζοντας το βιογραφικό τους. Δε μας ενδιαφέρουν άνθρωποι που έχουν τελειώσει το καλύτερο πανεπιστήμιο της Αμερικής. Αυτό που είναι πιο σημαντικό για μας –εννοείται ότι πρέπει να έχουν κάποια στάνταρντ εκπαίδευσης– είναι να έχουν κοινωνική συνείδηση, να έχουν συμμετάσχει σε ένα κίνημα, σε μία συλλογική δράση.

-Εννοείς να είναι ακτιβιστές;

Βεβαίως. Θεωρούμε ότι κάνουμε ένα είδος ακτιβισμού. Μάλιστα όταν είχαμε πάει στον Καναδά με το Δέλταοι βρόμικες δουλειές του πετρελαίου οι εφημερίδες έγραφαν πως είμαστε κινηματογραφικοί ακτιβιστές (γελάει).

-Όταν ξεκίνησες τα ντοκιμαντέρ σου είχες ως πρότυπο σου κάποιον Έλληνα δημιουργό αντίστοιχων εκπομπών ή θεωρούσες ότι έφερνες κάτι καινούργιο;

Όχι, δεν θεωρούσα ότι έκανα τίποτα καινούργιο. Απλώς έλεγα πάμε να κάνουμε αυτά τα πράγματα που μας αρέσουν, χωρίς συμβιβασμούς και δίχως να αλληθωρίζουμε προς την τηλεθέαση. Στη συνέχεια, αν θέλεις, το καινούργιο ήρθε από μόνο του, αλλά αυτό για να είμαι ειλικρινής δεν ξεκίνησε έτσι από την αρχή. Δηλαδή, στην αρχή η βασική ιδέα ήταν αυτή που σου είπα. Λέγαμε τότε ότι όταν θα βγαίνουμε θα πρέπει να τρίζει το γυαλί, με την έννοια του δυναμισμού και του φρέσκου πράγματος που φέρναμε. Αυτό θέλαμε να κάνουμε και αυτό προσπαθούμε να κάνουμε ως τώρα.

Από εκεί και πέρα οι εκφραστικές δομές που ακολουθήθηκαν από το 2004 και μετά εξελίσσονται ακόμη. Γιατί δε μας φοβίζει καθόλου το να κάνουμε για παράδειγμα ένα ντοκιμαντέρ το οποίο δε θα έχει καθόλου αφήγηση. Δε θεωρούμε ότι κάνουμε μία τηλεοπτική εκπομπή, γιατί αν το κάναμε αυτό δε θα αφιερώναμε 350 ώρες για μοντάζ σε κάθε φιλμ, ούτε θα ψάχναμε το κάθε θέμα τόσο εξονυχιστικά. Και εννοώ τον τρόπο της έκφρασης, το αν δηλαδή ένα συγκεκριμένο θέμα θα πρέπει να έχει σπικάζ ή όχι. Εδώ πέρα δηλαδή γίνονται συζητήσεις τέτοιου είδους. Η δομή της παραγωγής δεν είναι γνωστή από πριν, αλλά προκύπτει από την όλη διαδικασία. Το αντίθετο θα ήταν πολύ εύκολο και ανιαρό.

-Αυτό σημαίνει δημιουργία. Στην ουσία η ταινία σμιλεύεται στο μοντάζ.

Σωστά. Για παράδειγμα το Δέλταστα δεκαπέντε πρώτα λεπτά δεν έχει απολύτως καμία αφήγηση. Ούτε επειδή η ταινία βγαίνει στην τηλεόραση θα πρέπει σώνει και καλά ο δημιουργός του να φαίνεται στο γυαλί. Εμείς αυτό το έχουμε απορρίψει, τη στιγμή που για τους mainstream κανόνες της τηλεόρασης κάτι τέτοιο θεωρείται τελείως αντί-τηλεοπτικό, καθώς το προϊόν θα πρέπει πάντα να συνδέεται με το πρόσωπο που το λανσάρει. Αυτός είναι ο κανόνας της τηλεόρασης, αλλά εμείς δεν τον ακολουθούμαι, ούτε έχουμε καμία τέτοια αγωνία. Πιστεύουμε ότι το προϊόν αναγνωρίζεται από το trademark, από τον τίτλο που φέρει. Όταν αναγράφει Εξάντας ο άλλος καταλαβαίνει ότι αξίζει τον κόπο να κάτσει να το δει. Με λίγα λόγια δε θεωρούμε πως η δουλειά μας είναι μία τηλεοπτική εκπομπή, αλλά αντίθετα ότι απλώς τυχαίνει αυτή τη στιγμή να φιλοξενείται στην τηλεόραση. Αν για τον άλφα ή βήτα λόγο σταματήσει μεθαύριο να φιλοξενείται στην τηλεόραση, θα βρεθούν άλλοι δίοδοι διοχέτευσης της δουλειάς προς το κοινό.

-Επιλέγεις τα θέματα των ντοκιμαντέρ σου ανάλογα με την επικαιρότητα αλλά και την εμπορικότητά τους ή δε σε απασχολεί καθόλου αυτό;

Όσον αφορά την εμπορικότητα νομίζω ότι σού απάντησα. Έχουμε κάνει και πολύ δύσκολα θέματα που σχετίζονται με το θάνατο, όπως αυτό για την ευθανασία που δεν είναι καθόλου ευχάριστο θέαμα.

-Πάντως παρακολουθείς την επικαιρότητα.

Βεβαίως. Νομίζω ότι κάθε ενεργός πολίτης έχει υποχρέωση να παρακολουθεί καθημερινά το τι γίνεται γύρω του. Θεωρώ τον εαυτό μου ενεργό πολίτη και δεν μπορώ να μην ξέρω τι συμβαίνει στη χώρα μου, αλλά και στον κόσμο. Μάλιστα επειδή θεωρώ ότι όλες οι σημαντικές αποφάσεις παίρνονται εκτός των τειχών, δηλαδή εκτός της Ελλάδας, γι’ αυτό έχω στραμμένο το βλέμμα μου προς τα εκεί.

-Η εμπορικότητα αν συνδυάζει την ποιότητα δεν είναι κακό πράγμα.

Πολύ σωστά. Δε θεωρώ πως η ποιότητα είναι αντιεμπορική. Σε καμία περίπτωση. Απλά δεν αντέχω από την άλλη μεριά τις ταινίες που γίνονται για να τις βλέπουν μόνοι οι φίλοι μας. Θεωρώ ότι πρέπει να υπάρχουν τα τέλεια ποιοτικά στάνταρντ, αλλά από την άλλη θα πρέπει η δουλειά, αυτό το πράγμα που φτιάχνεις να είναι προσιτό στον κόσμο.

-Από κάποιες δουλειές σου που έχω δει αν σου έλεγα πως η φράση «το ζην επικινδύνως» ταιριάζει γάντι στην περίπτωσή σου θα το αποδεχόσουν;

Όχι. Η μοίρα το έφερε και απέκτησα καλώς ή κακώς τέτοια εμπειρία. Δηλαδή να δουλεύω σε ζώνες συγκρούσεων και εμφυλίων πολέμων όπου συμβαίνουν επικίνδυνα πράγματα και απλώς τώρα εκμεταλλεύομαι αυτή την εμπειρία ποικιλοτρόπως φιλμάροντας ιστορίες ανθρώπων που διαδραματίζονται σε τέτοιες περιοχές. Ωστόσο, δεν είναι αυτοσκοπός. Δεν επιζητώ σώνει και καλά να πηγαίνω σε επικίνδυνες ζώνες, όπως στη Γάζα ή στο Δέλτα του Νίγηρα, επειδή δε θα πάω για να κάνω αυτό που έκανα παλιά, δηλαδή να καλύψω την επικαιρότητα. Πρέπει να βρω μία ιστορία και αν αυτή μου αρέσει και με συγκινεί, τότε ναι θα πάω χωρίς φόβο όπου και αν αυτή διαδραματίζεται. Και νομίζω ότι δεν είμαι και ο μόνος που το κάνω. Δε θεωρώ δηλαδή ότι κάνω κάτι τρομερό.

Όταν πηγαίνω σε τέτοια μέρη βλέπω και άλλους τρεις σαν και εμένα και μιλάμε. Ο ένας είναι από την Αργεντινή, ο άλλος από τη Βραζιλία. Όλοι τους είναι παιδιά σαν εμένα οι οποίοι έχουν αυτή τη “λόξα”. Δεν πάνε εκεί για να καλύψουν τις ειδήσεις. Απλώς συμβαίνει να έχουν μία κάμερα, να έχουν εντοπίσει μία συγκεκριμένη ιστορία και θέλουν να τη φιλμάρουν. Σ’ αυτά τα μέρη πάντως δεν πρόκειται να εμφανιστεί το Νάσιοναλ Τζεογκράφικ, το BBC ή κάποιο επίσημο μέσο. Και αυτούς τους ανθρώπους μετά τους αναζητάς στα μικρά Φεστιβάλ όπου έχουν να πουν απίστευτες ιστορίες. Έχω μείνει άφωνος βλέποντας αληθινά αριστουργήματα! Από πολύ απλές ιστορίες ανθρώπων μέχρι πολύ σύνθετες.

-Και αυτά τα ντοκιμαντέρ φυσικά δε βγαίνουν στην τηλεόραση.

Ακριβώς.

Το να κάνεις αυτό που σου αρέσει δε σε γεμίζει με ένα αίσθημα πληρότητας;

Βέβαια. Είναι όνειρο. Λίγοι κάνουν αυτό ακριβώς που θέλουν.

-Οι περισσότεροι δυστυχώς κάνουν ακριβώς το αντίθετο. Συμβιβάζονται με μία δουλίτσα για να βγάζουν μόνο τον επιούσιο. Βέβαια για να το πετύχεις αυτό πρέπει να ρισκάρεις και να θυσιάσεις πολλά πράγματα.

Βέβαια. Τα πράγματα για μας δεν ήρθαν όλα ρόδινα. Στην αρχή μάς έλεγαν γραφικούς, ότι την έχουμε δει κάπως. Μας ρωτούσαν «γιατί ασχολείστε με το εξωτερικό;» Εμείς όμως επιμέναμε σ’ αυτό που κάναμε και το υποστηρίξαμε με θρησκευτική πίστη. Και κάποια στιγμή είδαμε έκπληκτοι, ειδικά μετά την πρώτη μας διεθνή μας βράβευση στη Γαλλία –γιατί ως μικροαστοί στην Ελλάδα θεωρούμαι πως είναι καλό ότι έρχεται απ’ έξω– να μας πλησιάζουν ξαφνικά όλοι και να μας συγχαίρουν: «Α, ο Εξάντας! Σπουδαία δουλειά!» (Γελάει). Τότε μας ανακάλυψαν.

-Εδώ μπαίνει και το δημιουργικό στοιχείο για έναν δημοσιογράφο που είναι να αναδεικνύει και να προβάλλει το έργο κάποιου όταν είναι ακόμη στην αφάνεια, καθώς εκεί φαίνεται αν έχει βλέμμα που μπορεί να διακρίνει το καινούργιο και να εκτεθεί κιόλας, μιας και αυτό ενέχει και ρίσκο. Το να παρουσιάζεις πράγματα που τα γνωρίζουν και τα επικροτούν ακόμη και οι κότες είναι εντελώς βαρετό και κοινότυπο.

Συμφωνώ απολύτως. Αν αρχίσεις και λες και εσύ τα ίδια ή κάνεις τα ίδια, τότε δεν έχει να πεις τίποτα. Είναι αυτό που συμβαίνει με μία συγκεκριμένη φυλή ιθαγενών της Βορείου Αμερικής, όπου δε λένε «ωραίος καιρός σήμερα», επειδή το θεωρούν πολύ περιττό. Όλοι βλέπουν τι καιρό έχει σήμερα. Αυτή η έκφραση είναι τελείως αμήχανη ακόμη και για μας τους ίδιους. Έτσι δεν είναι; Ο πατέρας του Μότσαρτ είπε κάποτε στο γιο του όταν ήταν παιδί: «Από το να είσαι ένα ρολόι ξεκούρδιστο καλύτερα είναι να είσαι ένα σταματημένο ρολόι, γιατί δύο φορές την ημέρα θα δείχνεις τη σωστή ώρα!» Αυτό νομίζω κάνουμε εμείς. Στην ουσία δείχνουμε δώδεκα παρά πέντε. Όλα τα άλλα ρολόγια του κόσμου δείχνουν διαφορετικές ώρες (γελάει). Εμείς δείχνουμε συνέχεια δώδεκα παρά πέντε και κάποια στιγμή, όπως συνέβη στη Γαλλία με το Δέλτα, τα ρολόγια όλων εκεί έδειξαν αυτή την ώρα (γελάει).

-Στα Φεστιβάλ του εξωτερικού που πηγαίνεις βλέπεις το κοινό εκεί να είναι πιο πολύ συνειδητοποιημένο σε πολιτικά, κοινωνικά και οικολογικά θέματα από όσο το ελληνικό;

Στο εξωτερικό δεχτήκαμε τις ίδιες ερωτήσεις, τις ίδιες παρατηρήσεις, αισθανθήκαμε από το κοινό τις ίδιες αγωνίες με τους ανθρώπους που είδαν τοΔέλτα όταν προβλήθηκε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Αθηνών «Νύχτες Πρεμιέρας» ή στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης που ακολούθησε. Αυτό που μου έκανε πολύ μεγάλη εντύπωση είναι όταν ταξιδέψαμε για το Δέλτα στον Καναδά σε ένα φεστιβάλ που λέγεται «Όψεις της Αφρικής». Η ταινία παίχτηκε στην κατάμεστη αίθουσα προβολών του Εθνικού Κέντρου Κινηματογράφου της χώρας. Υπήρχαν μέσα τριακόσιοι άνθρωποι. Ήταν τίγκα, δεν έπεφτε καρφίτσα όπως και στις προηγούμενες προβολές και αυτό που συνέβη ήταν εκπληκτικό. Η συζήτηση που έγινε μετά την προβολή της ταινίας ήταν πραγματικά συναρπαστική επειδή δεν μπορούσε να χωνέψει ο νους του Βορειοαμερικανού ανθρώπου, ότι μία τόσο σοβαρή εταιρεία όπως η Shell μπορεί να προκαλέσει τόσο μεγάλη οικολογική καταστροφή. Μάλιστα το πρώτο πράγμα που μας ρώτησαν είναι αν έχουμε δεχτεί μήνυση από την Shell και όταν τους απαντήσαμε αρνητικά εντυπωσιάστηκαν από το γεγονός.

Προφανώς δεν είχαν καμία εικόνα από τη δράση της πολυεθνικής εταιρίας στο δέλτα του Νίγηρα.

Όχι, παρόλο που οι ίδιοι ανησυχούσαν για το θέμα επειδή έχουν ένα πρόβλημα στο βορά της χώρας όπου οι πετρελαϊκές εταιρίες Exxon, Mobil και Shellρυπαίνουν ένα οικολογικό πάρκο. Ωστόσο, δεν μπορούσαν να φανταστούν ότι αυτό που συνέβαινε στην Αφρική ήταν εντελώς έξω από την αντίληψή τους. Εκεί έγινε πραγματικά ένα φοβερό ντιμπέιτ με ανθρώπους να σηκώνονται όρθιοι και να χειροκροτούν. Υπήρχε ένα πολύ ενεργό κοινό. Ήταν απίστευτο. Είχα μείνει ξερός.

-Αυτό δεν αποτελεί όμως και μεγάλη δικαίωση;

Ναι, γιατί λες «εντάξει, πέρασε κάτω αυτό που ήθελα να πω».

Πίσω από όλο αυτό δεν είναι η αίσθηση ότι επικοινωνείς με το κοινό;

Όχι μόνο ότι επικοινωνείς, αλλά καταλαβαίνεις και πως τα νοήματα ταξιδεύουν. Εσύ το γράφεις στη δική σου γλώσσα και αν την αλλάξεις τα νοήματα ταξιδεύουν και αγκαλιάζουν πολύ περισσότερο κόσμο. Στο τέλος έρχονταν άνθρωποι και μας αγκάλιαζαν. Δηλαδή η αποδοχή του έργου μας στον Καναδά ήταν πολύ συγκινητική. Εντάξει, είναι και άλλο επίπεδο το φεστιβάλ, καθώς οι ταινίες που συμμετείχαν ήταν απίστευτες, αλλά έβλεπες πώς προβληματιζόταν το κοινό, πώς εκδηλωνόταν, πώς σηκώνονταν άνθρωποι και μας την έλεγαν με ερωτήσεις όπως «και γιατί δεν είπατε αυτό ή το άλλο; Αυτό δε συμβαίνει;» και εσύ έπρεπε να τους αντικρούσεις.

Τόσο στο ντοκιμαντέρ Θεός για μια μέρα όσο και στο Οι σάρκες του Σίβα ο σκληρός θεματικός πυρήνας είναι ο θάνατος. Διακρίνω ότι σε υπαρξιακό επίπεδο πρέπει να σε απασχολεί πολύ το θέμα του θανάτου και με τα ντοκιμαντέρ σου αυτά, πέρα από το κοινωνικό και εθνολογικό πρώτο επίπεδο, επιχειρείς να τον ξορκίσεις. Είναι έτσι;

Ρε Μίμη τι να σου πω! Μ’ έστειλες! Πολύ ωραία ερώτηση και θα σου πω γιατί; Είσαι κατ’ αρχήν ο πρώτος που το πιάνει αυτό. Δηλαδή εσύ και ένας άλλος συνάδελφος, και έχεις δει μόνο ένα μικρό μέρος της δουλειάς μου. Για φαντάσου! Ένας άλλος φίλος παρατήρησε: «Μπράβο, δεύτερο θέμα για το θάνατο φέτος» (γελάει). Αυτό που λες ισχύει, καθώς εγώ κάποια στιγμή στη ζωή μου, συγκεκριμένα το 1994 φλέρταρα αρκετά με το θάνατο. Εννοώ πως είχα αρρωστήσει, είχα καρκίνο στον δεξί μου όρχι, με αποτέλεσμα να σκέφτομαι πάρα πολύ σοβαρά το τέλος μου. Έκανα χημειοθεραπείες και άλλες φαρμακευτικές αγωγές και περνούσα ατελείωτες νύχτες πίνοντας βότκα μπροστά σε ένα τζάκι που είχε τότε το σπίτι που έμενα, γιατί ήταν το μοναδικό ποτό που μπορούσα να αντέξω χωρίς να μου προκαλεί τάση για εμετό λόγω των χημειοθεραπειών, και σκεφτόμουν αυτό το πράγμα. Δηλαδή ότι «μπορεί και να πεθάνω ρε παιδί μου!» Αυτό σου αλλάζει τη ζωή.

Δηλαδή το να συνειδητοποιήσεις ότι ο θάνατος δεν είναι κάτι που συμβαίνει μόνο στους άλλους, ή μόνο στην τηλεόραση και στον κινηματογράφο. Συμβαίνει και σε σένα μεγάλε και ότι μπορεί να έρθει και να το ξέρεις. Δεν είναι ότι βγήκες ένα πρωί από το σπίτι και σε κτύπησε ένα αυτοκίνητο ή σου έπεσε μία γλάστρα στο κεφάλι. Ή την έψαχνες και πήγες στο Σεράγεβο και σου ήρθε μία αδέσποτη σφαίρα. Και γι’ αυτό από τότε η σχέση μου με το θάνατο είναι αρκετά συμφιλιωμένη. Δηλαδή τον έχω νιώσει να περνάει ξυστά δίπλα μου είτε με τη μορφή του καρκίνου είτε με τη μορφή μίας σφαίρας. Τον έχω δει πολλές φορές να συμβαίνει σε όλες του τις μορφές, οπότε έχω συμφιλιωθεί στην ιδέα της απόλυτης ακύρωσης της ύπαρξής μας, όσο μπορεί βέβαια να το κάνει αυτό ο άνθρωπος.

-Και προφανώς μέσα από τις δημιουργίες σου προσπαθείς κάποιες φορές να ξεκλειδώσεις αυτό το μυστήριο…

Ακριβώς. Και αποτελεί και λίγο αυτοψυχανάλυση. Όταν έφτιαξα τον περασμένο Απρίλιο το ντοκιμαντέρ Θεός για μία μέρα για την ευθανασία, αν ρωτήσεις τα παιδιά πώς ένιωθα εκείνη την περίοδο θα σου πουν πως ήμουν χάλια, γιατί στην ουσία ξαναζούσα τις δικές μου σκέψεις και ήταν μία τελείως εσωτερική διαδικασία. Αφού μου έλεγαν «τι κάνεις;» Υπήρχαν μέρες που δεν έγραφα καθόλου. Κοιτούσα τον υπολογιστή και με κοιτούσε και απλά σκεφτόμουν πράγματα που τα είχα βιώσει δέκα χρόνια νωρίτερα.

-Αυτό στην ψυχανάλυση λέγεται επαναβίωση καταστάσεων που εμπεριέχουν συμπυκνωμένο συναίσθημα. Μπορεί να είναι επώδυνη εμπειρία, αλλά είναι λυτρωτική. Όλοι μας έχουμε συσσωρεύσει μέσα μας τέτοιες εμπειρίες που διατηρούν μεγάλες ποσότητες ψυχικής ενέργειας, αλλά συνήθως δεν τις βγάζουμε στο φως για να τις “αερίσουμε” και δυστυχώς μουχλιάζουν δημιουργώντας αυτόνομα ψυχικά συμπλέγματα και δυστυχία. Γιατί στην ουσία και οι δημιουργοί στην τέχνη αυτό κάνουν. Οι περισσότεροι ασυνείδητα, ενώ κάποιοι πολλοί λίγοι συνειδητά.

Έχεις απόλυτο δίκιο. Για μένα ήταν μεγάλη δοκιμασία. Είχα την υποχρέωση να το γράψω όχι μόνο για μένα αλλά και προς τον γιατρό μου Θάνο Δημόπουλο που με θεράπευσε. Μου φέρθηκε πολύ καλά, με εμψύχωνε και πολλές φορές άκουγα να αντηχεί μέσα μου η φωνή του, όπως και των φίλων μου που επίσης με στήριξαν.

-Στο ντοκιμαντέρ Οι Σάρκες του Σίβα όμως βλέπεις το ζήτημα του θανάτου μέσα από πιο προχωρημένο πρίσμα, καθώς η λύτρωση έρχεται με την υπέρβαση του θανάτου. Το θέμα του θανάτου δηλαδή στη φιλμογραφία σου έρχεται και επανέρχεται σαν φούγκα, αλλά αυτή τη φορά προκύπτει μέσα από ένα αισιόδοξο πρίσμα.

Σίγουρα. Είναι αλήθεια αυτό που λες, καθώς ήταν μία ανάγκη να συμβεί. Ο θάνατος μέσα από το πρίσμα ενός ασκητή ή ενός μύστη ποτέ δεν είναι ένα κακό πράγμα. Όταν έρχεσαι αντιμέτωπος με το αποτρόπαιο θέαμα όπου κάποιος ασκητής που επιδιώκει να ταπεινώσει τον εαυτό του –κάτι που το συναντάμε σε όλες τις θρησκείες– φτάνει στο σημείο να φάει τις σάρκες ενός πεθαμένου ανθρώπου προκειμένου να ενωθεί με το θείο και να φύγει στην ουράνια σφαίρα, συγκλονίζεσαι. Εκεί μάλιστα αντιμετωπίσαμε και τον αποτροπιασμό από ένα μέρος του κοινού και καταλάβαμε τι σημαίνει να παίζεις λίγο με το δημόσιο αίσθημα. Είναι πολύ σημαντικό πράγμα αυτό. Όταν στείλαμε το ενημερωτικό σημείωμα για την ταινία που ενδεχομένως διάβασες, δύο-τρεις άνθρωποι ζήτησαν τη διαγραφή τους από τη λίστα, λέγοντας «δε θέλουμε να ξανακούσουμε για σας!» (γελάει). Υπήρξαν άνθρωποι που μας τηλεφώνησαν αντιδρώντας και λέγοντας «τι χαζομάρες είναι αυτές που δείχνετε στην τηλεόραση!» Κάποιοι χριστιανοί διαμαρτυρήθηκαν λέγοντας πως οι χριστιανοί δεν κάνουν ποτέ αυτά πράγματα.

-Χριστιανοί στα χαρτιά προφανώς.

Ακριβώς, γιατί και οι χριστιανοί ασκητές έκαναν το ίδιο. Οι στυλίτες στην ουσία στέκονταν πάνω στο στύλο και έτρωγαν ακρίδες και έντομα, ενώ άλλοι διαβιούσαν σε σπηλιές. Ο Εμμανουήλ Ροΐδης έχει μία απίστευτη αναφορά για τους ασκητές του 10ου αιώνα στην Αθήνα, όπως επίσης έχει μία απίστευτη αναφορά για τη νεκροφαγία στην Πάπισσα Ιωάννα.

-Αυτή η τελετουργία που συναντάται σε όλες τις θρησκείες έχει συμβολικό χαρακτήρα. Γι’ αυτό και οι Ινδουιστές ασκητές που τρώνε ανθρώπινο πτώμα δεν είναι κανίβαλοι, αλλά υψηλού βαθμού μύστες και μέσα από αυτή την ακραία ιεροτελεστία επιζητούν σε ένα προχωρημένο στάδιο της εσωτερικής τους εκπαίδευσης τη φώτιση. Αλλά όσοι έχουν παντελή άγνοια συγκριτικής θρησκειολογίας και ανθρωπολογίας, νομίζουν ότι τρώνε τις σάρκες για μεζέ ή από διαστροφή! Έτσι, ενώ στο ντοκιμαντέρ σου για την ευθανασία υπάρχει μία καταθλιπτική αντιμετώπιση του θανάτου όπου ο δυτικός άνθρωπος επιλέγει να πεθάνει σαν φυτό, αντίθετα ο μύστης της ανατολής καταβροχθίζει κυριολεκτικά το θάνατο και η ατομική συνείδησή του ενώνεται με τη συμπαντική.

Αυτό ακριβώς προσπαθούμε να πούμε μέσα από το ντοκιμαντέρ, αλλά δεν το καταλάβαν πολλοί. Τι να κάνεις όμως, προχωράς παραπέρα. Εντάξει, δεν πειράζει, δεν μπορείς να είσαι αρεστός σε όλους. Πάντως είσαι ο δεύτερος που εντοπίζεις αυτήν την εμμονή μου με το θάνατο. Ο άλλος είναι φίλος μου όμως, με ξέρει, κατάλαβες; (γελάει).

-Πώς κατάφερες να διεισδύσεις στο άβατο κρησφύγετο των Ταλιμπάν;

Κατ’ αρχήν μπορείς να μπεις στα εδάφη τους με τα πακιστανικά στρατεύματα τα οποία δρουν εκεί και φυλάσσουν την περιοχή, αλλά δεν πρόκειται να σε φέρουν σε επαφή με κανέναν από την άλλη πλευρά στο Αφγανιστάν. Αυτό που κάναμε ήταν να βρούμε έναν σύνδεσμο που θα δρούσε μέσα στο άβατο. Το δουλεύαμε κοντά δέκα μήνες και έτσι έναν χρόνο νωρίτερα βρήκαμε έναν ντόπιο που ζούσε εκεί και ήταν και δημοσιογράφος και ολίγο καμεραμάν. Έτσι του αναθέσαμε το ρόλο να γίνει τα μάτια μας σε πράγματα που εμείς δεν μπορούσαμε να πλησιάσουμε.

-Λες ότι δούλεψε για σας;

Ακριβώς. Οι σκληροπυρηνικές εικόνες που τράβηξε και ενδεχομένως είδες ήταν δικές του. Συνεργαστήκαμε μαζί του και όταν θέλαμε να μιλήσουμε με Ταλιμπάν, αυτός απλά πήγαινε στο χωριό του. Μη νομίζεις όμως ότι δεν είχε και ο ίδιος φοβερά προβλήματα στο να τραβήξει αυτό το υλικό. Πολλές από τις εικόνες που μας έδωσε ήταν τραβηγμένες στη ζούλα. Από κανένα μπαλκόνι, μέσα από αυτοκίνητο, αλλά όταν ήθελε να μιλήσει με κάποιους οπλαρχηγούς των Ταλιμπάν που ζούσαν στο Πακιστάν πήγαινε στο χωριό του και μιλούσε με φίλους του θείου του. Δηλαδή ήταν και στους κόλπους των Ταλιμπάν.

-Οπότε εσείς δεν μπήκατε στο κρησφύγετο των Ταλιμπάν.

Εμείς δεν μπορούσαμε να βρούμε σε καμία περίπτωση διαδρόμους για το άβατο των Ταλιμπάν και καλύψαμε το κομμάτι από την εδώ μεριά, αυτή δηλαδή του Πακιστάν. Ήμασταν μαζί με τα Πακιστανικά στρατεύματα, μιλήσαμε τον πρόεδρο Μουσάραφ και έτσι στήσαμε όλο το μπαγκράουντ για να καταλάβει ο κόσμος τι διάολο συμβαίνει εκεί. Το hardcore κομμάτι πάντως το δούλευε αυτός ένα χρόνο. Είχαμε επαφή μαζί του και όταν ήρθε η κατάλληλη στιγμή κατεβήκαμε στο Πακιστάν και τον συναντήσαμε. Πάντως η συνεργασία μας με ντόπιους υπάρχει σχεδόν σε κάθε μας θέμα. Δε γίνεται τίποτα χωρίς αυτούς. Από το πιο απλό, να σου μεταφράσουν δηλαδή τι λέει ο άνθρωπος που σε ενδιαφέρει αν δε μιλάει αγγλικά ή ισπανικά που μιλάω εγώ.

-Έχουν υπάρξει κάποιες δύσκολες στιγμές στις αποστολές σου όπου το φάσμα του θανάτου να σε οδηγεί στη σκέψη να τα παρατήσεις όλα και να γυρίσεις στην ασφάλεια της δημοσιογραφίας του καναπέ;

Βέβαια έχω πει πολλές φορές «πω, πω, που είμαι τώρα;» αλλά σε καμία περίπτωση δε μετανιώνω. Αφενώς φροντίζω να γυρίζω πίσω ένα κομμάτι, ολόκληρος, και αυτό έχει να κάνει με την εμπειρία τού να μπορείς να καταλαβαίνεις μέχρι που σε παίρνει και που όχι. Αν έχεις κάνει λάθος στην εκτίμηση αυτό είναι πρόβλημα και πολλές φορές είναι και επικίνδυνο. Το ζήσαμε πέρσι στη Γάζα όπου ήμασταν με την Αναστασία και ένα βράδυ μπλέξαμε, καθώς θέλαμε να τραβήξουμε τη Χαμάς την ώρα που μάχεται με τον Ισραηλινό στρατό. Τότε ξαφνικά συνειδητοποιήσαμε ότι ο άνθρωπος που είχαμε εκτός από δημοσιογράφος ήταν και μέλος του στρατιωτικού τμήματος της Χαμάς. Γι’ αυτό και είχε πάρα πολύ μεγάλη πρόσβαση στην οργάνωση. Όταν λοιπόν κανονίστηκε το ραντεβού για να τους συναντήσουμε, αυτό έπρεπε να γίνει στα σύνορα με το Ισραήλ στις 12:00 τη νύχτα. Εκείνη την περίοδο εκεί γινόταν χαλασμός. Δεν μπορείς να φανταστείς τι συνέβαινε. Εμείς του είπαμε «μήπως δεν είναι πολύ καλή ιδέα να πάμε 12 η ώρα τη νύχτα εκεί;» Και εκείνος γύρισε και μας ρώτησε πολύ σοβαρά: «γιατί δεν ήσαστε έτοιμοι να συναντήσετε το θεό σας;» Και εγώ του απάντησα «να σου πω την αλήθεια όχι, καθόλου!» Ωστόσο, πήγαμε και περάσαμε μία φρικτή νύχτα με τα ελικόπτερα Απάτσι να περνάνε συνεχώς πάνω από το κεφάλι μας και τον κόσμο να τρέχει από κάτω σαν τα κατσίκια. Τρέχαμε και εμείς, και όταν είδαμε ότι τα πράγματα ζορίζουν πάρα πολύ, φύγαμε τελείως από το γύρισμα.

Αλλά υπάρχουν στιγμές που είναι πραγματικά πολύ ωραίες, όπως όταν είχαμε ξεμείνει σε ένα χωριό στο Αφγανιστάν του οποίου όλοι οι κάτοικοι ζούσαν από την καλλιέργεια του οπίου. Είχε βραδιάσει και ψάχναμε να βρούμε ένα καταφύγιο για να μείνουμε, ένα σπίτι να μας φιλοξενήσει. Δεν υπήρχε πουθενά αλλού να πάμε εκτός από ένα χωριό με είκοσι πλινθόκτιστα σπίτια στη μέση της ερήμου. Σε πληροφορώ ότι τσακώθηκαν μεταξύ τους για το ποιος θα μας πρωτοφιλοξενήσει! Τελικά μας πήρε ο προύχοντας του χωριού, μάς έβαλε στην αυλή του και κοιμηθήκαμε εκεί χύμα στο πάτωμα. Πριν κοιμηθούμε όμως είχε απλώσει έναν τεράστιο μουσαμά για να μας κάνει το τραπέζι και έφερε μία τεράστια κατσαρόλα ρύζι και ένα απίστευτο βοδινό το οποίο δεν τρωγότανε, καθώς ήταν πολύ σκληρό. Μας έφερε και νερό από τη βρύση.

-Το νερό ήταν βρόμικο;

Μπα, τι λες τώρα, καθόλου (γελάει)! Σε πληροφορώ ότι φάγαμε, ήπιαμε και δεν υπήρξε κανένα πρόβλημα. Αυτό που εκτίμησα πάντως στον συγκεκριμένο άνθρωπο ήταν η φιλοξενία του, καθώς δεν ήταν κανένας πλούσιος. Ό,τι φαγητό περίσσεψε από μας, το πήρε και το έδωσε μετά στις γυναίκες και στα παιδιά. Δεν το έχω ξαναζήσει αυτό πουθενά. Έχω πάει και σε πολιτισμένα κράτη Βορειοευρωπαίων όπως στην Ισλανδία για παράδειγμα και μέσα στο σπίτι δε σου φέρνουν ούτε ένα ποτήρι νερό! Γενικά θα έλεγα ότι ταξιδεύοντας για κάποια αποστολή στις χώρες του Τρίτου Κόσμου θα πρέπει να φύγεις λίγο από τον τρόπο ζωής που κάνεις στη Δύση, ακόμη και από τις συνθήκες υγιεινής που ενδεχομένως έχεις, γιατί το ζήτημα είναι να περάσεις και καλά εκεί που πας.

-Πώς θα συνόψιζες την εμπειρία σου από το ταξίδι σου στην Αρκτική για τα ντοκιμαντέρ 49 λέξεις για το χιόνι και Αναμέτρηση στη στέγη του κόσμουΘεωρείς πως η ανθρωπότητα είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει τις δραματικές κλιματικές αλλαγές που συμβαίνουν αυτή τη στιγμή στον πλανήτη ή τα πράγματα είναι πια εκτός ελέγχου και θα ζήσουμε Αποκάλυψη;

Νομίζω πως δεν αντιλαμβανόμαστε, δεν μπορούμε να αντιληφθούμε το μέγεθος των πραγμάτων. Ζούμε στον μικρόκοσμό μας και αντιλαμβανόμαστε την κλιματική αλλαγή ανάλογα με τον καιρό που βλέπουμε έξω από το παράθυρό μας. Και αυτό ίσως να είναι φυσιολογικό. Στο 49 λέξεις για το Χιόνι και στην Αναμέτρηση στην Στέγη του Κόσμου προσπαθήσαμε να μεταφέρουμε την μεγαλύτερη εικόνα. Την εικόνα των πάγων που λιώνουν στην Γροιλανδία με ταχύτητες ασύλληπτες, τέτοιες που κάνουν τους ιθαγενείς Ινουίτ να βλέπουν το επί αιώνες παγωμένο περιβάλλον τους να αλλάζει δραματικά και μαζί του να αλλάζει η κουλτούρα και η καθημερινότητά τους. Στην Αναμέτρηση μεταφέραμε την Απληστία και την κυνικότητα όλων εκείνων που σπεύδουν να εκμεταλλευτούν τη μεγάλη ευκαιρία. Που σπεύδουν στην Αρκτική αδιαφορώντας για τις συνέπειες και κόβουν οικόπεδα τον Βόρειο Πόλο προσπαθώντας να καρπωθούν μεγαλύτερο μερίδιο από το κέρδος. Ανατριχιαστικό κατά την γνώμη μου. Πιστεύω ότι για να αντιμετωπιστούν οι κλιματικές αλλαγές χρειάζεται προσπάθεια όχι μόνο από τις μονάδες (τους πολίτες ) αλλά από τις κυβερνήσεις του κόσμου.

Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο 23ο τεύχος του Camera Professional και αναρτήθηκε στο CameraStylo

http://wp.me/p1pa1c-eCz

Advertisements