Προς τεχνοκρατική Δημοκρατία;

Posted on 21 Νοεμβρίου, 2011 7:07 μμ από

10


του Θανάση Τσακίρη

Η τεχνοκρατία ως η κυριαρχία των ειδικών στην τεχνολογία και τις κοινωνικές επιστήμες αποτέλεσε μια πρώτη θεωρητική και πολιτική απάντηση στο ερώτημα τι μπορεί να γίνει στην περίπτωση των σύγχρονων κοινωνιών που έχουν καταστεί πολύπλοκες και είναι δύσκολη η  διακυβέρνησή τους με τις παραδοσιακές μορφές της εκλεγμένης πολιτικής ηγεσίας. O Th. Veblen διέκρινε την αντίθεση μεταξύ των παραδοσιακών ιδιοκτητών των επιχειρήσεων που ενδιαφέρονται κυρίως για τη μεγιστοποίηση του κέρδους και των μηχανικών και λοιπών τεχνιτών της βιομηχανίας που ενδιαφέρονται για την αποδοτικότητα αυτή καθαυτή και για την παραγωγή για την κάλυψη των ανθρώπινων αναγκών. Έχοντας κατά νου αυτή τη θετική έννοια της τεχνοκρατίας ο Veblen πρότεινε τη σύσταση των «σοβιέτ των τεχνικών» για να αναλάβουν την εξουσία και να διαχειριστούν το βιομηχανικό οικονομικό σύστημα ορθολογικά και αποδοτικά. Αυτή η πρόταση στηρίχθηκε στη νευραλγική θέση που κατέχουν μηχανικοί και τεχνικοί στο ίδιο το βιομηχανικό καπιταλιστικό σύστημα και στη γνώση τους τόσο για τη λειτουργία όσο και για τη διόρθωση ή το μετασχηματισμό του. Αν αυτή η πρόταση φάνταζε «υπερεπαναστατική» για τα δεδομένα της εποχής εκείνης, δεν συνέβαινε το ίδιο με τις προτάσεις των περισσότερων νέων επιστημόνων και πολιτικών καθώς μετά την πρώτη εμφάνιση του κοινωνικού κινήματος υπέρ της τεχνοκρατίας στη δεκαετία του 1920 διαδόθηκαν ευρέως τεχνοκρατικές ιδέες και αντιλήψεις. Στη διάρκεια της Προοδευτικής Εποχής και του New Deal στις ΗΠΑ του Φ. Ρούζβελτ και στη Δυτική Ευρώπη μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και την εγκαθίδρυση του κράτους πρόνοιας, για την επέκταση του διοικητικού μηχανισμού του κράτους χρειαζόταν μεγάλης κλίμακας συντονισμός πόρων και έμπειρων και καταρτισμένων τεχνικών. Το κίνημα δεν προχώρησε, όμως, πολύ μακριά ώστε να απαιτήσει την υποχρεωτική εγκατάσταση των τεχνικών και των επιστημόνων στα υπουργεία αλλά, τουλάχιστον, τη χρήση στη διακυβέρνηση των ίδιων μεθοδολογικών κριτηρίων: ιδεολογική ουδετερότητα και χρήση μεθόδων συλλογής δεδομένων και τεκμηρίων που θα συνέβαλλαν στην παραγωγή σύγχρονων τεχνολογιών.

αυτόχρονα με την έναρξη της εφαρμογής της τεχνοκρατικής λογικής, άρχισαν οι κριτικές και οι επικριτικές έως και δυστοπικές αναλύσεις και καταγγελίες. Η πρώτη αυστηρή κριτική ασκήθηκε από τον θεωρούμενο πραγματιστή και συντηρητικό Ισπανό φιλόσοφο Orttega Y Gasset, ο οποίος απέρριπτε την ορθολογισμό γιατί θεωρούσε ότι συνέχεε τη λογική με την κατάχρησή της και τόνιζε επίσης ότι οι τεχνικοί και οι επιστήμονες δεν πρέπει να εγκλωβίζονται στη στενή εξειδίκευσή τους αλλά να διαθέτουν ευρύτητα πνεύματος και παιδείας. Θεωρούσε απίθανη την τελική επικράτηση της τεχνοκρατίας για το λόγο ότι εξ ορισμού οι μηχανικοί δεν μπορούν να κυβερνήσουν καθώς χρήσιμοι και αξιολάτρευτοι αλλά «αθεράπευτα δευτερεύοντες», δηλαδή «μαζάνθρωποι». Για τον ίδιο λόγο ο C.S Lewis παρατήρησε ότι εάν κάποιος θέλει σήμερα να κυριαρχήσει στην κοινωνία αυτός μπορεί να το κάνει με το ένδυμα της επιστήμης για να καλύψει τις πραγματικές προθέσεις του και απηύθυνε προειδοποίηση: « …η νέα ολιγαρχία πρέπει ολοένα και περισσότερο να βασίζει την αξίωσή της να μας προγραμματίζει στην επίκληση της γνώσης (…) Αυτό σημαίνει ότι ολοένα και περισσότερο πρέπει να εξαρτώνται από τις συμβουλές των επιστημόνων, ώσπου στο τέλος οι ίδιοι οι πολιτικοί να καταλήξουν να γίνουν πιόνια των επιστημόνων.(…) Τώρα, φοβάμαι τους ειδικούς στην εξουσία γιατί είναι ειδικοί που ομιλούν εκτός του πεδίου των ειδικών αντικειμένων τους. Ας μας μιλήσουν οι επιστήμονες για τις επιστήμες». Ασκήθηκε επίσης κριτική ότι, ειδικά στις ΗΠΑ, η τεχνοκρατία αποτελεί μια από τις λιγότερο εξελιγμένες μορφές πρωτόγονων Αμερικανικών διευθυντικών ιδεολογιών. Αυτό σήμαινε ότι εξαιτίας της επερχόμενης «επανάστασης των διευθυντών» θα μειώνονταν οι εξουσίες και η δύναμη των υφιστάμενων θεσμών και ιδεολογιών στην καπιταλιστική κοινωνία, θα ελέγχονταν οι μάζες κατά τρόπο ώστε να αποδέχονται την κυριαρχία των διευθυντών και των τεχνοκρατών ως φυσικό φαινόμενο. Η υπόθεση περί της «τεχνολογικής ελίτ» που θα κατακυρίευε τον κόσμο έγινε κυρίαρχη κατά τη δεκαετία του 1960 αλλά και αργότερα. Ξεκινώντας από την ακραία δυστοπική θεωρία του George Orwell για την κοινωνία του πανοπτικού ελέγχου του «1984» και φτάνοντας στην άλλη ακραία διατύπωση του David Burnam περί «τεχνολογικού απαρτχάιντ» εκφράστηκαν μια σειρά από κοινωνικές φοβίες.

Πέραν τούτων, η τεχνοκρατία αποτελεί ένα σύνθετο τύπο οργανωτικού ελέγχου, που ενσωματώνει ορισμένες από τις όψεις των προγενέστερων μορφών ελέγχου (τεχνικός, γραφειοκρατικός, επαγγελματικός. Ως επί το πλείστον συναντάται σε χώρους εργασίας που είναι προηγμένοι τεχνολογικά (π.χ. τράπεζες, τηλεπικοινωνίες, ενέργεια κλπ.). Τα χαρακτηριστικότερα γνωρίσματα αυτού του είδους επιχειρηματικής οργάνωσης είναι:

Α) πόλωση μεταξύ «ειδικών» και «μη ειδικών»

Β) ισοπέδωση των γραφειοκρατικών ιεραρχιών

Γ) αποσάρθρωση των εσωτερικών κλιμάκων θέσεων εργασίας

Δ) αυξανόμενη έμφαση στα προσόντα και στο διαχωρισμό τους

Ε) αυξανόμενη στήριξη στην τεχνική δαημοσύνη ως πρωταρχικής προέλευσης νομιμοποίησης

ΣΤ) ευέλικτες διαμορφώσεις συγκέντρωσης/αποκέντρωσης

Ο όρος «τεχνοκρατία» επανεμφανίστηκε στη δεκαετία του 1960 στις κριτικές εναντίον αυτών των όψεων της σύγχρονης τεχνολογικής κοινωνίας τόσο από διανοούμενους όσο και από τα κοινωνικά κινήματα (φοιτητικό, εργατικό, οικολογικό, αντιπυρηνικό κ.α.).  Επισημάνθηκε από ορισμένες κριτικές ότι οι τεχνοκράτες αναλαμβάνουν ολοένα και σημαντικότερους ρόλους και θέσεις εξουσίας χωρίς να έχουν επιλεχθεί από δημόσια καθολική ψηφοφορία και λαϊκή νομιμοποίηση και δίχως να διαθέτουν επαρκή «ηθική φαντασία» για να ασκούν υπεύθυνα την εξουσία και να ανταποκρίνονται στις ανάγκες της κοινωνίας. Έτσι, τέθηκε υπό διερεύνηση ο τρόπος με τον οποίο οι τεχνικές λογικές αντικαθιστούν την πολιτική λήψη αποφάσεων σε τομείς όπως η απασχόληση ή η δημόσια υγεία και πρόνοια.] Τέλος, πολλοί θεωρητικοί και πολιτικοί έχουν προειδοποιήσει για την «αποικιοποίηση» της κοινωνικής ζωής από τεχνικές λογικές σε ζητήματα που είναι κατεξοχήν πολιτικά και αφορούν τις βασικές αρχές τις οποίες επιλέξουν οι κοινωνίες για να ζήσουν και να αναπτυχθούν.

 Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του προβλήματος και της λογικής που διέπει την τεχνοκρατία είναι η ακόλουθη είδηση που ήλθε πριν μια πενταετία στη θυρίδα του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του γράφοντος: « NEWS ALERT from The Wall Street Journal, Aug. 17, 2006. Ford, under pressure to speed up its restructuring after reporting a $254 million loss in the second quarter, is looking to close more factories, eliminate more white-collar jobs in North America to cut salaried costs by another 10% to 30%, and scale back benefits, say people familiar with the auto maker’s plans. The cuts would be on top of previously announced reductions.» Ούτε λίγο-ούτε πολύ, η σύντομη είδηση μας έλεγε ότι επειδή σε ένα τριμηναίο απολογισμό, η ισχυρότερη βιομηχανία αυτοκινήτων πλανήτη που ίδρυσε ο Ford παρουσίασε ζημιές, θα αχρηστευθούν θέσεις εργασίας, ακίνητα περιουσιακά στοιχεία, θα περικοπούν μισθοί και επιδόματα γιατί η τεχνοκρατική λογική που διέπει τη σκέψη και την πολιτική των μετόχων και των διευθυντών αφήνει έξω από την οπτική της τους πραγματικούς ανθρώπους και τα πραγματικά προβλήματά τους. Την αμέσως επόμενη ημέρα ήρθε το sequel της είδησης και, όπως κάθε sequel που σέβεται την «παράδοση» του Hollywood, ήταν χειρότερο από το πρώτο: «Ford announced plans to reduce its North American fourth-quarter production by 21%, or 168,000 units, as it tries to accelerate its Way Forward plan. The auto maker is also cutting third-quarter output and said it will unveil further moves in September. People familiar with its plans say Ford is looking to close more factories and cut salaried jobs and benefits.» Οπότε τίθεται το βασικό ερώτημα του κατά ποίον τρόπο μπορεί να διατηρούνται οι δημοκρατικές αξίες της κοινωνίας όταν η επιστήμη και η τεχνολογία καθίστανται ολοένα και πιο πολύ κυρίαρχοι θεσμοί; Εντοπίζονται ισχυρές συγκρούσεις μεταξύ της αντίληψης της «αποδοτικότητας» (“efficiency”) και της δημοκρατικής ιδεολογίας. Αντιπαρατίθενται έτσι από τη μια μεριά ο προσδιορισμός των προβλημάτων ως τεχνικού χαρακτήρα για την επίλυση των οποίων πρέπει να επιλαμβάνονται οι «ειδικοί» και από την άλλη τα ιδεώδη της συμμετοχής των πολιτών στη λήψη των πολιτικών αποφάσεων.

Αναδημοσιεύει από το AlterThess η Jaquou Utopie

http://wp.me/p1pa1c-eoJ