Το τέλος της Ευρώπης (όπως την ήξερες)

Posted on 10 Νοέμβριος, 2011 11:49 πμ από

12


Μετάφραση απο stratfor.com με αρχικό τίτλο «Europe, the International System and a Generational Shift«

Οι αλλαγές στο διεθνές σύστημα έρχονται με μικρές και μεγάλες δόσεις, ωστόσο το βασικό μοτίβο παραμένει σταθερό. Απο το 1500 έως το 1991 για παράδειγμα, η παγκόσμια Ευρωπαϊκή ηγεμονία αποτέλεσε την βασική αρχή λειτουργίας του κόσμου. Μέσα σε αυτό το ευρύτερο πλαίσιο, το διεθνές σύστημα ανασχηματίζει τη σκακιέρα με τον υποβιβασμό ή την προώθηση δυνάμεων, τον τεμαχισμό ή ενδυνάμωση κάποιων άλλων και ούτω καθεξής. Μερικές φορές συμβαίνει εξαιτίας πολέμου ή εξαιτίας οικονομικών και πολιτικών δυνάμεων. Ενώ η βασική δομή του κόσμου παραμένει ίδια, ο ακριβής τρόπος με τον οποίον λειτουργεί αλλάζει.

To βασικό μοντέλο της Ευρωπαϊκής κυριαρχίας κράτησε για 500 χρόνια. Αυτή η εποχή έλαβε τέλος το 1991 όταν η ΕΣΣΔ – η τελευταία των μεγάλων Ευρωπαϊκών αυτοκρατοριών – κατέρρευσε με συνέπειες παγκοσμίου επιπέδου. Στην Κίνα, η πλατεία της Τιενανμέν καθόρισε τη χώρα για μια ολόκληρη γενιά. Η Κίνα θα συνέχιζε τη διαδικασία οικονομικής ανάπτυξης αλλά το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας θα παρέμενε η κυρίαρχη δύναμη. Η Ιαπωνία αντιμετώπισε μια οικονομική κρίση που τερμάτισε την περίοδο ταχείας ανάπτυξης, καθιστώντας έτσι τη 2η μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο πολύ λιγότερο δυναμική απ΄ο,τι πρίν. Και το 1993 η Συνθήκη του Μάαστριχτ τέθηκε σε ισχύ, δημιουργώντας τη σύγχρονη Ευρωπαϊκή Ένωση και κρατώντας ανοιχτό το ενδεχόμενο να εξελιχθεί σε «Ηνωμένες Πολιτείες» της Ευρώπης που θα μπορούσαν να αντισταθμίσουν της Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής.

Η μετα-Ευρωπαϊκή εποχή

Όλες αυτές οι εξελίξεις συνέβησαν στην ασταθή περίοδο της μετα-Ευρωπαϊκής εποχής και πρίν…ή μαλλον κάποτε αλλού. Που ακριβώς δεν είμαστε σίγουροι. Τα τελευταία 20 χρόνια ο κόσμος αναδιαμορφώνεται. Απο το 1991 τα κράτη αρχίζουν να αντιλαμβάνονται τα ψήγματα ενός καινούργιου συστήματος. Οι τελευταίες 2 δεκαετίες είναι το μεσοδιάστημα, μια μεταβατική περίοδος απο την κυριαρχία του παλιού, στην κυριαρχία του νέου.

Έπρεπε να προηγηθούν 4 πράγματα προκειμένου να αρχίσει αυτή η καινούργια περίοδος. Πρώτον έπρεπε οι Αμερικάνοι να κατανοήσουν τη διαφορά μεταξύ ακραίας ισχύος (που ασκούσαν και εξακολουθούν να ασκούν) και παντοδυναμίας (που δεν έχουν). Οι πόλεμοι στον Ισλαμικό κόσμο έχουν με το παραπάνω προβάλει αυτήν τη διάκριση. Δεύτερον η Ρωσία έπρεπε να ανακάμψει απο το μετα-Σοβιετικό ευτελισμό σε κάτι πιο αντιπροσωπευτικό της «Ρωσικής υπεροχής». Αυτό συνέβη το 2008 με τον πόλεμο με τη Γεωργία, ο οποίος επανακαθιέρωσε τη Μόσχα ως τον πυρήνα της ευρύτερης περιοχής. Τρίτον η Κίνα – που συνέδεε το πολιτικό, οικονομικό και στρατιωτικό της μέλλον με ένα παγκόσμιο σύστημα που δεν ελέγχει – ερχόταν αντιμέτωπη με την αναπροσαρμογή. Αυτό δεν έχει συμβεί ακόμα μεν αλλά ενδεχομένως προκληθεί απο το τέταρτο γεγονός: τα θεσμικά όργανα της Ευρώπης – που συστάθηκαν για να λειτουργούν σύμφωνα με τους κανόνες μιας παλαιότερης εποχής – πρέπει να εξορθολογιστούν στα πλαίσια ενός κόσμου όπου οι Αμερικανοί δεν καταστέλουν πια τον Ευρωπαϊκό εθνικισμό.

Με το πλεονέκτημα της χρονικής απόστασης, γνωρίζουμε οτι η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 προκάλεσε τα 2 τελευταία προαναφερόμενα γεγονότα. Το πρώτο αποτέλεσμα της κρίσης ήταν η βαθιά διείσδυση του κράτους σε αυτές τις χρηματοπιστωτικές αγορές που δεν ήταν ήδη υπο κρατικό έλεγχο ή επιρροή. Οι χρηματικές διασώσεις (bailouts) ειδικά τις ΗΠΑ, δημιούργησαν μια κατάσταση στην οποία οι αποφάσεις των πολιτικών ηγετών και κεντρικών τραπεζών έδιναν περισσότερη σημασία στη δημοσιονομική κατάσταση της χώρας, απο τη λειτουργία της αγοράς αυτής καθ αυτής.  Κάτι τέτοιο δεν ήταν χωρίς προηγούμενο στις ΗΠΑ, πχ η κρίση στα ομόλογα τη δεκαετία του ’70, η κρίση χρέους του Τρίτου Κόσμου καθώς και η κρίση αποταμιεύσεων και δανεισμού είχαν παρόμοιες συνέπειες. Η χρηματοπιστωτική κρίση και συνακόλουθα οικονομική, έβλαψε μεν τις ΗΠΑ αλλά το καθεστώς παρέμεινε ακέραιο ακόμα κι αν αυξήθηκε η ανησυχία για την ελίτ.

Η χρηματοπιστωτική κρίση όμως είχε τις μεγαλύτερες επιπτώσεις πάνω στην Ευρώπη, όπου προκαλεί μια ευρύτερη αλλαγή. Απο το 1991 η ιδέα της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης υπήρξε κινητήρια δύναμη της παγκόσμιας οικονομίας κι επίσης όπως προαναφέρθηκε, αποτέλεσε μια έμμεση εναλλακτική λύση για ένα αντίβαρο ως προς τις ΗΠΑ.

Η Ευρωπαϊκή οικονομία επι του συνόλου ήταν ελαφρώς μεγαλύτερη της Αμερικής. Εαν επιστρατευόταν αυτό θα σήμανε κύρηξη αγώνα με τις ΗΠΑ. Σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής, οι Ευρωπαίοι ήταν περήφανοι για την υιοθέτηση μιας διαφορετικής προσέγγισης απο εκείνη των Αμερικανών. Βασίζόμενη στην έννοια της «ήπιας ισχύος» – η οποία επικαλείται οικονομικά και πολιτικά εργαλεία έναντι στρατιωτικών – υπήρξε ανάλογη με τον τρόπο που γίνεται η διαχείρηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Ευρώπη επίσης ήταν μια σημαντική αγορά καταναλωτών και συγκεκριμένα Κινέζικων προϊόντων – εισήγαγε περισσότερα απ΄όσα οι ΗΠΑ. Στο σύνολο τους λοιπόν τα πλεονεκτήματα και οι επιτυχίες της Ευρώπης θα μπορούσαν να επαναπροσδιορίσουν το διεθνές σύστημα και η θεώρηση της προηγούμενης γενιάς είναι οτι υπήρξε πετυχημένη.

Μέσα στο πλαίσιο της -εν εξελίξει- Ευρωπαϊκής χρηματοπιστωτικής κρίσης, το ζήτημα δεν είναι απλά εαν το ευρώ επιβιώνει ή εαν οι ρυθμιστές των Βρυξελλών επιβλέπουν τις πτυχές της Ιταλικής οικονομίας. Το θεμελιώδες ζήτημα είναι εαν οι βασικές αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης παραμένουν άθικτες. Είναι προφανές οτι η ΕΕ που υπήρχε το 2007 δεν είναι αυτή που υπάρχει σήμερα. Οι δομές της φαίνονται ίδιες αλλά δεν λειτουργούν το ίδιο, τα θέματα που αντιμετωπίζουν είναι εντελώς διαφορετικά. Επιπλέον οι σχέσεις ανάμεσα στα κράτη – μέλη έχουν μια διαφορετική δυναμική. Το ερώτημα σχετικά με το τι θα μπορούσε να καθιστά η ΕΕ, αντικαταστάθηκε απο το αν θα μπορούσε να επιβιώσει. Κάποιοι το βλέπουν ως μια προσωρινή εκτροπή, εμείς σαν μια μόνιμη αλλαγή με παγκόσμιες επιπτώσεις.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση προέκυψε με τον στόχο της δημιουργία ενός συστήματος «αλληλεξάρτησης» όπου ο πόλεμος στην Ευρώπη θα ήταν αδύνατος. Με δεδομένη την ευρωπαϊκή ιστορία, κάτι τέτοιο ήταν εξαιρετικά φιλόδοξο σχέδιο καθώς ο πόλεμος και η Ευρώπη έχουν πάει χέρι-χέρι. Η ιδέα ήταν πως έχοντας τη Γερμανία στενά συνδεδεμένη με τη Γαλλία, ενα ενδεχόμενο σημαντικής ευρωπαϊκής σύγκρουσης καθίσταται διαχειρίσιμο.  Πίσως απο την υποστήριξη αυτής της ιδέας ήταν η αντίληψη οτι το πρόβλημα της Ευρώπης ήταν το πρόβλημα του εθνικισμού. Εαν οι εθνικισμοί της Ευρώπης δε διατηρούνταν σε ήπιους τόνους, θα μπορούσε να ξεσπάσει πόλεμος. Ο πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, είναι συνάθροιση των φόβων της Ευρώπης. Ωστόσο δε μπρούσε απλά να τεθεί θέμα κατάργησης του εθνικισμού στην Ευρώπη.

Η εθνική ταυτότητα στην Ευρώπη ήταν τόσο βαθιά ριζωμένη όπως και αλλού, ενώ οι ιστορικές διαφορές επιδεινώνοντας απο ιστορικές δυσαρέσκειες, ειδικότερα εκείνων που στόχευαν τη Γερμανία. Η πραγματική λύση για τους πολέμους ήταν η δημιουργία ενός «Ευρωπαϊκού έθνους» αλλά αυτό ήταν απλά αδύνατο. Η Ευρωπαϊκή Ένωση προσπάθησε να λύσει το πρόβλημα διατηρώντας τις εθνικές ταυτότητες και εθνικές κυβερνήσεις. Ταυτόχρονα, σχεδιάστηκε μια ευρύτερη ευρωπαϊκή ταυτότητα βασιζόμενη σε μια σειρά αρχών και πάνω απ΄ολα στην ιδέα μιας ενιαίας ευρωπαϊκής οικονομίας που θα δεσμεύει ανόμοια έθνη μεταξύ τους. Το σκεπτικό ήταν πως εάν η ΕΕ δημιουργούσε τα θεμέλια της Ευρωπαϊκής ευημερίας, τότε τα έθνη της Ευρώπης δε θα αμφισβητούσαν την ΕΕ.

Με την πάροδο του χρόνου, υπήρξε περιορισμός συγκεκριμένων εθνικισμών υπέρ μιας ευρωπαϊκής ταυτότητας, γεγονός που βασίστηκε στο οτι η ευημερία θα μπορούσε να αποβεί εις βάρος της εθνικής ταυτότητας κι έτσι να υποχωρούν οι εντάσεις. Βέβαια εαν αυτό ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα θα μπορούσε να  λειτουργήσει. Απο πολιτική άποψη όμως υπάρχει κάτι περισσότερο απο μια «ενδυναμωμένη εμπορική περιοχή» και τα οικονομικά της Ευρώπης είναι μετα βίας ομοιογενή.

Η Γερμανία και η περιφέρεια

Η Γερμανική οικονομία είναι σχεδιασμένη για να βασίζεται στις εξαγωγές. Οι βιομηχανικές εγκαταστάσεις της ξεπερνούν την εγχώρια κατανάλωση, επομένως πρέπει να εξάγει για να ευημερίσει. Μια ζώνη ελεύθερου εμπορίου χτισμένη γύρω από τον εξ΄ορισμού δεύτερο μεγαλύτερο εξαγωγέα στον κόσμο, θα δημιουργήσει τεράστιες πιέσεις στις αναδυόμενες οικονομίες που επιδιώκουν να αναπτυχθούν μέσω των δικών τους εξαγωγών. Συνεπώς η ευρωπαϊκή ζώνη ελεύθερων συναλλαγών, υπονόμευσε συστηματικά την ικανότητα της Ευρωπαϊκής περιφέρειας για ανάπτυξη, εξαιτίας της παρουσίας μιας οικονομίας άμεσα εξαρτώμενης των εξαγωγών της, όπου ταυτόχρονα διείσδυσε στις συνδεδεμένες οικονομίες και εμπόδισε την ανάπτυξή τους.

Μεταξύ 1991 και 2008, όλα αυτά ήταν θαμμένα κάτω απο μια αξιοσημείωτη ευημερία. Εν τούτοις η πρώτη κρίση αποκάλυψε το ρήγμα. Η κρίση των ενυπόθηκων δανείων χαμηλής αξιοπιστίας ( subprimes ) στις ΗΠΑ έδωσε το έναυσμα, αλλά οποιαδήποτε θα μπορούσε να αποκαλύψει το ρήγμα. Δεν ήταν μια κρίση του ευρώ, ούτε μια-ακόμη-κρίση της οικονομίας.  Ήταν πραγματικά μια κρίση σχετικά με τον εθνικισμό.

Η Ευρωπαϊκή ελίτ δημιούργησε και δεσμεύτηκε στην ιδέα της ΕΕ, δεμένη σε ένα ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό σύστημα, ως αρχή. Όταν ηρθε η κρίση η βασική τους πεποιήθηση ήταν πως πρόκειται περί τεχνικού προβλήματος, το οποίο μπορεί να χειριστεί στα πλαίσια της ΕΕ. Έγιναν συμφωνίες, καταμετρήθηκαν δόσεις αλλά η κρίση δεν έφευγε.

Η Ελληνογερμανική αλληλεπίδραση δεν ήταν η ουσία του προβλήματος αλλά αυτό που προέκυψε απο το πρόβλημα. Για τους Γερμανούς οι Έλληνες ήταν κολασμένα ανεύθυνοι. Για τους Έλληνες οι Γερμανοί χρησιμοποίησαν το ελεύθερο εμπόριο της ΕΕ και το νομισματικό σύστημα προκειμένου να χρησιμοποιήσουν την ευρωπαϊκή οικονομία πρός όφελος τους, αποκομίζοντας τεράστια κέρδη κατά την προηγούμενη γενιά και κάνοντας ό, τι είναι δυνατόν για να διατηρήσουν τα κεκτημένα τους σε περίπτωση προβλήματος. Για τους Γερμανούς οι Έλληνες δημιούργησαν κρίση δημόσιου χρέους. Για τους Έλληνες η κρίση δημόσιου χρέους ήταν αποτέλεσμα Γερμανικών υπαγορεύσεων ως προς τους εμπορικούς κανόνες και τη νομισματική πολιτική. Οι Γερμανοί ήταν πικραμένοι που θα έπρεπε να διασώσουν τους Έλληνες. Οι Έλληνες ήταν πικραμένοι που θα έπρεπε να υποστούν λιτότητα. Απο τη Γερμανική πλευρά οι Έλληνες είπαν ψέμματα όταν δανείζονταν χρήματα. Απο την Ελληνική πλευρά, εαν είπαν ψέμματα ήταν με τη συνειδητή συνεργασία Γερμανικών και άλλων τραπεζών μου έβγαζαν χρήματα παρέχοντας δάνεια ανεξάρτητα εαν ήταν εξοφλημένα.

Το θέμα δεν είναι η ατελείωτη λιτανεία. Το θέμα είναι οτι πρόκειται για δυο κράτη με εντελώς διαφορετικά συμφέροντα, των οποίων οι ελίτ προσπαθούν να επιλύσουν μέσα στα πλαίσια του σημερινού συστήματος. Η κοινή γνώμη και των δυο κρατών είναι αντίθετη να σηκώσει το βάρος. Οι Γερμανοί δεν έχουν πολύ υπομονή να πληρώσουν τα Ελληνικά χρέη. Οι Έλληνες δεν ενδιαφέρονται να επωμιστούν τη λιτότητα για να ικανοποιηθούν οι Γερμανοί ψηφοφόροι. Σε ενα επίπεδο υπάρχει συνεργασία σε εξέλιξη – η διαδικασία επίλυσης του προβλήματος. Σε άλλο επίπεδο υπάρχει δυσπιστία προς τις απόπειρες των ελιτ να επιλύσουν τα προβλήματα καθώς και η καχυποψία οτι αυτά τα προβλήματα είναι δικά τους κι οχι κάποια που αφορούν τον ευρύ κόσμο.

Το προβλημα όμως είναι μεγαλύτερο των Ελληνογερμανικών διαφορών. Αυτό το σύστημα δημιουργήθηκε σε έναν κόσμο όπου η ευρωπαϊκή πολιτική είχε κηρυχθεί σε εκκρεμότητα. Η Γερμανία είχε καταληφθεί. Οι Αμερικανοί προώθησαν ασφάλεια και οι ενδοευρωπαϊκές μάχες ήταν ανεπίτρεπτες. Τώρα που οι Αμερικανοί έχουν φύγει, οι Γερμανοί και η ευρωπαϊκή διεθνής πολιτική αναβλύζει στην επιφάνεια.

Εν ολίγοις, το ευρωπαϊκό εγχείρημα έχει αποτύχει πάνω ακριβώς στο σημείο που αποπειράθηκε να λύσει – τον εθνικισμό. Η ικανότητα των ηγετών να διαπράττουν συμφωνίες βασίζεται στην εξουσία τους που όμως χάνεται μακριά. Ο κόσμος δεν έχει ακόμη καθορίσει με σαφήνεια τις εναλλακτικές λύσεις, αλλά η διαδικασία βρίσκεται υπο εξέλιξη. Είναι παρόμοιο με αυτό που συμβαίνει στις Ηνωμένες Πολιτείες με μια σημαντική εξαίρεση: Στις ΗΠΑ, η ένταση ανάμεσα στη μάζα και την ελίτ δεν απειλεί να διαλύσει τη δημοκρατία. Στην Ευρώπη όμως, το κάνει.

Η Ευρώπη θα περάσει την επόμενη γενιά προσπαθώντας να επιλύσει αυτό το γεγονός. Το αν μπορεί, μένεται να δούμε – αν και αμφιβάλλω. Γνωρίζουμε οτι οι εντάσεις μεταξύ των εθνών και μεταξύ των ελίτ και της μάζας, θα επαναπροσδιορίσουν το πώς λειτουργεί η Ευρώπη. Ακόμα κι αν τα πράγματα δε χειροτερέψουν, η κατάσταση έχει ήδη μετασχηματιστεί πέραν αυτού που ο καθένας θα μπορούσε να φανταζόταν το 2007. Αντί να αναδύεται ως μια ενιαία δύναμη, το ερώτημα θα είναι πόσο διαιρεμένη μπορεί να προκύψει.