Δύο κείμενα για τα γεγονότα της 20/10

Posted on 30 Οκτωβρίου, 2011 11:30 μμ από

61


Αναδημοσιεύει ο Ιουλιανός

Τα επεισόδια στο Σύνταγμα

του Γιώργου Ρούση*

Είμαι από εκείνους τους κομμουνιστές που, ακριβώς επειδή το νοιάζονται, έχει ασκήσει δημόσια, έντονη πολιτική κριτική στο ΚΚΕ, ιδιαίτερα για τη στάση του το 1989, και για τη στροφή που κατά τη γνώμη μου συντελέστηκε στο τελευταίο συνέδριό του.

Επίσης έχω κατακρίνει πρόσφατα συγκεκριμένες στάσεις και θέσεις του.

Ανήκω επίσης στο σπάνιο, απ’ ό,τι έχω διαπιστώσει, είδος των κομμουνιστών που αντιμετωπίζουν με συμπάθεια το αναρχικό ρεύμα, θεωρώντας ότι έχουμε κοινή στρατηγική στόχευση και ότι και αυτό ανήκει στην αντίθετη από την αστική εξουσία πλευρά του οδοφράγματος. Με αυτό το σκεπτικό υποστήριξα συχνά αγωνιστές αυτού του χώρου όταν ήλθαν αντιμέτωποι με την κρατική βία, ενώ κατέκρινα όσους από την αριστερά τούς κατήγγελλαν συλλήβδην ως προβοκάτορες.

Είμαι επίσης κατά του κεντρισμού, της ουδετερότητας, των «ναι μεν αλλά» και των ίσων αποστάσεων σε περίπτωση σύγκρουσης ή αντιπαράθεσης.

Τέλος, κατακρίνω την ένταξη συγκεκριμένων γεγονότων σε θετικές ή αρνητικές στατικές προκαταλήψεις, που έχουν διαμορφωθεί για κάποιον συγκεκριμένο πολιτικό χώρο.

Με αυτά τα δεδομένα, υποστηρίζω ότι η στάση των αυτοπροσδιοριζόμενων ως αντιεξουσιαστών -που δυσφημούν το χώρο τους- ή άλλων που προσδιορίζονται ως μηδενιστές, οι οποίοι εσφαλμένα πιστεύουν ότι, όταν 200 ή και 500 από αυτούς επιτίθενται με πέτρες, μολότοφ κ.λπ. στα ΜΑΤ ή, ακόμη, χειρότερα, σε καταστήματα και τράπεζες ρισκάροντας μάλιστα να σκοτώσουν αθώους -αλλοτριωμένους έστω- ανθρώπους, μπορούν να ανατρέψουν το σύστημα, ή έστω να συμβάλουν σε αυτήν την ανατροπή, ή ακόμη και απλώς να το φθείρουν, λειτουργεί αντικειμενικά προβοκατόρικα.

Ακριβέστερα, με αυτήν τη στάση ενισχύεται ο στόχος στον οποίο αποσκοπεί το παιγνίδι Ινδιάνοι -καουμπόηδες που στήνουν προσχεδιασμένα από τη μια οι ασφαλίτες προβοκάτορες και οι παρακρατικοί και από την άλλη οι επίσημες δυνάμεις «προστασίας του πολίτη». Και αυτό συμβαίνει όχι τόσο διότι η ένταση της καταστολής έχει ανάγκη από ζηλωτές, αλλά διότι είναι δεδομένο ότι, όταν δημιουργούνται τέτοιου είδους ανέξοδα για την εξουσία επεισόδια, αυτό εξυπηρετεί πολλαπλά το σύστημα.

Και το εξυπηρετεί διότι αυτά χρησιμοποιούνται συστηματικά για τη διάλυση των μαζικών λαϊκών κινητοποιήσεων, τον εκφοβισμό του λαού με στόχο να αποτραπεί να συμμετέχει στους αγώνες που έρχονται. Το εξυπηρετεί ακόμη διότι, έτσι, μάλλον διευκολύνονται να αναδειχτούν τα αντιδραστικά αντανακλαστικά μερίδων του πληθυσμού, παρά να προωθηθεί η επαναστατικότητά του. Το εξυπηρετεί ιδιαίτερα σήμερα, διότι το διευκολύνει να εντείνει τον αυταρχισμό, κάτι που συντελείται αντιστρόφως ανάλογα με τη ραγδαία απώλεια της κοινωνικής συναίνεσης, δηλαδή του άλλου θεμέλιου της αστικής εξουσίας.

Επιπρόσθετα με τα συγκεκριμένα επεισόδια της περασμένης Πέμπτης, το σύστημα επεδίωξε να πληγεί η κοινή παρουσία και δράση των λαϊκών δυνάμεων, κάτι που, αν γενικευτεί και συστηματικοποιηθεί, θα συμβάλει καθοριστικά στην επιτάχυνση της ανατροπής του.

Βεβαίως οι παραπάνω τοποθετήσεις κάθε άλλο παρά σημαίνουν άρνηση της αναγκαιότητας χρησιμοποίησης βίας για την ανατροπή της αστικής εξουσίας. Σημαίνουν απλώς άρνηση άσκησής της με τη μορφή ενσωματώσιμου και αξιοποιήσιμου από αυτήν μπάχαλου, άρνηση αυτοκτονικής άσκησής της όταν δεν υπάρχει ο αναγκαίος συσχετισμός, έτσι ώστε αυτή να εκδηλωθεί μαζικά, οργανωμένα, αποτελεσματικά προς τη σωστή κατεύθυνση.

Και επειδή είμαι από εκείνους που κατηγορούσαν το ΚΚΕ όταν περνούσε απλώς από την πλατεία, απαξιώνοντάς την και δεν στέκονταν σε αυτήν μαζί με τις εκτός αυτού λαϊκές δυνάμεις (διότι -πώς να γίνει;- υπάρχουν και τέτοιες), είμαι διπλά υποχρεωμένος να εκτιμήσω θετικά αυτή την κατά τα άλλα αυτονόητη παρουσία του ΠΑΜΕ στην πλατεία. Ακόμη, θεωρώ απολύτως θεμιτό το ότι αυτό επεδίωξε να περιφρουρήσει τις δυνάμεις του, κάτι που για όποιον έχει μια στοιχειώδη εμπειρία από διαδηλώσεις, δεν μπορούσε παρά να εμφανιστεί σαν περιχαράκωσή του όχι μόνον από τους προβοκάτορες, αλλά και από άλλες δυνάμεις. Και η περιφρούρηση αυτή και η αντίδρασή του ήταν πόσω μάλλον δικαιολογημένη, εφόσον οι δυνάμεις του δέχτηκαν μια οργανωμένη δολοφονική επίθεση από δυνάμεις οι οποίες μπορούν να χαρακτηριστούν αντικειμενικά με ακρίβεια, από τη μια, με βάση το στόχο τους και το αποτέλεσμα της επίθεσής τους και, από την άλλη, με την προκλητική ανοχή της αστυνομίας απέναντί τους.

Εκείνο όμως που πρέπει να καταλάβουν όλες οι συνιστώσες του λαϊκού κινήματος είναι ότι ο εσωτερικός εχθρός είναι ένας και μοναδικός: Η κυβέρνηση των δωσίλογων και όσοι άμεσα ή έμμεσα στηρίζουν το υπεύθυνο για το ξεπούλημα της Ελλάδας και την υποδούλωση του λαού της σύστημα. Προς αυτή την κατεύθυνση είναι θετικές οι σχετικές τοποθετήσεις όλων όσοι αρνούνται τον ενδο-κόκκινο-μαύρο εμφύλιο, οι τοποθετήσεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, της ΙΣΚΡΑ και άλλων ακόμη και υπεύθυνων αναρχικών αγωνιστών, οι οποίοι αντιμετώπισαν την επίθεση που δέχτηκε το ΠΑΜΕ σαν οργανωμένη δολοφονική επίθεση.

Από την άλλη, είναι τραγικό να συνεχίζεται μικρόψυχα ένας ενδοαριστερός εμφύλιος, και, ακόμη χειρότερα, να ανάγεται σε κύριο εχθρό από τη μια δύναμη της αριστεράς η άλλη, και αυτό μετά τέτοιας διάστασης γεγονότα, όπως ο τραγικός θάνατος ενός αγωνιστή και ο τραυματισμός δεκάδων άλλων, γεγονότα για τα οποία ούτως ή άλλως την κύρια ευθύνη φέρει η κυβέρνηση, της οποίας η αντιλαϊκή, κατοχική πολιτική είναι εκείνη που προκαλεί τις διαδηλώσεις, και η οποία με τη μεγαλύτερη των ευκολιών εξαπολύει άγριους ξυλοδαρμούς, μαζικές επιθέσεις με χημικά και εκτρέφει τους προβοκάτορες.

* Ο Γιώργος Ρούσης είναι καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

Πηγή: http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=321891

Περί του κουκουλοφορισμού…

Του Γιώργου Μαργαρίτη*

Στο χώρο των ακαδημαϊκών που ασχολούνται με τις κοινωνικές και πολιτικές επιστήμες – όσων από αυτούς δηλαδή διατηρούν μία επαφή με την επιστήμη και την πραγματικότητα και δεν αναλίσκονται σε «επικοινωνιακές» (προπαγανδιστικές είναι ο καλύτερος όρος) πομφόλυγες για να εξωραΐσουν την πολιτική της άρχουσας τάξης – υπήρχε τους τελευταίους μήνες μία εύλογη απορία. Σε περιόδους όξυνσης των κοινωνικών αγώνων και της ταξικής πάλης, σε περιόδους όπου το εργατικό κίνημα ισχυροποιείται και μπορεί και εκφράζεται πολιτικά, η άρχουσα τάξη, η αστική, χρησιμοποιεί σταθερά ένα βασικό εργαλείο για να περάσει την πολιτική της και να επιφέρει πλήγματα στο οργανωμένο εργατικό κίνημα.

Το εργαλείο αυτό συμβατικά το ονομάζουμε παρακράτος και συμπληρώνει το έργο των επίσημων μηχανισμών καταστολής με πιο «ελεύθερο» τρόπο. Το «ελεύθερο» σημαίνει ότι δε χρειάζεται να αυτοπεριοριστεί από το όποιο «θεσμικό» πλαίσιο και ότι μπορεί, κάτω από το πλέγμα της ανωνυμίας, να προβεί σε ακραίες πράξεις χωρίς να εκθέσει άμεσα τους πολιτικούς, κοινωνικούς, ιδεολογικούς του πάτρωνες. Για το λόγο αυτό πολλές από τις ακραίες ενέργειες, τις αγριότητες ενίοτε, που ιστορικά έχουν επιστρατευθεί ενάντια στο εργατικό κίνημα (αλλά και ενάντια στο δημοκρατικό αντίστοιχο) εκπορεύονται από αυτούς ακριβώς τους χώρους.

Το ερώτημα, λοιπόν, αφορούσε τον τρόπο με τον οποίο θα συγκροτηθεί ένα τέτοιο «πολιτικό εργαλείο» στο πλαίσιο της σημερινής καπιταλιστικής κρίσης και το χώρο από τον οποίο θα προέλθει αυτό. Νομίζω ότι, μετά τα γεγονότα της 20ής Οκτώβρη, έχουμε την απάντηση στο ερώτημα. Εχουμε επίσης και πολλά από τα αναγκαία στοιχεία που μας επιτρέπουν να προσδιορίσουμε τα χαρακτηριστικά αυτού του μηχανισμού.

Τους προηγούμενους μήνες κυβέρνηση και κρατικές υπηρεσίες είχαν «επενδύσει» σε ομάδες με εμφανή εθνικιστικά και ρατσιστικά χαρακτηριστικά για την επίλυση του μεταναστευτικού «προβλήματος» στο κέντρο της Αθήνας. Ακροδεξιές ομάδες με μόνο ιδεολογικό ένδυμα την εθνικοσοσιαλιστική εκδοχή του «έθνους» και της «φυλής» δημιούργησαν μία κατάσταση πογκρόμ – ή και λιντσαρίσματος – σε περιοχές της Αθήνας, κατάσταση που πολλοί έσπευσαν – ανοικτά ή μη – να «χαιρετίσουν»: Αυτή η άναρχη βία και η χωρίς κανόνες απειλή θα «καθάριζε» το κέντρο της Αθήνας. Φυσικά, κάτι τέτοιο δεν έγινε, απλά και μόνο διότι η βία, η απελπισία, η αβεβαιότητα, η αγωνία και ο φόβος που προκαλεί η φτώχεια, η εξαθλίωση, η εκμετάλλευση σε αυτά τα απόκληρα θύματα του καπιταλισμού και του ιμπεριαλισμού είναι απείρως μεγαλύτερες από όποιο αντίστοιχο αίσθημα θα μπορούσαν να προκαλέσουν οι ακροδεξιοί τρομοκράτες.

Το ερώτημα, λοιπόν, ήταν εάν το αποτυχόν στην υπόθεση των μεταναστών παρακράτος θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ενάντια στο εργατικό κίνημα και κάτω από ποια μορφή θα μπορούσε αυτό να γίνει. Για την «αναβάθμισή» του αυτή έχει όμως ένα βασικό μειονέκτημα: Ο «εθνικιστικός» του λόγος – με τις ρατσιστικές του παραγράφους – ενοχλεί τις σημερινές «κοσμοπολίτικες» αντιλήψεις του καπιταλιστικού στερεώματος.

Στον τομέα της μορφής η αστική τάξη στη χώρα μας, στην Ευρώπη και στον υπόλοιπο κόσμο, έχει ήδη κάνει μία μεγάλη ιδεολογική προεργασία. Γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι ο προερχόμενος από την ακροδεξιά αντικομμουνισμός – είτε αυτός είναι ωμός είτε «έντεχνος» – δύσκολα μπορεί να αποδώσει τα όσα χρειάζονται για να στηρίξει ένα μηχανισμό επίθεσης ενάντια στο εργατικό κίνημα και, πολύ περισσότερο, ένα «κίνημα» που θα μπορούσε να αντιμετωπίσει ισότιμα τους αντιπάλους της άρχουσας τάξης. Αντίθετα, εάν οι ίδιες πολιτικές προθέσεις και σχεδιασμοί ενδυθούν με «αριστερό» μανδύα και κατά το δυνατό με «αμεσο-δημοκρατικό» (έκφραση αδόκιμη στην επιστήμη, αλλά δόκιμη στους καιρούς μας) λεξιλόγιο, τότε η απήχησή τους μπορεί να πολλαπλασιαστεί. Ο χώρος της νεφελώδους «αντι-εξουσίας» – δεν χρειαζόταν και πολλή σκέψη γι’ αυτό – ήταν και είναι ο ιδανικός για την περίσταση.

Λίγα χρόνια πριν τα θεωρητικά ρεύματα του αντι-κομμουνισμού που δημιούργησε η περίοδος της θριαμβευτικής παλινόρθωσης του καπιταλισμού στα σοσιαλιστικά κράτη, επέδραμε και στη χώρα μας με τη μορφή «καινοτόμων» αναθεωρητικών ιστορικών και κοινωνικών αναλύσεων που είχαν πολύχρωμο εποικοδόμημα, αλλά σταθερό παρονομαστή: Ο κομμουνισμός ήταν πολιτικό, ίσως και εγκληματικό, ολίσθημα της ανθρώπινης ιστορίας και ότι με κάθε τρόπο θα έπρεπε να στιγματιστεί ηθικά, πολιτικά, θεσμικά, αλλά και ποινικά, όπου αυτό κρινόταν απαραίτητο. Αυτές οι θεωρίες εφαρμόστηκαν και εφαρμόζονται σε χώρες όπου ηττήθηκε ο σοσιαλισμός και των οποίων οι λαοί σέρνονται σήμερα δέσμιοι στη «νέα τάξη πραγμάτων».

Στην Ελλάδα η επανάληψη των παλιών παραμυθιών της εθνικοφροσύνης για «κονσερβοκούτια» και εγκληματική φύση του κομμουνισμού προκάλεσε χαμόγελα συγκατάβασης, αλλά και έντονες αντιδράσεις τόσο από κομμουνιστές διανοούμενους, όσο και από προοδευτικούς αντίστοιχους. Είναι φοβερά δύσκολο σε μία χώρα με λαμπρή παράδοση στους λαϊκούς και απελευθερωτικούς αγώνες να πείσει κανείς ότι το ΚΚΕ και το ΕΑΜ ήταν απλά «εγκληματικά σχέδια ενάντια στους απλούς αγνούς Ελληνες». Υπήρχε όμως στους χώρους της διανόησης μία διχογνωμία για τον πολιτικό στόχο αυτών των θεωριών.

Πολλοί από τους προοδευτικούς διανοούμενους πίστευαν ότι ο αποδέκτης αυτών των αναθεωρητικών θεωριών ήταν η παραδοσιακή ακροδεξιά ή απλά η δεξιά, στην οποία ήθελαν οι πρωταγωνιστές της κίνησης να δώσουν ιδεολογικά εργαλεία και – ας μου επιτραπεί ο όρος – «ιστορική αυτοπεποίθηση». Η τελευταία ήταν οπωσδήποτε αναγκαία για μία παράταξη που έχει σκοτεινή ιστορία και στον τομέα του πατριωτισμού και για το λόγο αυτό οι πρωταγωνιστές αυτής της κίνησης, άχρηστοι πλέον στο σύστημα, έχουν μεταβληθεί σε συντηρητικούς «πολιτικούς αναλυτές» στον αντίστοιχων κατευθύνσεων Τύπο. Ο βασικός όμως στόχος αυτής της μεγάλων διαστάσεων επιχείρησης ήταν ο χώρος της αριστεράς.

Προφανώς η τελευταία, στο μεγαλύτερό της κομμάτι, δεν ασπάστηκε ολότελα τις αναθεωρητικές απόψεις των αντικομμουνιστών. Τέθηκε όμως έντεχνα «μπροστά στις ευθύνες της». Αποτελώντας από καιρό μέρος του συστήματος και φυσικά μη έχοντας την επιθυμία να το δει να ανατρέπεται, πιέστηκε ώστε να προσδιορίσει τα όριά της κάπου στο μέσο της διαδρομής. Ο κομμουνισμός δεν είναι φυσικά γι’ αυτούς το «απόλυτο έγκλημα» στην ιστορία της ανθρωπότητας, πολύ απέχει όμως από το να είναι ιδανική λύση για τα ανθρώπινα βάσανα και το σκοτεινό κόσμο του καπιταλισμού.

Ο συμβιβασμός έχει μάλιστα και όνομα: Το σταλινισμό. Η ιδέα είναι ότι εάν τα περισσότερα από τα στοιχεία του κομμουνισμού και της ιστορίας του εργατικού κινήματος τα εξοβελίσουμε διότι ανήκουν στον αστερισμό του σταλινισμού, τότε αυτό που απομένει μας επιτρέπει να ονομαζόμαστε κομμουνιστές, να ορκιζόμαστε στους εργαζόμενους και στην πρόοδο και ταυτόχρονα να προτείνουμε εποικοδομητικές λύσεις στο τρέχον σύστημα που θα του επιτρέπουν να μακροημερεύει και να ταΐζει και εμάς. Τότε και κομμουνιστές είμαστε, όταν χρειάζεται, και την αξία μας πολλαπλασιάζουμε μέσα στο πολιτικό σύστημα καθώς μπορούμε να παραμυθιάζουμε τους εργαζόμενους, και μέρος του συστήματος παραμένουμε. Εάν αναγνωρίσατε τον πολιτικό χώρο που περιγράφω, ναι, έχετε δίκιο, είναι αυτός…

Σε ώρες όμως που η άρχουσα τάξη και το πολιτικό της σύστημα χρειάζεται «τάγματα εφόδου» ικανά να ανοίγουν τα κεφάλια διαδηλωτών σήμερα, απεργών αύριο και όποιου χρειαστεί μεθαύριο, οι παραπάνω «θεωρίες του μέσου» αποδεικνύονται εξαιρετικά χρήσιμες για το σύστημα. Να το εξηγήσουμε αυτό: Οι κουκουλοφόροι του κουκουλοφορισμού (έχει γίνει βλέπετε ιδεολογία και άρα λήγει σε -ισμός) πιστεύουν ακράδαντα ότι ο κομμουνισμός (έστω με το σταλινικό πρόταγμα) είναι το απόλυτο έγκλημα στην ιστορία της ανθρωπότητας. Τα διδάγματα των αναθεωρητών της ιστορίας βρήκαν κάτω από τις κουκούλες τους πλέον καλούς μαθητές τους. Ως εκ τούτου ο χώρος αυτός είναι πρόθυμος να προσφέρει – ιδεολογικά πλέον, όχι μόνο «τεχνικά», μέσω «μυστικών υπηρεσιών» – τις υπηρεσίες του – ως «τάγματα εφόδου» – στην άρχουσα τάξη. Το πράττει ήδη.

Η αντιμετώπιση αυτού του φαινομένου δεν μπορεί να είναι παρά πολιτική καθώς τα φαινόμενα που η πολιτική γεννά μόνο με τέτοιο τρόπο αντιμετωπίζονται. Με άλλα λόγια, ο χώρος αυτός, το μίσος που κουβαλά, τα εγκλήματα που ετοιμάζεται να διαπράξει σε βάρος του εργατικού κινήματος, πρέπει να καταγγελθούν και να απομονωθούν. Εδώ όμως έρχονται οι άλλοι…

Εμποτισμένοι στη θεωρία του «μέσου» – πατώντας σε δύο βάρκες για να το πω ωμά – οι πολιτικοί χώροι της ανανέωσης, της αριστεράς και της προόδου, του αριστερισμού και ό,τι άλλο, αδυνατούν ή αρνούνται να δουν την προφανή λειτουργία των πραγμάτων και επιμένουν να βλέπουν αυτό που επιθυμούν: «Εργάτες που κτυπούν εργάτες» μας είπαν, «εμφύλιο μέσα στο κίνημα» μας είπαν, «ίσες ευθύνες» (προπαντός) διέγνωσαν. Θα πρέπει να προσέξουν πολύ. Οι καιροί δεν είναι ιδανικοί για αφελείς, ούτε για ιδιοτελείς αφελείς ούτε για ανιδιοτελείς. Από τη στιγμή που ο κουκουλοφορισμός παντρεύεται τα πολιτικά σχέδια της άρχουσας τάξης γίνεται εργαλείο ολοκληρωτισμού. Και γίνεται όπλο που μπορεί την κάθε στιγμή να στραφεί στον οποιοδήποτε.

Ο κουκουλοφορισμός δεν μπορεί να είναι στοιχείο του «νέου ΕΑΜ» που ευαγγελίζεστε. Και η τρικυμία στο κρανίο αντιμετωπίζεται με ένα και μόνο φάρμακο: Την ταξική ανάλυση, αυτή που χωρίς λάθη μπορεί να υποδείξει στον καθένα τη θέση του και να δώσει νόημα στην πολιτική του.

* Ο Γιώργος Μαργαρίτης είναι καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

Πηγή: http://www1.rizospastis.gr/story.do?id=6516259&publDate=29/10/2011

Για την τεχνική βοήθεια, Mitsaras

http://wp.me/p1pa1c-dRx