Μια κιθάρα εναντίον της Γουόλ Στριτ

Posted on 29 Οκτωβρίου, 2011 5:11 μμ από

9


του Δημήτρη Αναστασόπουλου

απο enet.gr

Αν ο Γούντι Γκάθρι έγραφε πάνω στην κιθάρα «αυτό είναι το όπλο που σκοτώνει τους φασίστες», ο Ράι Κούντερ θα μπορούσε να γράψει πάνω στη δική του «αυτή είναι η μουσική μηχανή που διώχνει τους τραπεζίτες». Ξεκινώντας το νέο δίσκο με την πολεμική κάντρι του «Νο Banker Left Behind», ο Ράι Κούντερ μεταμορφώνεται σε ένα φολκ δαίμονα που τραγουδάει για το σκοτεινό παρόν.

Ο Ράι Κούντερ τραγουδάει για την απληστία των τραπεζών

Ο Ράι Κούντερ τραγουδάει για την απληστία των τραπεζών

Πίσω στην εποχή των πρώτων τροβαδούρων, οι μοναχικοί μουσικοί με την κιθάρα περιπλανιούνταν στη Δύση και τραγουδούσαν από ύμνους στους παράνομους μέχρι θρήνους για τους χωρικούς που έχαναν τη γη τους. Ο Ράι Κούντερ, βιρτουόζος της κιθάρας, ξεθάβει αυτήν την παράδοση, επαναφέρει τα γκόσπελ, τα μπλουζ και την κάντρι, τα ανακατεύει με τις μελωδίες από το Μεξικό και δημιουργεί ένα μίγμα από μουσικές του δρόμου μέσα από τον ήχο του μπάντζου, του ακορντεόν και του μαντολίνου.

Και πάνω τους απλώνει με τη βραχνή του φωνή τις εικόνες από την παρακμή της Δύσης. Από τη μία στέκονται οι εκπρόσωποι του 1%, οι πολεμοχαρείς πολιτικοί, οι αδηφάγοι τραπεζίτες, οι κυνικοί λιμοκοντόροι των πολυεθνικών, οι αδίστακτοι βαρόνοι του πετρελαίου, όλος ο συρφετός που λυμαίνεται τις ΗΠΑ. Από την άλλη βρίσκεται το 99%, οι ήρωες του Κούντερ, στους τελευταίους δίσκους του, οι μετανάστες που συρρέουν στη γη των ευκαιριών, οι βετεράνοι των ιμπεριαλιστικών πολέμων που φυτοζωούν στα γκέτο, οι αγρότες που ξεπουλάνε τη γη στις αγροβιομηχανικές εταιρείες, όλοι οι αθέατοι του αμερικανικού ονείρου. Αφού έχει διακρίνει το πεδίο της μάχης, ο Κούντερ επιτίθεται πότε με ένα σαρδόνιο χιούμορ όπως στο «Ι Want My Crown» ή το «Νο Hard Feelings» και πότε με ελεγειακούς τόνους όπως στο «Lord Tell Me Why» και το «Dirty Chateau».

«Διαπίστωσα ότι στις μέρες μας δεν υπάρχει λαϊκή μουσική» έλεγε στις συνεντεύξεις του πριν από την κυκλοφορία του δίσκου ο εξηντατετράχρονος μουσικός. «Στη δεκαετία του ’30 στη Μεγάλη Υφεση πήγαινες στην τράπεζα, δεν υπήρχαν χρήματα, γύριζες σπίτι, έπαιρνες το μπάντζο και το γρατσουνούσες σιγοτραγουδώντας ενάντια στους γραβατωμένους κλέφτες. Η εμπειρία σου γινόταν άμεσα τραγούδι διαμαρτυρίας. Τώρα, παρόλο που η κλοπή είναι μεγαλύτερη και ο κόσμος χάνει τα σπίτια του και τις δουλειές του, όλοι μοιάζουν να παρακολουθούν παγωμένοι». Γι’ αυτό και ο Κούντερ αναλαμβάνει να γράψει τα νέα τραγούδια διαμαρτυρίας και να κάνει τους ανθρώπους να δούνε «τη Γουόλ Στριτ με τα μάτια ενός πολυτραγουδισμένου παράνομου όπως του Τζέσε Τζέιμς».

http://www.nonesuch.com/artists/ry-cooder

μανικάκος

http://wp.me/p1pa1c-dO3