Occupy Wall Street: μικρογραφία ενός οράματος

Posted on 16 Οκτώβριος, 2011 3:01 πμ από

6


Συνέντευξη του Ντέιβιντ Γκράμπερ

Αναδημοσίευση από τα ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Ο αμερικανός David Graeber είναι ένας από διαπρεπέστερους κοινωνικούς ανθρωπολόγους, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου, αναρχικός, αγωνιστής του αντιπαγκοσμιοποιητικού κινήματος και από τους πρωτεργάτες του Occupy Wall Street. Στα ελληνικά κυκλοφορούν δύο βιβλία του από τις εκδόσεις «Στάσει Εκπίπτοντες». Στην τηλεφωνική συνέντευξη που έδωσε στo δημοσιογράφο Ezra Klein εξηγεί τα βασικά χαρακτηριστικά του κινήματος (το πλήρες κείμενο στο http://www.washingtonpost.com/blogs/ezra-klein)

Έζρα Κλάιν: Το Occupy Wall Street είναι οργανωμένο κάπως διαφορετικά σε σχέση με τα περισσότερα κινήματα διαμαρτυρίας. Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει λίστα αιτημάτων ή στόχοι ούτε, πολύ περισσότερο, μια αναγνωρίσιμη ηγεσία.

Ντέιβιντ Γκράμπερ: Μοιάζει πολύ με το κίνημα της παγκοσμιοποίησης. Στον Τύπο συναντάμε τις ίδιες κριτικές: είναι ένα μάτσο παιδιά, που δεν γνωρίζουν από οικονομικά και γνωρίζουν μονάχα σε τι αντιτίθενται. Υπάρχει όμως μια αιτία, ένα είδος προεικόνισης σ’ αυτό: δημιουργείς, σε μικρογραφία, ένα όραμα της κοινωνίας που επιθυμείς. Κι αυτός είναι ένας τρόπος να αντιπαρατεθείς σε όλες εκείνες τις ισχυρές αντιδημοκρατικές δυνάμεις ενάντια στις οποίες διαμαρτύρεσαι. Αν προβάλεις αιτήματα, αυτό σημαίνει, κατά κάποιον τρόπο, ότι ζητάς από τους ανθρώπους που βρίσκονται στην εξουσία και τους κατεστημένους θεσμούς να ενεργήσουν διαφορετικά. Κι ένας λόγος που ο κόσμος διστάζει να το κάνει είναι ότι θεωρούν πως αυτοί ακριβώς οι θεσμοί είναι το πρόβλημα.

Ε. Κλάιν: Αν λέγατε, παραδείγματος χάρη, ότι επιδιώκετε να επιβληθεί ένας φόρος στη Γουόλ Στριτ και θα ήσασταν ικανοποιημένοι μετά, θα παραδεχόσασταν εμμέσως ότι θεωρείτε ικανοποιητική μια ελαφρώς τροποποιημένη εκδοχή του υπάρχοντος συστήματος.

Ντ. Γκράμπερ: Ακριβώς. Ο φόρος στη Γουόλ Στριτ θα πάει σ’ αυτούς που η Γουολ Στριτ ελέγχει

Ε. Κλάιν: Εννοείτε την κυβέρνηση.

Ντ. Γκράμπερ: Ναι. Έτσι λοιπόν αφήνουμε το ζήτημα ανοιχτό. Αυτό που θέλουμε είναι να δημιουργηθούν χώροι στους οποίους οι άνθρωποι θα μπορούν να σκέφτονται τέτοια ζητήματα. Στη Νέα Υόρκη, σύμφωνα με τη νομοθεσία, κάθε συνάθροιση άνω των δώδεκα ατόμων χωρίς άδεια θεωρείται παράνομη. Ο χώρος δεν αποτελεί ένα αγαθό που διατίθεται ελεύθερα, χωρίς περιορισμούς. Όμως, το αγαθό που υπάρχει πραγματικά σε αφθονία είναι οι έξυπνοι άνθρωποι με ιδέες. Επομένως, αυτό που προσπαθούμε να κάνουμε είναι να επαναδιαμορφώσουμε το όλον πράγμα, όχι πλέον με βάση τη ρητορική των αιτημάτων, αλλά στο επίπεδο των οραμάτων και των λύσεων. Ένας τρόπος με τον οποίο αυτό έχει πραγματοποιηθεί αλλού είναι μέσω των τοπικών πρωτοβουλιών που βγαίνουν από τις τοπικές συνελεύσεις.

Όσο το κίνημα μεγαλώνει, θα αναπτυχθούν νέες οργανωτικές μορφές. Αυτή τη στιγμή, η κατάληψη της Γουόλ Στριτ έχει τριάντα διαφορετικές ομάδες εργασίας για όποιο θέμα μπορείτε να φανταστείτε: από το ζήτημα της υγιεινής του χώρου μέχρι τη συζήτηση εργατικών ζητημάτων και της φορολογικής πολιτικής. Έτσι, προσπαθούμε να εγκαθιδρύσουμε διαδικασίες, ώστε άνθρωποι με διαφορετικά ενδιαφέροντα να συμμετέχουν και να προσφέρουν στο κίνημα. Υπάρχει ακόμα και εφημερίδα, η Οccupied Wall Street Journal. Φυσικά, όλα αυτά δεν είναι τίποτα σε σχέση με ό,τι συνέβαινε στην Πλατεία Ταχρίρ, όπου είχαν ακόμη και καθαριστήρια.

Ε. Κλάιν: Βλέπουμε ότι σιγά σιγά το Occupy Wall Street συνδέεται με πιο παραδοσιακές ομάδες ακτιβιστών. Κάποια μέλη του μετείχαν μέσω τηλεδιάσκεψης στη μεγάλη συζήτηση που οργάνωσαν φιλελεύθερες προοδευτικές ομάδες στην Ουάσινγκτον. Είχαμε επίσης την πορεία αλληλεγγύης στους καταληψίες που οργάνωσαν το MoveOn.org και εργατικά συνδικάτα. Με ποιον τρόπο όλα τα παραπάνω επηρεάζουν αυτό που, μέχρι τώρα, είναι ένα εντελώς μη συγκεντρωτικό, αντιιεραρχικό κίνημα;

Ντ. Γκράμπερ: Αυτό συμβαίνει φυσιολογικά στην πορεία, αλλά προκύπτουν συγκεκριμένα προβλήματα. Είχαμε αντιμετωπίσει μια παρόμοια κατάσταση τις μέρες του κινήματος της αντιπαγκοσμιοποίησης. Τα συνδικάτα λειτούργησαν πολύ υποστηρικτικά, αλλά είναι οργανισμοί πολύ διαφορετικοί. Η πραγματική δυσκολία έγκειται στο πώς μπορούν να συνεργαστούν αφενός άνθρωποι ενταγμένοι σε μια ιεραρχημένη δομή, με οικονομική βάση –καθώς αυτό σημαίνει πως υπάρχουν κάποια πράγματα που μπορούν να τα πουν δημόσια και κάποια όχι– και αφετέρου ομάδες στις οποίες οι άνθρωποι μπορούν να πουν οτιδήποτε θέλουν και η όλη τους σύλληψη είναι αντιεραρχική. Ένα πρόβλημα που έχω ήδη διαπιστώσει είναι ότι η συμμετοχή ανθρώπων από οργανωμένες ομάδες αλλάζει τον τόνο των γενικών συνελεύσεων, τις μετατρέπει σε ομιλίες, κι αυτό είναι κάτι που απέχει στην πραγματικότητα από τον σκοπό των συνελεύσεων. Έτσι, πρέπει να βρούμε μια ισορροπία ανάμεσα στην προσπάθειά μας να δείξουμε πώς θα μπορούσε να λειτουργήσει η άμεση δημοκρατία, και στην προσπάθεια να συνδεθούμε με ομάδες των οποίων απορρίπτουμε την οργανωτική δομή.

E. Κλάιν: Η ομάδα ονομάζεται Occupy Wall Street. Το συμπέρασμα ωστόσο που βγάζω ακούγοντας συνεντεύξεις διαδηλωτών ή διαβάζοντας μηνύματα στο «We are the 99%» είναι ότι δεν πρόκειται μόνο για τη Γουόλ Στριτ, αλλά γενικά για τους ισχυρούς, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται οι πολιτικοί και οι πλούσιοι που δεν κάναν τα λεφτά τους στο χρηματιστήριο. Στην πραγματικότητα, όμως, το κίνημα αφορά τους αδύναμους. Το κυρίαρχο θέμα που αφουγκράζομαι παντού είναι η απελπισία: κάναμε πάντα το σωστό, παίξαμε σύμφωνα με τους κανόνες, πήγαμε στο σχολείο, πιάσαμε μια δουλειά κ.ο.κ.· και τώρα είμαστε χρεωμένοι μέχρι το λαιμό, δεν τα βγάζουμε πέρα με τίποτα, ενώ αυτοί οι τύποι στην κορυφή της οικονομίας φαίνεται να ευημερούν όλο και περισσότερο.

Ντ. Γκράμπερ: Σωστά, και η Γουόλ Στριτ είναι μόνο το κερασάκι στην τούρτα. Έχουμε αυτούς τους τύπους που είναι μοναχά άπληστοι απατεώνες, τίποτα παραπάνω, που τσάκισαν την παγκόσμια οικονομία και κατέστρεψαν τις ζωές ανθρώπων σ’ όλον τον πλανήτη. Κανείς απ’ αυτούς δεν έδωσε δεκάρα τσακιστή. Το μόνο που συζητήθηκε ήταν αν θα έπρεπε να μειωθούν τα μπόνους τους. Απ’ την άλλη μεριά, όταν οι άνθρωποι καταγγέλλουν αυτό που έχει συμβεί, συλλαμβάνονται. Κι αυτό καταδεικνύει τα δύο μέτρα και δύο σταθμά με τα οποία λειτουργεί το σύστημα.

***

Ντ. Γκράμπερ: Κάτι που μας βοήθησε πολύ ήταν η, μικρή έστω, γνώση της εμπειρίας από την Ισπανία, την Ελλάδα και την Τυνησία, που είχαν κάνει το ίδιο πρόσφατα. Μας έδειξαν ότι το μοντέλο που φάνηκε να λειτουργεί ήταν το εξής: βρίσκεις έναν χώρο που θεωρείται δημόσιος, τον ανακτάς και δημιουργείς σ’ αυτόν την κεντρική βάση μιας οργάνωσης, από την οποία μπορούν να ξεκινήσουν και άλλες δραστηριότητες.

Μετάφραση: Μάνος Αυγερίδης

http://wp.me/p1pa1c-dpu

loophole

Advertisements