Το Ισραήλ και οι Ευρωπαίοι

Posted on 14 Οκτώβριος, 2011 9:03 μμ από

7


του Γιτζχάκ Λάορ*

(για τη μεταφορά: Καπυμπάρα)

Παρ’ όλες τις διαμαρτυρίες του για την εχθρότητα που επιδεικνύουν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, το Ισραήλ απολαύει προνομιακής μεταχείρισης στην Ευρώπη. Όχι μόνο εμείς οι Ισραηλινοί έχουμε έντονη παρουσία στο Δυτικό φαντασιακό αλλά και οι Δυτικοί έχουν αποκτήσει τη συνήθεια να μας θεωρούν κομμάτι δικό τους, τουλάχιστον όσο είμαστε εδώ, στη Μέση Ανατολή, ένα είδος pieds-noirs (οι Γάλλοι άποικοι της Βόρειας Αφρικής)  τελευταίας κοπής.

Αυτή η ταύτιση «με μας» λειτουργεί ακόμα καλύτερα με την κουλτούρα του Ολοκαυτώματος, προσφέροντας στον νέο Ευρωπαίο, μέσα στο πλαίσιο του «τέλους της Ιστορίας», μια καλύτερη εκδοχή της δικής του ταυτότητας σε σχέση με το αποικιακό του παρελθόν και το «μετααποικιακό» παρόν. Αυτός ο Ευρωπαίος, ανήσυχος μπροστά στις μάζες των μουσουλμάνων μεταναστών, νόμιμων και παράνομων, υιοθέτησε τον Εβραίο σαν έναν Άλλον καθησυχαστικό, μοντέρνο, φίλο της προόδου, χωρίς γενειάδα, χωρίς βοστρύχους, με μια γυναίκα που δεν φοράει παραδοσιακά ρούχα και δεν κρύβει τα μαλλιά της –ευτυχώς αυτοί οι νέοι Εβραίοι δεν έχουν τίποτα το κοινό με τους παππούδες τους. Με μια κουβέντα, αυτός ο συμπαθητικός Άλλος είναι αρκετά όμοιος με το ευρωπαϊκό Εγώ, το πάντα εχθρικό απέναντι σε εκείνους που δεν του μοιάζουν, που δεν ντύνονται σαν αυτό ή που δεν προσαρμόζονται στις δικές του αξίες. Αυτό είναι που θα προσπαθήσω να δείξω μέσω της πολιτικής ανάλυσης της κουλτούρας του Ολοκαυτώματος στην Ευρώπη […] και στη συνέχεια με μια μελέτη της μεθόδου που χρησιμοποιεί το Ισραήλ για να κερδίσει τις καρδιές και τα πνεύματα της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης χάρη στην ειδική χρήση των παλιών αποικιακών τρόπων σκέψης […].

Το Ισραήλ μοιάζει με εκείνες τις περιφερειακές χώρες της Ευρώπης οι οποίες, σύμφωνα με την εθνική ιδεολογία, αναθέτουν στους υπηκόους τους το ρόλο του «τελευταίου προπύργιου» κατά της «μη ευρωπαϊκής βαρβαρότητας». Μέσα στο ευρωπαϊκό φαντασιακό, το κριτήριο που επιτρέπει να ταυτοποιείς τα μέλη της Δυτικής κοινότητας είναι θεμελιωμένο από πάντα πάνω στο διαχωριστικό Τείχος που οριοθετεί τη Δυτική Χριστιανοσύνη. Σήμερα, η γνωστότερη περίπτωση (και η λιγότερο φανταστική εξάλλου) είναι η εναντίωση στην ένταξη τη Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ακόμα και τα επιχειρήματα των «φιλελεύθερων» υπέρ της αποδοχής της Τουρκίας στηρίζονται σ’ αυτήν την οριοθέτηση: «Πρέπει να ενθαρρύνουμε το μετριοπαθές Ισλάμ», «Εκεί το χιτζάμπ (η μαντίλα) απαγορεύεται από το νόμο» κ.λπ. Σ’ αυτήν την ονειρική γεωγραφία, στην οποία τοποθετείται το Ισραήλ, πού τοποθετούνται οι Εβραίοι, μετά την εξολόθρευση των Εβραίων της Ευρώπης; (Παλαιότερα όπως γνωρίζουν οι πάντες, οι Εβραίοι δεν αποτελούσαν μέρος της Δύσης, δεν ήταν αποδεκτοί ποτέ από τη Δύση, παρ’ όλη τη νοσταλγία για τους νεκρούς Εβραίους που έγινε τώρα της μόδας). Το Ισραήλ, τμήμα της Δύσης: Πρόκειται εδώ για μια ξεκάθαρη πολιτική θέση. Αποτελεί, όμως, αυταπάτη να χαράξει κανείς τη διαχωριστική γραμμή εκεί που τελειώνει το Ισραήλ κι αρχίζει ο αραβικός κόσμος […].

Στο Ισραήλ το 60% των Εβραίων δεν είναι ασκεναζίμ (Εβραίοι ευρωπαϊκής, Δυτικής καταγωγής). Πρέπει, ως εκ τούτου, να συμπεράνει κανείς ότι στην πλειονότητά τους οι Εβραίοι του Ισραήλ δεν είναι Δυτικοί, ότι το φανταστικό σύνορο πρέπει να χαραχτεί ανάμεσα στους ασκεναζίμ και στους Ανατολίτες Εβραίους; Θα ήταν λάθος, γιατί τότε θα επρόκειτο για ζήτημα χρώματος ή τόπου γέννησης, προφοράς, κουζίνας, θρησκευτικών εθίμων, σύμφωνα μ’ έναν τρόπο σκέψης φυλετικό ή και ρατσιστικό. Αυτό που εγώ σκέφτομαι είναι ότι η γραμμή μεταξύ Δύσης και μη Δύσης, μεταξύ Δύσης και Ανατολής, δεν περνάει μεταξύ Εβραίων και Παλαιστινίων, ούτε μεταξύ ασκεναζίμ και Εβραίων της Ανατολής, αλλά διαπερνά με έναν πολύ ιδιόμορφο τρόπο τον εβραϊκό λαό – λαό ή έθνος. Εμείς, ως λαός ή θρησκευτική ομάδα, ακόμα και όσοι προερχόμαστε από τη Δυτική Ευρώπη, ποτέ δεν αποτελέσαμε μέρος της (χριστιανικής) Δύσης, ούτε καν μετά την εθνοποίηση που υπέστη ο εβραϊκός λαός. Η εθνοποίηση αυτή δεν μας μετέτρεψε σε Δυτικούς.

Για να κάνει κανείς μια ανάλυση αυτού του επαμφοτερισμού των Εβραίων θα έπρεπε ιστορικοί και φιλόσοφοι να ασχοληθούν με την σε βάθος περιγραφή της ιστορίας της ζωής των Εβραίων στη διάρκεια των διακοσίων τελευταίων χρόνων, μετά τη (ναπολεόντεια) χειραφέτηση. Γιατί ακόμα και τα κριτήρια που χρησιμοποιεί ο Δυτικός Διαφωτισμός για να κάνει τη διάκριση του κοσμικού και του θρησκευτικού, ως βασική αρχή των σύγχρονων κοινωνιών, είναι κριτήρια εντελώς ξένα για την ιστορία των Εβραίων και δεν μπορούν να εφαρμοστούν σ’ αυτήν. Για να μην μιλήσουμε για τους νόμους περί γάμου που θέσπισε το κράτος (του Ισραήλ), οι οποίοι είναι νόμοι εντελώς αντιδημοκρατικοί και επιβλήθηκαν σε όλους μας (με τις γυναίκες να αποτελούν τα κύρια θύματα), μεταθέτοντας κυνικά την ευθύνη στα θρησκευτικά κόμματα, ενώ στην πραγματικότητα εξυπηρετούν τα ρατσιστικά συμφέροντα του Κράτους για να αποφευχθούν οι «μεικτοί γάμοι» Εβραίων και μη Εβραίων (δηλαδή Αράβων). […] Ακόμα και ο διαχωρισμός που φαίνεται αυτονόητος και οι Εβραίοι τον αποδέχτηκαν ως τρόπο ζωής υποτασσόμενοι στην ευρωπαϊκή (χριστιανική) προσταγή να είναι «Εβραίοι στο σπίτι κι ανθρώπινα όντα έξω απ’ αυτό» (περίφημο σύνθημα του εβραϊκού Διαφωτισμού που επικυρώνει την ταύτιση ανάμεσα στο «να είσαι ανθρώπινο ον» και στο «να έχεις την εμφάνιση και τη συμπεριφορά ενός χριστιανού») δεν αντιστοιχεί στην ποικιλία των ιστοριών που ζήσανε οι Εβραίοι. Κάθε προσπάθεια να ενοποιηθεί το σύνολο αυτών των εμπειριών στο πλαίσιο της ιστορίας της Δύσης καταλήγει σε αποτυχία.

Μέσα από μας, η Ευρώπη θα μπορούσε να ξεπλυθεί από το αποικιοκρατικό της παρελθόν. Θα μπορούσε να μάθει να ανέχεται το Ισλάμ, το οποίο ως τρόπος ζωής είναι το αντικείμενο της πιο ολοκληρωτικής απόρριψης από την πλευρά της Δυτικής εκκοσμίκευσης. Η τραγωδία είναι ότι τα πράγματα πήγαν τελείως στραβά. Για τους λόγους που θα εξετάσω λεπτομερώς στις σελίδες αυτού του βιβλίου, η Ευρώπη, μέσα από μας, ενίσχυσε το μίσος της για το Ισλάμ και τους Άραβες: Το Κράτος μας, που παρουσιάζεται σαν ο κληρονόμος των θυμάτων του Ολοκαυτώματος (που τα περισσότερα «διαφέρανε πολύ από τους σύγχρονους Ευρωπαίους» και τα οποία τα κοροϊδεύανε με τα ίδια λόγια που χρησιμοποιούν σήμερα για να διαπομπεύσουν τους προσηλωμένους στη μουσουλμανική παράδοση) άνοιξε το δρόμο για την επιστροφή του αποικιακού.

Εάν βάλουμε στην άκρη την πίστη σε μια «αιωνιότητα» της Σιών, μια αιωνιότητα που ο οποιοσδήποτε εθνικιστής αποδίδει στο δικό του έθνος, εάν κάνουμε αφαίρεση του αρχαίου πόθου για τη Σιών, η οποία ποτέ δεν είχε εξαφανιστεί αλλά ποτέ δεν είχε μεταγραφεί σε πράξεις πριν από τη νίκη του σιωνισμού και την εθνοποίηση της εβραϊκής θρησκείας, εάν ξεχάσουμε τις προσευχές για τη λύτρωση της Σιών που κάθε μέρα αναπέμπονται από τους θρησκευόμενους Εβραίους στο Ισραήλ, όπως και στο Μπρούκλιν, στο Παρίσι ή στην Υεμένη, φτάνουμε τότε στην καθαρή λογική της τραγωδίας: Ο σιωνισμός σκεφτότανε ότι θα ήταν δυνατόν να λυθεί πολιτικά το ζήτημα της εξορίας των Εβραίων στο εσωτερικό της Ευρώπης –οι Εβραίοι ήταν οι «Ανατολίτες στους κόλπους της Δύσης»- όχι απλώς με μία Έξοδο, ούτε φεύγοντας για κάπου, οπουδήποτε αλλού, αλλά πηγαίνοντας στα βάθη των αποικιακών εδαφών της Ευρώπης, στην Ανατολή, όχι για να γίνουν τμήμα της αλλά για να γίνουν «εκεί κάτω» οι αντιπρόσωποι της Δύσης. Αυτά εκθέτει ο Χερτσλ στο προγραμματικό βιβλίο του «Το Εβραϊκό Κράτος». Αφού πρώτα περιγράψει χωρίς παραχωρήσεις το μίσος της Ευρώπης κατά των Εβραίων μετά την υπόθεση Ντρέυφους –ένα μίσος που το θεωρεί αθεράπευτο- σημειώνει: «Για την Ευρώπη θα είμαστε ένα πρόχωμα κατά της Ασίας, θα είμαστε οι υπερασπιστές του πολιτισμού κατά των αγρίων. Οι σχέσεις μας με τα έθνη της Ευρώπης θα εγγυηθούν την ύπαρξή μας ως ανεξάρτητου Κράτους». Πρόκειται για μια προφητεία πολύ διαφωτιστική, παρόλο που η βία που προαναγγέλλει δεν ασκήθηκε μονάχα κατά των Παλαιστινίων αλλά και κατά των Εβραίων των αραβικών και μουσουλμανικών χωρών που μεταφέρθηκαν στο Ισραήλ και κατά των θρησκευόμενων Εβραίων που «εκσυγχρονίστηκαν» με τη βία για να γίνουν «νέοι Εβραίοι». Με δυο λόγια, στο αποικιακό μέτωπο οι επιχειρήσεις διεξήχθησαν τόσο στο εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό.

Για την πλειονότητα των σιωνιστών, προπαντός των αριστερών σιωνιστών, αλλά και μεταξύ των θρησκευόμενων σιωνιστών, η ευθύνη για το μίσος κατά των Εβραίων έπεφτε στα ίδια τα θύματα: οι Εβραίοι ήτανε «παράσιτα», «μη παραγωγικοί», «σκοταδιστές», «καθυστερημένοι». Με άλλα λόγια, δεν ήταν πραγματικά ανθρώπινα όντα. Στην παραδοσιακή ζωή των Ευρωπαίων Εβραίων υπήρχε κάτι που έλειπε, πράγμα που σήμαινε ότι για να είναι κανονικοί άνθρωποι έπρεπε να μοιάζουν στους Δυτικούς. Οι σιωνιστές, εξάλλου, δεν είναι οι πρώτοι που συνθηκολόγησαν στο παράγγελμα: «Εκσυγχρονιστείτε». Αυτό άρχισε να γίνεται ήδη από τον 18ο αιώνα στην Ευρώπη, από τους σοφούς ιδρυτές του εβραϊκού Διαφωτισμού. Η σιωνιστική όμως συμβολή στην «εξομάλυνση» των Εβραίων (σύμφωνα με τα κριτήρια της Δύσης) συνίστατο στη φυγή προς την Ανατολή. Οι αποικιοκρατούμενοι Εβραίοι ζήτησαν να απελευθερωθούν με το να γίνουν οι ίδιοι αποικιοκράτες. Κι η απόσταση που πήραν από την Ευρώπη, πράγμα ακόμα πιο τραγικό, δεν έλυσε το «πρόβλημα». Δεν υπάρχει ούτε ένα από τα σχίσματα τα οποία διαιρούν την ισραηλινή κοινωνία που να μην μπορεί να ιδωθεί σαν επιστροφή του απωθημένου.

Η σοβαρότερη ένταση μεταξύ ασκεναζίμ και σεφαραντίμ που παρατηρούμε καθημερινά –στις γειτονιές, στα σούπερ-μάρκετ, στις σχολικές αίθουσες, στα λεωφορεία, στα νοσοκομεία- και σε πολλά πολιτικά σκάνδαλα, αντανακλά αυτήν την άλυτη αποικιακή ένταση. Εμείς έπρεπε να σας εκσυγχρονίσουμε, εσάς, που για να γλιτώσετε ήρθατε (μεταφερθήκατε) από τη Βόρεια Αφρική, την Υεμένη ή το Ιράκ. Εσείς δεν έπρεπε να μας θυμίζετε που ζούμε, δηλαδή στη Μέση Ανατολή. «Συντρίψατε το όνειρό μας»: Αυτή θα μπορούσε να είναι η έκφραση του μίσους ενάντια στους Ανατολίτες Εβραίους στο Ισραήλ (το μίσος των Εβραίων της Ανατολής απέναντι στους ασκεναζίμ είναι πασίγνωστο). Αυτή η εθνοτική ένταση όμως δεν είναι η μόνη: Υπάρχει κι η ένταση μεταξύ των υπερορθόδοξων στο «εκκοσμικευμένο» στρατόπεδο, η οποία μερικές φορές είναι τόσο βίαιη που φτάνει στο σημείο να χρησιμοποιεί τον τόνο του παραδοσιακού αντισημιτισμού σχεδόν για τους ίδιους λόγους: «Εσείς (οι χαρεντίμ, οι υπερορθόδοξοι Εβραίοι), είσαστε καθυστερημένα παράσιτα, είσαστε ό,τι λέγανε για τους πατεράδες μας οι αντισημίτες».

Όλα αυτά μπορεί να εξηγηθούν σαν μορφή ταύτισης με μια φανταστική Δύση είτε αυτή είναι η Δυτική Ευρώπη είτε η Αμερική είτε και οι δύο. Η σύγχρονη (κοσμική) εβραϊκή κουλτούρα είναι οικοδομημένη εξολοκλήρου πάνω σ’ αυτό το φαντασιακό. Ακόμα και το Ολοκαύτωμα, αν βάλουμε στην άκρη τον πολιτικό ρόλο που του αποδίδει το κράτος του Ισραήλ και το ρόλο που παίζει στην εθνική μας ιδεολογία από τη δεκαετία του 1970, παρουσιάζεται σαν «ιστορικό ατύχημα». Με άλλα λόγια, το Ολοκαύτωμα –όπως και η μετωνυμία του Άουσβιτς, μια απόμακρη κωμόπολη στη γη των Σλάβων- δεν ανήκει στη σύγχρονη Ευρώπη, δεν είναι κορύφωσή της. Από κει και πέρα, βλέπει κανείς πόσο εύκολο γίνεται να συγχωνευτεί το ανησυχητικά ανοίκειο (unheimliche) παρελθόν της Ευρώπης με τον τρόπο με τον οποίο οι Ισραηλινοί βλέπουν ή δεν βλέπουν το Ολοκαύτωμα. Προφανώς, η μετατόπιση του Χίτλερ, η αναφορά σε έναν «νέο Χίτλερ» στη Βαγδάτη (πολύ συχνή στο Ισραήλ ήδη πριν από την πρώτη αμερικάνικη επίθεση στο Ιράκ το 1991) ή στην Τεχεράνη στις μέρες μας ή μεταξύ των φτωχών του γκέττο της Γάζας, αποτελούν συμπτώματα της δικής μας τραγωδίας, της ανικανότητάς μας να δούμε ιστορικά τη ζωή μας, την εβραϊκή κατάσταση. […]

Σιχαίνομαι να μετατρέπω τη βιογραφία μου σε πολιτικό επιχείρημα. Αυτό το κόλπο έχει παραχρησιμοποιηθεί σε έργα ανειλικρινή, οδηγώντας στην υπόθεση ότι η ζωή ενός ανθρώπου μπορεί να είναι παράδειγμα για τη ζωή ενός έθνους (μια αφελής αντίληψη κληρονομημένη από τον 19ο αιώνα). Παρ’ όλα αυτά θα πω ότι γεννήθηκα στην Παλαιστίνη ένα μήνα πριν γίνει η χώρα κράτος του Ισραήλ. Η οικογένειά μου ήταν σιωνιστές: Ο πατέρας μου και η μητέρα μου βλέπανε στον σιωνισμό τη λύτρωσή τους και την ασφάλειά τους. Είχαν εγκαταλείψει την Ευρώπη εγκαίρως. Ο πατέρας μου ήταν Γερμανοεβραίος, ενεργό μέλος του SPD (του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος της Γερμανίας) και δούλευε σε ένα εργοστάσιο της πόλης του. Στις αρχές του 1933, ένα μέλος του κομματικού του πυρήνα του ζήτησε να μην ξαναπάρει μέρος στις συνελεύσεις τους γιατί «δεν ήταν πρέπον». Μεγάλωσα μέσα στην περιφρόνηση του σωβινισμού και κάθε μορφής ρατσισμού που πάντα τον συγκρίναμε με το ρατσισμό της ναζιστικής Γερμανίας. Η μητέρα μου προερχόταν από τη Ρίγα κι ήταν μέλος του Μπετάρ, ενός δεξιού σιωνιστικού κινήματος. Το είχε εγκαταλείψει πριν να γεννηθώ, αλλά η βαθιά συναισθηματική της αγάπη «για όλους τους Εβραίους απ’ όπου κι αν προέρχονταν» (πράγμα που σήμαινε στο νεαρό τότε κράτος του Ισραήλ «ακόμα και τους Ανατολίτες») και το άνοιγμά της στα αντιθρησκευτικά αισθήματα (που ήταν βαθιά ριζωμένα στα σιωνιστικά κινήματα νεολαίας στις αρχές της δεκαετίας του ’60) αποτέλεσαν τμήμα της προσωπικής μου κληρονομιάς, όσο μπορεί κάτι τέτοιο να έχει σημασία. Ο παππούς μου από την πλευρά της μητέρας, γεννημένος στο Βέλγιο, κρύφτηκε κατά τη διάρκεια του πολέμου σε ένα φλαμανδικό αγρόκτημα. Ο πατέρας του πέθανε στο Άουσβιτς. Η μητέρα της γυναίκας μου ήταν Εβραία από το Μαρόκο. Η γλώσσα μας, αυτή που χρησιμοποιούμε για να φωνάζουμε συνθήματα στις διαδηλώσεις ή για να διαβάζουμε τις καθημερινές φρικαλεότητες της αποικιοκρατίας, είναι η εβραϊκή. Ο σιωνισμός μας έκανε μέλη ενός έθνους. Αλλά συμβαίνει να μην είμαι μόνο ο γιος των γονιών μου, είμαι κι ο πατέρας του γιου μου. Τι θα του πω την ημέρα που θα με ρωτήσει για την καταστροφή της Μέσης Ανατολής; Τι θα του πω όταν θα με ρωτήσει ποια τρέλα μας έκανε να έχουμε αίμα στα χέρια μας; Θα χρειαστεί να του εξηγήσω ότι τα πόδια και τα χέρια είναι της Δύσης, αλλά εμείς είμαστε οι μπότες κι οι σιδερογροθιές. Κι όταν θα με ρωτήσει σε ποιον ανήκει όλο αυτό το αίμα που χύθηκε, θα του απαντήσω: Δεν μπορώ να διακρίνω, όχι μόνο γιατί δεν μπορούμε να το ξεχωρίσουμε από τη μυρωδιά, την πυκνότητα ή το χρώμα, αλλά επίσης και γιατί είναι δικό μας και δικό τους, και δεν είναι καθόλου λίγο.

_____________________________________________________________________________________________

Το κείμενο αποτελεί τον πρόλογο του βιβλίου: Ο μύθος του φιλελεύθερου σιωνισμού: Οι «συγγραφείς της ειρήνης» στο Ισραήλ, που εκδόθηκε από τις εκδόσεις «Άγρα» το 2011, σε μετάφραση Σάββα Μιχαήλ.

_____________________________________________________________________________________________

Ο συγγραφέας είναι ένας διακεκριμένος Ισραηλινός ποιητής, μυθιστοριογράφος και πολιτικός ακτιβιστής. Για χρόνια αρθρογράφος στην καθημερινή εφημερίδα Χααρέτζ, εκδίδει τώρα το ανεξάρτητο περιοδικό λογοτεχνίας και πολιτικής σκέψης Μίτααμ. Ζει στο Τελ Αβίβ. Στο βιβλίο του «Ο μύθος του φιλελεύθερου σιωνισμού» ασκεί δριμεία κριτική στους λεγόμενους «συγγραφείς ης ειρήνης» στο Ισραήλ (Αμός Οζ, Α.Μπ. Γεοσούα, Νταβίντ Γκρόσσμαν). Όπως δήλωσε και ο ίδιος σχετικά: «Αυτό που ήθελα να αποδείξω είναι ο ρόλος που έπαιξε η σιωνιστική Αριστερά για να σφυρηλατήσει το τόσο διαδεδομένο σήμερα αντιπαλαιστινιακό αίσθημα».

_____________________________________________________________________________________________

Σόρτλινκ: http://wp.me/p1pa1c-dng

Advertisements