Βίτσια βιαστών της δημοκρατίας

Posted on 8 Οκτώβριος, 2011 7:43 μμ από

11


Έχουν ειπωθεί τόσα σχετικά με το πως αντιμετωπίζεται όποιος τολμήσει να διαμαρτυρηθεί ενάντια στα οικονομικά μέτρα της κυβέρνησης, που ακόμα και ανάμεσα σε ανθρώπους που τάσσονται υπέρ της κυβερνητικής πολιτικής, υπάρχουν πρόσωπα που μιλούν με τα χειρότερα λόγια για την αστυνομία. Συχνά βέβαια την αντιμετωπίζουν σαν ασώματη κεφαλή που, όταν δέρνει διαδηλωτές, δεν εκτελεί απλώς πολιτικές εντολές του Υπουργείου Προ.Πο. αλλά λειτουργεί προβληματικά επειδή ανάμεσά της υπάρχουν κάποια μεμονωμένα μεν, αρκετά ώστε να δημιουργούν πρόβλημα δε, καθάρματα. Πάντως, η αστυνομική βαρβαρότητα αναγνωρίζεται πλέον ευρέως ως μείζον πολιτικό ζήτημα. Ειδικά όμως μετά την κτηνώδη καταστολή ενάντια στις συγκεντρώσεις των 28 και 29 Ιουνίου, όπου το «μεσοπρόθεσμο» ψηφιζόταν σε μια θλιβερή για την κυβέρνηση ατμόσφαιρα που αναδείκνυε με τον καλύτερο τρόπο την οριστική ρήξη ανάμεσα σε λαϊκή βούληση και πολιτική εξουσία, με το κέντρο της Αθήνας γεμάτο από διαδηλωτές και τη βουλή περικυκλωμένη από ματατζήδες, άρχισε να φαίνεται ότι έχουν μάλλον περάσει οι εποχές όπου η κοινή γνώμη γύρω απ’όσα συμβαίνουν στο δρόμο διαμορφώνεται αποκλειστικά από τα μονόλεπτα «ρεπορτάζ» των μεγάλων καναλιών, με τις προσεκτικά επιλεγμένες τους εικόνες και τις ηθελημένα θολές αναφορές σε «επεισόδια». Οι διαδηλωτές διαμαρτύρονται, αλλά επίσης καταγράφουν, μεταδίδουν, ανεβάζουν βίντεο, ενημερώνουν σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης και μπλογκς. Τα ΜΜΕ αντί να διαμορφώνουν πρώτα την εικόνα, αναγκάζονται να δουλέυουν με την ήδη διαμορφωμένη και αν θέλουν να διατηρήσουν κάποια φαινομενική αξιοπιστία, είναι πλέον υποχρεωμένα να λένε και κάποιες αλήθειες. Έτσι δε με εκπλήσσει και τόσο που ξαφνικά βλέπουμε αστέρες των τηλεοπτικών παραθύρων να λένε ορθά-κοφτά ότι στη συγκέντρωση της Τετάρτης, οι αστυνομικοί εφάρμοσαν εντολή απαγόρευσης διαδηλώσεων. Όπως δεν με εκπλήσσει που και τα πλέον αντιδραστικά μέσα που συστηματικά συκοφαντούν κινήματα και βρίζουν απεργούς, αναγκάζονται να πουν ότι η αστυνομία χρησιμοποιεί «υπέρμετρη βία», ακόμα κι αν επιμένουν στις συγκεχυμένες αναφορές σε «επεισόδια», υποννοώντας πάντα ότι «η πέτρα έφερε το γκλομπ» και ότι η βία θα ήταν δικαιολογημένη αν υπήρχε λίγη περισσότερη «αυτοσυγκράτηση». Είναι επίσης σαφές ότι σε περιπτώσεις όπου υπάρχουν ξυλοδαρμοί δημοσιογράφων, αυτοί που διαμορφώνουν τα δελτία των 8 δε δείχνουν τον ίδιο ζήλο που έδειχναν παλιότερα στο να ωραιοποιούν την κρατική βία.

Όλα αυτά είναι βέβαια σημάδια των καιρών, μόνο που δε φαίνονται να απασχολούν καθόλου το βασικό υπεύθυνο για τον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση εθνικοσοσιαλιστών τραπεζοτσολιάδων, παρέα με μια κλίκα νεοφιλελεύθερων εγκληματιών γεωπολιτικης κλίμακας, επιβάλλουν μέτρα που αποφασίζουν πίσω από κλειστές πόρτες, με το γκλομπ στο ένα χέρι και το δακρυγόνο στο άλλο. Φαίνεται δε ότι ο Χρήστος Παπουτσής έχει το βίτσιο να εμφανίζεται ως άνθρωπος με δημοκρατικές ευαισθησίες την ίδια στιγμή που τα ίδια του τα λόγια φανερώνουν ότι έχει πάψει να τηρεί το παραμικρό δημοκρατικό πρόσχημα, σαν τους δικτάτορες που αρέσκονται σε γραφικές δηλώσεις όπου παριστάνουν ότι τηρούν συντάγματα και νόμους που έχουν καταλύσει και σέβονται θεσμούς που έχουν αχρηστεύσει.  Έτσι δεν είναι να τρελαίνεσαι που σε συνέντευξη που έδωσε στο Γιώργο Αυγερόπουλο (ο οποίος είχε πέσει και ο ίδιος θύμα αστυνομικής βαρβαρότητας), ο υπουργός Προ.Πο. υποστήριξε ότι είναι άδικο να κατηγορείται η αστυνομία για βαρβαρότητα και μίλησε για «εξαιρέσεις του κανόνα» που δεν μπορούν να αμαυρώσουν το έργο μιας αστυνομίας που λειτουργεί μέσα στα πλαίσια του συντάγματος και του νόμου! Αξίζει να ρίξετε μια ματιά στα αποσπάσματα του διαλόγου τους για να δείτε πόσο ελεύθερα του βγαίνει ο βιασμός της λογικής με τον οποίο θα ασχοληθούμε. Ούτε στριμώχνεται ιδιαίτερα, ούτε αντιμετωπίζεται με ιδιαίτερη επιθετικότητα από το δημοσιογράφο, τουλάχιστο στο ξεκίνημα. Τον παραληρηματικό τόνο του υπουργού θα ζήλευε σίγουρα κι ο εκπρόσωπος τύπου της ΕΛ.ΑΣ. που συχνά αντιμετωπίζει το θυμό δημοσιογράφων, αφού έχει το θράσος να τους βγάζει ψεύτες, μαζί με χιλιάδες πολίτες, ή να αμφισβητεί τα αμέτρητα ντοκουμέντα που κυκλοφορούν στο διαδύκτιο και προβάλλονται από τα μέσα. Η προκλητική στάση του Παπουτσή δεν αποτελεί τίποτα άλλο από δήλωση πολιτικής κάλυψης για τη συνέχιση των ίδιων δολοφονικών πρακτικών από τα ΜΑΤ.

Ο υπουργός τραμπουκισμού δήλώνει σε τόνους που δε σηκώνουν αμφισβήτηση:

«Πρώτα από όλα δεν επιχειρεί η κυβέρνηση, η αστυνομία επιχειρεί.»

Μετάφραση: Εγώ απλώς δίνω γενικόλογες εντολές τύπου «θέλω το κέντρο ασφαλές» ή το πολύ να πω «κρατήστε τη βουλή ανοιχτή», αν τώρα η υλοποίηση αυτής της εντολής συνεπάγεται ότι ξυλοκοπούνται αθώοι πολίτες ή οτι εξαπολύεται μια χημική επίθεση που είναι αδιανόητη σε καιρούς ειρήνης, δε φταίω εγώ. Παρ’ όλα αυτά θα δικαιολογήσω τις εν λόγω εγκληματικές πρακτικές όσο καλύτερα μπορώ, μια και αντιλαμβάνομαι ότι κι οι μπάτσοι δεν έχουν όρεξη να παίρνουν πάνω τους ολόκληρη την ευθύνη για το αποτέλεσμα των δικών μου εντολών:

«Όμως είναι άδικο να θεωρεί κάποιος ότι η αστυνομία δρα με βαρβαρότητα. Είναι άδικο, έξω από κάθε λογική και πολύ μακριά από την πραγματικότητα.

Η αλήθεια είναι ότι υπάρχουν περιπτώσεις όπου ορισμένοι αστυνομικοί ξεφεύγουν από τα όρια της επιχειρησιακής τους ευθύνης, ορισμένοι επιδεικνύουν μια συμπεριφορά η οποία είναι εκτός του πλαισίου των κανόνων εμπλοκής που προβλέπεται από τους κανονισμούς τους και επιπλέον, σε ορισμένες περιπτώσεις, χρησιμοποιούν βία περισσότερη από εκείνη που επιτρέπεται από την άσκηση νόμιμης κρατικής βίας,
όπως προβλέπεται από το Σύνταγμα και την αποστολή τους. Αυτές οι περιπτώσεις, αυτές οι εξαιρέσεις του κανόνα, σε καμία περίπτωση δε μπορούν να αμαυρώσουν και να ακυρώσουν τις προσπάθειες του συνόλου της αστυνομίας, που επιχειρεί με κάθε τρόπο να λειτουργήσει μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος και των νόμων

Ασφαλώς υπάρχουν και λαϊκιστές, όπως ο Ν. Χατζηνικολάου, ο οποίος υποστήριξε ότι την Τετάρτη η αστυνομία κατέλυσε πλήρως το δικαίωμα στη συνάθροιση, αφού ήταν φανερό ότι διέλυε τους διαδηλωτές κάθε φορά που άρχιζαν να μαζεύονται. Την πρακτική αυτή την εφάρμοσαν για άλλη μια φορά χωρίς καμία νομιμοφανή δικαιολογία, ή εκμεταλλευόμενοι μικροεπεισόδια όπως μερικές ρίψεις πλαστικών μπουκαλιών, διαλύοντας για ώρες κάθε απόπειρα συνάθροισης 20.000 ανθρώπων. Αλλά το πως η επαναστατική αριστερά, αν όχι η αναρχία, κατάφερε να προσυλητίσει τον αγαπημένο άνκορμαν του πολιτικού-δημοσιογραφικού συναφιού της χώρας, είναι μια άλλη ιστορία, οπότε το αφήνουμε αυτό και συνεχίζουμε αναλογιζόμενοι ότι όταν οι μπάτσοι του Παπουτσή αφήνουν κανέναν αιμόφυρτο και κουφαίνουν κανένα δημοσιογράφο παραπάνω, αυτό που ποτέ δεν κάνουμε είναι να σκεφτούμε και τις κοινωνικές συνθήκες που τους οδηγούν σε κάτι τέτοιο. Είναι άνθρωποι κι αυτοί, με ανησυχίες και συναισθήματα, τι θέλετε να κάνουν;

«Μην ξεχνάμε επίσης ότι η αστυνομία είναι παιδιά του ελληνικού λαού. Νέοι άνθρωποι κατά κύριο λόγο, εργαζόμενοι, όχι πολύ υψηλά αμειβόμενοι, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την κοινωνική τους συμπεριφορά και τη στάση ζωής τους, αλλά και για τα συναισθήματά τους σε μια στιγμή έντασης

Ο δημοσιογράφος βέβαια εκφράζει το σκεπτικισμό του σχετικά με το κατά πόσο οι εντολές της πολιτικής ηγεσίας προς την αστυνομία είχαν καθόλου να κάνουν με αυτοσυγκράτηση, όπως ισχυρίζεται ο Παπουτσής, οπότε ο δεύτερος καταλαβαίνει ότι είναι ώρα να εξηγήσει τις «ιδιαίτερες συνθήκες». Κι η αυτοσυγκράτηση έχει όρια, όταν παίζεται το μέλλον της δημοκρατίας:

«Ήταν αυτοσυγκράτηση, σε καμία περίπτωση μάχη σώμα με σώμα και βεβαίως, ο μείζων στόχος εκείνων των ημερών ήταν να μην υλοποιηθούν τα σχέδια όλων εκείνων, οι οποίοι οργάνωναν την κινητοποίηση για να μην ψηφίσει η βουλή, για να σταματήσει δηλαδή, η λειτουργία της δημοκρατίας. Για να μην περάσουμε στην ψήφιση του νομοσχεδίου.»

Μετά τα σχέδια «κάποιων» για «νύχτα των κρυστάλλων» – η οποία, κατά την πασοκική ανάγνωση της ιστορίας, δεν ήταν ρατσιστικό πογκρόμ, αλλά μάλλον μια νύχτα όπου έσπασαν τζαμαρίες τραπεζών – που επικαλούνταν ο Χρυσοχοϊδης για να δικαιολογήσει μερικές χιλιάδες παράνομες και αντισυνταγματικές προληπτικές συλλήψεις στην επέτειο της δολοφονίας του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, μετά τα σχέδια «κάποιων» να γίνει χαμός στην Αθήνα με τους μετανάστες απεργούς πείνας, τους οποίους έφεραν στη νομική, λέει, ώστε να τους σκοτώσουν τα ΜΑΤ στο ξύλο – πράγμα που είναι εξάλλου αυτονόητα σωστό και δημοκρατικό – ώστε να προκληθεί γενικευμένος ξεσηκωμός, το κάθε ανεκδιήγητο φασισταριό που αναλαμβάνει τη «δημόσια τάξη» της χώρας νιώθει ελεύθερο να παραβιάζει όποια συνταγματικά δικαιώματα θέλει, επικαλούμενος κάποιο «σχέδιο κάποιων», χωρίς να υποχρεώνεται καν να αποδείξει τους ισχυρισμούς του. Ο Αυγερόπουλος δε φαίνεται να πιστεύει ότι θα συνέβαινε κάτι τέτοιο, οπότε ο Παπουτσής του απαντά «Εάν δεν ήταν οι αστυνομικές δυνάμεις, βεβαίως». Τελειώσαμε και μ’αυτό.

Αυτό που φαντάζομαι όμως ότι κανένας δεν περίμενε να ακούσει ποτέ του είναι ότι οι εικόνες χημικού πολέμου με το κέντρο της Αθήνας να έχει πνιγεί στους καπνούς και εκατοντάδες ανθρώπους να έχουν σοβαρά αναπνευστικά προβλήματα, δεν οφειλόταν στην αστυνομία αλλά -πού αλλού- στους διαδηλωτές:

«Από εκεί και πέρα ξεκίνησαν όλα και πολύ περισσότερο, όπως εξήγησα στη Βουλή, υπήρχε ένας πολύ μεγάλος αριθμός καπνογόνων από την πλευρά των διαδηλωτών προς τους αστυνομικούς, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ένα νέφος που εμπόδιζε την ορατότητα

Όλα κι όλα όμως, αυτό δεν αναιρεί ότι έπεσαν και πολλά δακρυγόνα. Το ότι πέφτουν «επι δικαίων και αδίκων», που θα’λεγε κι ο καλύτερος «ισορροπιστής» άνκορμαν, είναι επίσης μια αλήθεια που ένας άνθρωπους με δημοκρατικές ευαισθησίες δε θα μπορούσε να αρνηθεί. Ποιος φταίει ομως γι’αυτό;  Σίγουρα όχι ο Παπουτσής. Και σίγουρα ούτε η αστυνομία.

«Ως προς την υπερβολική χρήση δακρυγόνων, φυσικά και έγινε, το είπα και στη Βουλή και θεωρώ ότι και εκεί κάποια στιγμή κάποιοι έριξαν παραπάνω δακρυγόνα από όσο έπρεπε. Αλλά μην ξεχνάμε ότι τα δακρυγόνα δεν είναι μέσο με το οποίο αντιμετωπίζεις απευθείας αντιπαράθεση, αλλά είναι μέσο το οποίο χρησιμοποιείται στο σύνολο των συγκεντρώσεων

Προφανώς φταίνε τα ίδια τα δακρυγόνα.

Ο Αυγερόπουλος νιώθει την ανάγκη να του πει ότι δεν είδε πουθενά διαδηλωτές να ρίχνουν καπνογόνα, μάταιος κόπος όμως. Του δημιουργείται επίσης η απορία, αφού, με εξαίρεση τα δακρυγόνα, η υπόλοιπη βία που χρησιμοποιήθηκε ήταν στοχευμένη, τότε σε ποιο συμπέρασμα οδηγεί το γεγονός ότι τα ματ δεν ξυλοκόπησαν μόνο διαδηλωτές, αλλά και γιατρούς και…

«Και δημοσιογράφους. Και θέλω να μείνω σε αυτό με τους δημοσιογράφους. Γιατί κάποτε και εκείνοι πρέπει να συνεννοηθούν με την πολιτεία. Το θεωρώ δε αδιανόητο, πώς γίνεται σε άλλες χώρες να συνεννοούνται και να φορούν διακριτικά γιλέκα, και στην Ελλάδα όχι.»

Και έχουμε την αποκάλυψη, λοιπόν: Το αν θα τρώει κανείς ξύλο από τα γουρούνια του Παπουτσή δεν εξαρτάται καν από το αν κάνει κάτι παράνομο – που έτσι κι αλλιώς είναι αδιανόητο να ξυλοκοπείται, σε μια δημοκρατία τουλάχιστο – αλλά από το αν φοράει κάτι που καθιστά σαφές ότι δεν είναι διαδηλωτής, αλλά δημοσιογράφος. Και αφού οι δημοσιογράφοι ασφαλώς δεν πετούν ούτε μολότωφ, ούτε πέτρες για να μπερδευτούν με «μπάχαλους», αυτό που μας λέει ο Παπουτσής είναι ότι οι δημοσιογράφοι τρώνε ξύλο επειδή τα ματ τους περνούν για αθώους διαδηλωτές. Και φταίνε, επιμένει, οι ίδιοι που δε φορούν ειδικά διακριτικά γιλέκα που θα τους διαχωρίζουν από άλλους, στη συντριπτική τους πλειοψηφεία εξίσου αθώους, πολίτες, οι οποίοι μπορεί να πέφτουν θύματα αστυνομικής βίας κι ούτε γάτα ούτε ζημιά. Κυνικότερη (και ηλιθιότερη) ομολογία κρατικής βαρβαρότητας δε θα μπορούσε να υπάρξει.

Κάπου εδώ νιώθει ότι η συνέντευξη πηγαίνει τόσο καλά και η ρητορική του είναι τόσο πειστική που θα καταφέρει να δικαιολογήσει και το γεγονός ότι τρώνε ξύλο άνθρωποι που σίγουρα δεν έχουν κάνει τίποτα άλλο από το να ασκούν ένα συνταγματικά κατοχυρωμένο τους δικαίωμα:

«Από την άλλη πλευρά μην ξεχνάμε ότι όταν ο άλλος δε βλέπει, πώς μπορεί να διακρίνει ποιος είναι ο καλός και ποιος είναι ο κακός, ποιος είναι εκείνος ο οποίος έχει στο μυαλό του μόνο τη διαμαρτυρία και ποιος είναι εκείνος, ο οποίος πέραν της διαμαρτυρίας έχει στο μυαλό του την επιλογή της βίας; Γιατί μην ξεχνάμε ότι εδώ υπήρχαν ορισμένοι, οι οποίοι είχαν επιλογή τη βία.»

Οι μπάτσοι λοιπόν δε βλέπουν – ό,τι σκατά κι αν σημαίνει αυτό – οπότε πως περιμένετε να δείρουν τα σωστά άτομα και να αφήσουν ήσυχα τα λάθος;  Θα περίμενε κανείς ότι μετά τις κολοσιαίες ηλιθιότητες που μας ταΐζει ο  Παπουτσής, το μόνο λογικό συμπέρασμα θα ήταν ότι πρέπει να καταργηθούν και τα ΜΑΤ που δε βλέπουν και τα δακρυγόνα που πέφτουν «επι δικαίων και αδίκων»;  Όχι βέβαια, αυτά είναι αριστερίστικοι λαϊκισμοί.

Ο υπουργός δημοσίου ανοίγματος κεφαλιών και κάλυψης των δραστών νιώθει την ανάγκη να αναφερθεί και στις πέτρες που πετούσαν κάποιοι στα ΜΑΤ – πράγμα που μετά απ’όλα αυτά, επικροτώ – με αποτέλεσμα να θυμίσει στο δημοσιογράφο ότι εκτός όλων των άλλων, τα ΜΑΤ πετούσαν και πέτρες στους διαδηλωτές αποκτώντας έτσι το προνόμιο να καταγράψει  ακόμα ένα μνημείο βλακώδους συγκατάβασης με την οποία ο Παπουτσής παρέχει πολιτική κάλυψη σε εγκληματικές πράξεις της αστυνομίας:

«Απαράδεκτο. Το καταδίκασα και στη Βουλή και παντού. Αλλά δεν ήταν επειδή έσπαγαν τα μάρμαρα για να πετάξουν τις πέτρες. Ήταν προφανώς είτε γιατί δεν είχαν άλλα μέσα εκείνη την ώρα για να αντιπαρατεθούν, είτε γιατί, πράγμα που είναι γεγονός, ξέφυγαν από τους κανόνες της εμπλοκής τους.»

Αφήνω στην κρίση του αναγνώστη την ανοησία ενός ανθρώπου που μέσα σ’όλα αυτά θεώρησε «ελαφρυντικό» το ότι οι μπάτσοι τουλάχιστο δεν έσπασαν νέα μάρμαρα, όπως κάποιοι διαδηλωτές, αλλά πετούσαν τα ήδη σπασμένα. Το μόνο σίγουρο είναι ότι τη γλίτωσαν με κάποιες «πολύ αυστηρές παρατηρήσεις». Τα θύματά τους με πόσα ανοιγμένα κεφάλια να τη «γλίτωσαν» άραγε;

Έπειτα, ο δημοσιογράφος ρωτάει αν ένα κομμάτι της εκπαίδευσης της αστυνομίας συμβάλλει στο φανατισμό με τον οποίο αντιμετωπίζουν τους διαδηλωτές, μια και είναι γνωστό άλλωστε το δόγμα του «εσωτερικού εχθρού», του «εμφυλίου» κλπ. Ο Παπουτσής συμφωνεί, λέει ότι αυτή είναι η μεγάλη του αγωνία, μόνο που δε μας λέει τι κάνει, ή αν σχεδιάζει να κάνει οτιδήποτε γι’αυτό.

Κερασάκι στην εθνικοσοσιαλιστική τούρτα; Η «λύπη» του για το Μανώλη Κυπραίο που έμεινε κουφός χάρη στο εθνοσωτήριο έργο των κρατικών δολοφόνων που του επιτέθηκαν, συνοδευόμενη από ένα πολιτικάντικο λογύδριο που γίνεται όλο και πιο εμετικό όσο αναλογίζεται κανείς ότι προέρχεται από τον ίδιο άνθρωπο που προεξόφλησε ότι δεν πρόκειται να υπάρξει τιμωρία για τους θύτες, μια και μόναδικό στοιχείο της υπόθεσης είναι η «αμελητέας δικανικής σπουδαιότητας» προσωπική μαρτυρία του θύματος. Το ίδιο έγινε εξάλλου και στην περίπτωση Καφκά και σε άλλες περιπτώσεις, με την πολιτική ηγεσία να κλείνει επιδεικτικά το μάτι στους ένστολους δολοφόνους, οι οποίοι μπορούν να ανακουφιστούν στη σκέψη ότι μπορούν να ξανακάνουν τα ίδια και την επόμενη φορά χωρίς να κινδυνεύουν από κάποια τιμωρία. Παραθέτω τα λόγια του χωρίς άλλο σχολιασμό:

«Λυπήθηκα πάρα πολύ για τον άνθρωπο. Ένας δημοσιογράφος, ο οποίος είτε έκανε είτε δεν έκανε τη δουλειά του, εμένα δεν με απασχολεί, δημοσιογράφος είναι και ως δημοσιογράφος…
Ναι, οποιοσδήποτε πολίτης ( θα τον λυπούσε αν πάθαινε το ίδιο), αλλά πέραν του πολίτη είναι και δημοσιογράφος, ο οποίος είτε είναι σε αποστολή είτε δεν είναι, είναι πάντα δημοσιογράφος. Νοιάζεται για την είδηση, νοιάζεται για το γεγονός, παρακολουθεί το γεγονός εκ του σύνεγγυς. Και βεβαίως ήτανε ένα πολύ άτυχο γεγονός, το οποίο θα τον επηρεάσει στη ζωή του. Ελπίζω να μην είναι μόνιμη η βλάβη και να αποκατασταθεί σιγά σιγά και με το χρόνο

Και μέσα σ’όλα αυτά, το βίτσιο του να παριστάνει ότι οι πρακτικές του έχουν την παραμικρή σχέση με δημοκρατία, κορυφώνεται όταν δηλώνει ότι θέλει πραγματικά να γίνονται διαδηλώσεις εναντίον του και εναντίον της κυβέρνησής του:

«Σημασία έχει ότι τίποτα από όλα αυτά δεν έπρεπε να γίνει. Απολύτως τίποτα. Αντίθετα θα μπορούσαν να γίνουν πολύ δυνατές διαδηλώσεις, πολύ μαζικές διαδηλώσεις. Εγώ πιστεύω στην αξία της οργανωμένης πολιτικής έκφρασης.

Θεωρώ δε ότι ήταν μάλλον και εθνική ανάγκη να εκφραστεί ο λαός σε μία τέτοια περίοδο, όπου η πίεση η οποία ασκείται στη χώρα είναι ασφυκτική. Και μιλώ για μία πίεση πάρα πολύ μεγάλη, πρωτόγνωρη. Ποτέ η Ελλάδα δεν είχε ξαναζήσει τέτοιου είδους πίεση σε όλα τα επίπεδα, και στον τομέα της οικονομίας και στον τομέα της πολιτικής. Και αυτό βεβαίως έχει και κοινωνικές επιπτώσεις.

Θα ανησυχούσα δε πάρα πολύ αν δεν είχαμε μαζικές κινητοποιήσεις και αν ο κόσμος δεν εκφραζόταν με τον τρόπο που εκφράστηκε. Ούτως ή άλλως, οι αλλαγές που καλείται ο καθένας να αντιμετωπίσει είναι μεγάλες. Και οι αλλαγές που θα έρθουν είναι επίσης πολύ μεγάλες.»

Να υποθέσει κανείς ότι όπως ο Παπουτσής και η παρέα του θεωρούν ότι η λαϊκή οργή πρέπει να εκδηλώνεται, όχι για να συμμορφώνεται η κάθε κυβέρνηση με τη λαϊκή βούληση, αλλά για να εκτονώνουν οι πληβείοι κάπου το θυμό τους, έτσι και η αυξανόμενη κρατική βαρβαρότητα των ημερών του αποτελεί τον αντίστοιχο τρόπο για να  εκτονώνουν το θυμό τους τα μαντρόσκυλα της εξουσίας;

http://wp.me/p1pa1c-daL

Advertisements