Όταν η τζαζ έγινε η «μαύρη μουσική δωματίου»

Posted on 24 Σεπτεμβρίου, 2011 10:34 μμ από

22


Για αρκετό διάστημα η τζαζ υπήρχε κυρίως ως χορευτική μουσική που παιζόταν από μεγάλες ορχήστρες σε γλέντια ή υπερπολυτελή κέντρα, αλλά στα μέσα της δεκαετίας του ’40 μεταλλάχθηκε στη bebop και αργότερα στη hard bop προσφέροντας μας κάποιες από τις πιο ξεχωριστές μουσικές του 20ου αιώνα. Καθοριστική σ’αυτή τη μετάλλαξη ήταν η συμβολή του σαξοφωνίστα Charlie Parker, ο οποίος αποστασιοποιήθηκε συνειδητά από το ρόλο του διασκεδαστή των dance halls για να υιοθετήσει αυτόν του καλλιτέχνη και διαννοούμενου. Είχε πει ότι πριν αποφασίσει να παίξει πρώτη φορά σε κοινό, μελετούσε τουλάχιστο 10 ώρες την ημέρα. Ήταν η εποχή όπου αψηφώντας το καθιερωμένο τέμπο στα 4/4 του swing, ξεκίνησε να παίζει σε διπλάσια ταχύτητα και να εισάγει νέες αρμονικές ιδέες, ουσιαστικά ξαναγράφοντας το «λεξιλόγιο» του τζαζ μουσικού από την αρχή, με αποτέλεσμα να είναι σχεδόν αδύνατο να βρει κανείς σήμερα σαξοφωνίστα που οι φράσεις του να μην έχουν επηρρεαστεί από αυτές του «Bird» ακόμα κι αν δεν το ξέρει.
Για το νέο αυτό στυλ που προέκυψε με τη συμβολή και άλλων μουσικών, όπως ο τρομπετίστας Dizzy Gillespie και οι πιανίστες Bud Powell και Τhelonious Monk (με τους οποίους θα ασχοληθούμε μετά), επικράτησε η ονομασία bebop, όρος που μιμείται ηχητικά τους φωνητικούς αυτοσχεδιασμούς κάποιων τραγουδιστών (χαρακτηριστικό παράδειγμα η Ella Fitzerald) και θεωρήθηκε «η μοντέρνα τζαζ» χάρη στα γρήγορα της τέμπο, τα θέματα των κομματιών που περιείχαν πολύπλοκες μελωδίες και αρμονία, αλλά και τους εκτεταμένους αυτοσχεδιασμούς στους οποίους επιδίδονταν οι μουσικοί της. Προς το τέλος της δεκαετίας η μουσική αυτή είχε αρχίσει να αποκτά υπολογίσιμο κοινό ενώ εμφανίζονταν και νέοι καλλιτέχνες που επιδίωκαν να παίζουν σε κοινό που εκτιμούσε τη μουσική τους, σε μικρούς χώρους και με ατμόσφαιρα που να τους ενέπνεε. Για τους τζαζ μουσικούς, ήταν σα να είχαν αρχίσει να βρίσκουν μια διέξοδο από την καλλιτεχνική και κοινωνική πραγματικότητα της εποχής. Παρόλ’αυτά, αρκετοί δεν κατάφεραν να μείνουν μακριά από τις εξαρτήσεις, οι οποίες συχνά συνόδευαν τον εργαζόμενο μουσικό που έπρεπε να παίζει μπροστά σε κοινό ως και δέκα ώρες συνεχόμενα. Μάλιστα δεν είναι λίγοι αυτοί που θεωρούν ότι ο θαυμασμός των τζαζ μουσικών και της «μπητ γενιάς» προς τον Charlie Parker, ο οποίος έζησε μια ταραγμένη ζωή και ήταν διαβόητος για τις καταχρήσεις του, συνέβαλε αποφασιστικά στη δημιουργία του μύθου ότι τέχνη και ουσίες πάνε μαζί.

Ακούστε
Charlie Parker:
Ornithology, 1945
Yardbird Suite, 1945
Dizzy Gillespie:
52nd Street Theme, 1947
Night In Tunisia, 1947

Έχει υποστηριχθεί συχνά ότι η επέκταση του στυλ της bebop προς τη hard bop στα μέσα του ’50 αποτέλεσε μία περισσότερο ή λιγότερο συνειδητή προσπάθεια να αναχθεί η τζαζ σε φορέα έκφρασης του αφροαμερικανικού πολιτισμού. Το σίγουρο είναι ότι εκείνη την περίοδο, μουσικοί όπως ο πιανίστας Horace Silver και ο ντράμερ Αrt Blakey με τους «Jazz Messengers» του αποφάσισαν να έχουν μικρότερες, αλλά σταθερές, καλοπροβαρισμένες μπάντες που έγραφαν δικά τους κομμάτια αντί να παίζουν συνεχώς στάνταρντς. Η μουσική τους θεωρήθηκε η πεμπτουσία της hard bop, δίνοντας περισσότερη σημασία στις blues επιρροές της αφροαμερικάνικης μουσικής, αλλά έχοντας και μεγαλύτερη ρυθμική ποικιλία. Τα θέματα των κομματιών έγιναν λιγότερο πολύπλοκα και απαιτητικά στην εκτέλεση, αλλά η εκτελεστική δεξιοτεχνία των μουσικών συνέχισε να λάμπει μέσα από τα αυτοσχεδιαστικά σόλο τους. Το νέο ύφος υιοθετήθηκε από αρκετούς από τους τζαζ μουσικούς που είχαν αρχίσει να αναδεικνύονται την προηγούμενη δεκαετία, ενώ σημαντικό ρόλο στην καταγραφή και την προώθησή αυτής της μουσικής έπαιξαν εταιρείες όπως η Blue Note Records και η Impulse!, διαμορφώνοντας σε μεγάλο βαθμό τον ήχο αλλά και την αισθητική πολλών τζαζ δίσκων και με ένα μεγάλο ποσοστό των καλύτερων μουσικών της εποχής να ηχογραφούν γι’αυτές τουλάχιστο σε κάποια φάση της καριέρας τους.

Ακούστε
Art Blakey & The Jazz Messengers:
Moanin’, 1958
Crisis, 1960
Free For All, 1964
Horace Silver:
Song For My Father, 1964
Nutville, 1965

Ο John Coltrane ήταν ίσως ο σημαντικότερος σαξοφωνίστας από την εποχή του Charlie Parker και αναδείχθηκε σε εμβληματική μορφή της μουσικής του 20ου αιώνα χάρη στο πάθος με τον οποίο έπαιζε, αντιμετωπίζοντας τη μουσική του σαν όχημα πνευματικής έκφρασης. Έχοντας παίξει με τον Miles Davis για κάποιες ηχογραφήσεις, φάνηκε να βρίσκει τη δική του φωνή από τον προσωπικό του δίσκο «Blue Train» το 1957 και μετά. Το 1960 θα κυκλοφορούσε το εξαιρετικό «Giant Steps», με τον τίτλο να αναφέρεται στις γρήγορες αλλαγές συγχορδιών του ομότιτλου κομματιού, οι οποίες συνεχίζουν να αποτελούν σημείο αναφοράς για όποιον μουσικό θέλει να δοκιμάσει τις ικανότητές του στον αυτοσχεδιασμό. Ακολούθησε το «My Favorite Things» και το διάσημο «A Love Supreme.» Ο Coltrane επέμενε να μελετά ατελείωτες ώρες και το επόμενο διάστημα τον βρήκε να συνεχίζει να βγάζει δίσκους και να επηρεάζεται όλο και περισσότερο από το νέο ρεύμα της free jazz. Ο δίσκος «Ascension» που ηχογραφήθηκε το 1965 αποτελείται από ένα σαραντάλεπτο κομμάτι, στο οποίο παίζουν δύο μπασίστες, δυό τρομπετίστες και πέντε σαξοφωνίστες, οι οποίοι αυτοσχετιάζουν ο ένας μετά τον άλλο βασιζόμενοι σε μια λιτή ραχοκοκκαλιά από συγχορδίες που μπορούν να ακολουθηθούν ή να αγνοηθούν. Τα σόλο είναι συχνά ατονικά και άγρια και το αποτέλεσμα έχει μια ανατριχιαστική ομορφιά. Συνέχισε τους πειραματισμούς του ηχογραφώντας το «Interstellar Space» με μοναδική συνοδεία τον ντράμερ Rashied Ali, σε μουσική σχεδόν αυθόρμητη, χωρίς συγκεκριμένο ρυθμό. Έχοντας παλέψει για αρκετό καιρό με την εξάρτησή του από ηρωίνη και αλκόολ στα τέλη ’50, πέθανε τον Ιούλιο του ’67 από καρκίνο στο συκώτι. Η τεράστια επιρροή που άσκησε, όπως και ο όγκος και η ποιότητα της δουλειάς του, εντυπωσιάζουν ακόμα περισσότερο με δεδομένο το λίγο χρόνο που έζησε.

Ακούστε
Giant Steps, 1959
Spiral, 1959
Summertime, 1960
Part 2: Resolution, 1964

Μια ιδιοφυία με τραγικά προβλήματα, ο Bud Powell γρήγορα ανακάλυψε ότι μπορούσε να κάνει στο πιάνο ο,τι και ο Charlie Parker στο σαξόφωνο. Το μουσικό του ταλέντο και η ικανότητά του να αυτοσχεδιάζει σε φρενήρεις ρυθμούς, παίζοντας μελωδίες που τραγουδούσε σα σαξοφωνίστας, βοήθησαν στη διαμόρφωση κάποιων από τα βασικά χαρακτηριστικά της bebop από τα μέσα του ’40, δίνοντας στο δεξί χέρι το ελεύθερο να σολάρει, με το αριστερό να συμπληρώνει λιτά την αρμονία. Όταν ο παλιότερος πιανίστας Art Tatum σχολίασε ότι μ’όλα αυτά έχει παραμελήσει το αριστερό του χέρι, του απάντησε σολάροντας με το αριστερό. Ένας ξυλοδαρμός από αστυνομικό το 1945 θα γινόταν ο καταλύτης αυξανόμενων ψυχικών προβλημάτων και το ’47 του διαγνώστηκε διπολική διαταραχή με αποτέλεσμα την εισαγωγή του σε ψυχιατρική κλινική όπου τον υπέβαλλαν σε θεραπεία με ηλεκτροσόκ. Μετά από το 1953 και μία απόπειρα αυτοκτονίας, το παίξιμό του και ιδιαίτερα η ταχύτητα φάνηκε να επηρεάζεται σοβαρά, ίσως από τη φαρμακευτική αγωγή που του χορηγούνταν. Αρκετοί κριτικοί τον θεώρησαν ξοφλημένο, αλλά το συνθετικό του ταλέντο και η ομορφιά του παιξίματός του συνέχιζαν να είναι φανερά σε αρκετούς δίσκους και εμφανίσεις, ενώ κάποιες εκτελεστικές αναλαμπές του γύρω στο ’63 θύμιζαν τα παλιά. Την επόμενη χρονιά δυστυχώς έπαψε να έχει τη φροντίδα που χρειαζόταν ένα άτομο με τα προβλήματά του και αφημένος να αυτοκαταστραφεί, πέθανε το 1966 από ένα συνδυασμό φυματίωσης, αλκοολισμού και κακής διατροφής.

Ακούστε
Tempus Fugit, 1950
Sweet Georgia Brown, 1950
A Night in Tunisia, 1951
Parisian Thoroughfare, 1951
(Back Home Again In) Indiana, 1953

Παίζοντας σαξόφωνο από την εποχή της bebop και έχοντας μπλεξίματα με το κράτος για ναρκωτικά στη δεκαετία του ’50, ο Dexter Gordon ξαναεμφανίστηκε το ’60 παίζοντας hard bop και δημιουργώντας αρκετά καλά άλμπουμ, όπου φαινόταν να επηρεάζεται από μουσικούς που κάποτε είχε επηρεάσει, όπως ο John Coltrane. Το στύλ του, όπου καθυστερεί ελαφρά σε σχέση με το ρυθμό, το καλόγουστο παίξιμο, αλλά και η προσωπικότητα του (πριν παίξει κάποια μπαλάντα, συνήθιζε να απαγγέλλει τους στίχους) τον έκαναν ξεχωριστό.

Ακούστε
Modal Mood, 1961
Cheese Cake, 1962

 

Το να μιλήσει κανείς για το μουσικό έργο του Miles Davis θα μπορούσε άνετα να καλύψει ένα άρθρο από μόνο του, αφού ο τρομπετίστας ήταν για δεκαετίες στο προσκήνιο της τζαζ και των δρόμων που αυτή ακολούθησε. Από τις πολλές αξιόλογες δουλειές του, θα ξεχωρίσω το «δεύτερο μεγάλο κουιντέτο» που δημιούργησε στα μέσα του ’60 με τους Wayne Shorter, Herbie Hancock, Ron Carter και Tony Williams, ηχογραφώντας εξαιρετικούς δίσκους όπως «Miles Smiles», «The Sorcerer», «Nefertiti» και ιδιαίτερα το αριστουργηματικό «E.S.P.».

Ακούστε
Joshua, 1963
Agitation 1965
Masqualero, 1967

 

O πιανίστας Thelonious Monk είχε ιδιαίτερη ιδιοσυγκρασία και αυτό ήταν φανερό από τη μουσική που δημιουργούσε μέχρι το ντύσιμο και τη σκηνική του παρουσία. Το παίξιμο του, άλλοτε με απότομα χτυπήματα στα πλήκτρα, άλλοτε διστακτικό και με περίεργη χρήση παύσεων, συχνά «παρεξηγήθηκε» από κριτικούς που αρχικά θεώρησαν ότι είχαν απλά να κάνουν μ’έναν μέτριο εκτελεστή, αλλά ταίριαζε απόλυτα με τις συνθέσεις του, με τις περίεργες αλλαγές και διαφωνίες που τις έκαναν τόσο ξεχωριστές. Κομμάτια όπως «Epistrophy», «‘Round Midnight», «Straight, No Chaser» και «Blue Monk» είναι πολυδιασκευασμένα και χαρακτηριστικά της ιδιοφυίας του.

Ακούστε
Off Minor, 1957
Monk’s Dream, 1962
Bright Mississippi

 

Στη δεκαετία του 60, ο Lee Morgan ήταν ένας από τους καλύτερους τρομπετίστες, με παίξιμο γεμάτο αυτοπεποίθηση, πρωτότυπες φράσεις και τόνο που απέπνεε δυναμισμό ακόμα και στις ψηλότερες νότες. Όντας οκοκληρωμένος μουσικός από μικρός, βρέθηκε στους Jazz Messengers του Art Blakey στα 20 του χρόνια. Κάπου εκεί γνώρισε και την ηρωίνη και τα προσωπικά του προβλήματα θα τον ταλαιπωρούσαν για κάποιο διάστημα, αλλά κατάφερε να επιστρέψει κυκλοφορώντας αρκετούς μνημειώδεις δίσκους, ριζωμένους στην παράδοση της hard bop αλλά με ένα μοντέρνο ύφος που τους κάνει να ακούγονται φρέσκοι ακόμα και σήμερα. Ο δίσκος «The Sidewinder» γνώρισε αρκετή επιτυχία το 1963, ενώ πρόλαβε να ηχογραφήσει γύρω στα είκοσι προσωπικά άλμπουμς, παίζοντας και σε αρκετά άλλα μέχρι το 1972, όταν η πρώην του τον πυροβόλησε στο στήθος, τραυματίζοντας τον θανάσιμα.

Ακούστε
Totem Pole, 1963
Exotique, 1964
Search For The New Land, 1964
Desert Moonlight, 1965
Infinity, 1965
Suicide City, 1968

 

Ο Joe Henderson ηχογράφησε 5 θαυμάσιους δίσκους με τη blue note μέχρι τα μέσα του 60, ενώ συνόδεψε πολλούς σημαντικούς καλλιτέχνες του χώρου στις δικές τους ηχογραφήσεις. Ο μεταλλικός, γεμάτος ήχος του σαξοφώνου του, αλλά και το άψογο παίξιμό του είναι τόσο αναγνωρίσιμα που καθιστούν περιττό το να αναζητήσεις το όνομά του στα οπισθόφυλλα δίσκων της εποχής για να σιγουρευτείς ότι τον ακούς. Ήταν ικανός να προσαρμόζεται εξίσου καλά από τη bebop σε latin ρυθμούς και σε avant-garde πειραματισμούς, ενώ ακόμα και κάποια άλμπουμς του με fusion επιρροές τη δεκαετίας του 70 ήταν καλύτερα από αντίστοιχα άλλων καλλιτεχνών που έκαναν την ίδια μετάβαση σε μια εποχή που το συγκεκριμένο στυλ είχε γίνει μόδα.
Εξίσου αναγνωρίσιμος ήταν ο Jackie McLean, χάρη στο alto σαξόφωνο του που ακουγόταν ελαφρά ψηλότερα απ’το «σωστό κούρδισμα». Παίζοντας με μουσικούς όπως ο Miles Davis και ο Charles Mingus πριν συμπληρώσει τα 20 του χρόνια, ήταν ένας πολύ ταλαντούχος εκτελεστής με έντονες blues επιρροές και αρκετό δυναμισμό στο παίξιμό του, ενώ υιοθέτησε πολλές από τις ιδέες της free jazz και συνεργαζόταν με μουσικούς του χώρου στους προσωπικούς του δίσκους, αρκετοί από τους οποίους είναι εξαιρετικοί.

 

 

Στον αντίποδα έχουμε τον Hank Mobley, ο οποίος θεωρήθηκε ο «μεσαίων βαρών πρωταθλητής του σαξόφωνου», μια που δεν έπαιζε τόσο επιθετικά όσο πχ o Coltrane, αλλά ούτε τόσο γλυκά όσο πχ ο Stan Getz. Δουλεύοντας συχνά με εξαιρετικούς μουσικούς και ιδιαίτερα με τον Lee Morgan, έγραψε μερικές από τις πιο όμορφες συνθέσεις της περιόδου.

Ακούστε
Joe Henderson:
Blue Bossa, 1963
Our Thing, 1963
Punjab, 1964
A Shade Of Jade, 1966
Jackie Mc Lean:
Esoteric, 1963
Frankenstein, 1963
Hank Mobley:
No Room For Squares, 1964
The Vamp, 1965

 

 


Την ίδια εποχή είχαμε και την εμφάνιση του Bill Evans, ενός από τους πιο επιδραστικούς πιανίστες του 20ού αιώνα, για τον οποίο συχνά σημειώνεται η ιμπρεσιονιστική του χρήση της αρμονίας, ο ξεχωριστός τρόπος με τον οποίο εκτελούσε κλασσικά κομμάτια και η διάθεση-σήμα κατατεθέν που πετύχαινε στη μουσική του. Ηχογράφησε μέσα σε ένα χρόνο τα πολύ καλά άλμπουμς «Explorations», «Waltz for Debby» και «Sunday at the Village Vanguard», καθώς και αρκετά ακόμα αξιόλογα στα επόμενα χρόνια. Κατάφερε να ξεπεράσει την εξάρτησή του από ηρωίνη, αλλά με την υγεία του να είναι κακή και με νέα προβλήματα με την κοκαΐνη στη δεκαετία του 70, ο θάνατός του ήρθε το σεπτέμβριο του 1980.

Ακούστε
Israel, 1961
Gloria’s Step, 1961

 

Άλλος από τους σημαντικότερους πρωτοπόρους της τζαζ στο πιάνο ήταν ο Αndrew Hill. Με την αρμονική πολυπλοκότητα, τον αυθορμητισμό και την ελαστική αίσθηση του χρόνου να αποτελούν βασικά χαρακτηριστικά της μουσικής του, δεν ένιωθε ιδιαίτερα την ανάγκη να ξεφορτωθεί τη ραχοκοκαλιά της προκαθορισμένης αρμονίας προκειμένου να παίξει πιο ελεύθερα, όπως συνηθιζόταν στη free jazz. Οι συνθέσεις του θα μπορούσαν να παρομοιαστούν μ’αυτές ενός Thelonious Monk που λοξοκοιτάζει προς την avant-garde μουσική, αλλά είναι έντονα προσωπικές. Οι αμφιβολίες της blue note για τις εμπορικές προοπτικές της μουσικής του συνόδευαν πολλές από τις ηχογραφήσεις του, αλλά από τα πρώτα δευτερόλεπτα του δίσκου «Black Fire» του 1963, ήταν φανερό ότι αν ήθελε, ήξερε πως να συνδυάσει την ποιότητα των συνθέσεών του με το «πιασάρικο». Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει στο δίσκο του «Point of Departure» του 1964 που περιέχει αριστουργηματικά δαιδαλώδεις συνθέσεις, παιγμένες από μερικούς από τους καλύτερους μουσικούς της εποχής. Η επόμενη δεκαετία τον βρήκε να διδάσκει μουσική, να παίζει και να ηχογραφεί περισσότερο απελευθερωμένος, πράγμα που συνέχισε να κάνει μέχρι το θάνατό του το 2007.

Ακούστε
Pumpkin, 1963
Refuge, 1964
Catfish, 1974

Επιστρέφοντας στους σαξοφωνίστες, ο Sonny Rollins εντυπωσίαζε τους πάντες από τις αρχές του ’50 με ένα παίξιμο που συνδύαζε ταχύτητα με μελωδικότητα. Ηχογράφησε σημαντικούς δίσκους όπως το «Saxophone Colossus», «Τenor Madness» και «Newk’s Time».  Ήταν πάντα ο αυστηρότερος κριτής του εαυτού του, με αποτέλεσμα να φτάνει στο σημείο να τα παρατάει για ολόκληρα χρόνια, όταν έκρινε ότι το στυλ του έμενε στάσιμο. Συνεχίζει να παίζει ακόμα και σήμερα, βιντεοσκοπώντας κάθε του εμφάνιση για να αξιολογεί την απόδοσή του και δεν είναι σπάνιες οι μαρτυρίες θεατών που θεωρούν παίζει καλύτερα από ποτέ στα 81 του χρόνια.
O Eric Dolphy εξέλιξε το παίξιμο και την αυτοσχεδιαστική του θεωρία, παίζοντας απρόβλεπτες φράσεις σε εξωπραγματικές ταχύτητες και μπαίνοντας σε avant-garde χωράφια με δίσκους όπως το «Out to Lunch». Μπορούσε να είναι εξίσου εξαιρετικός στο φλάουτο και στο μπάσσο κλαρινέτο. Xάθηκε πολύ νωρίς το 1964 στο Βερολίνο, όταν έπεσε σε διαβητικό σοκ και αφέθηκε αβοήθητος, με τους γιατρούς να υποθέτουν ότι είχαν στα χέρια τους έναν ακόμα τζαζ μουσικό που πήρε κάποια υπερβολική δόση.

 

 

Σημαντικό επίσης είναι να αναφέρουμε και τον Wayne Shorter, το συνθετικό ταλέντο του οποίου αξιοποιήθηκε τόσο από το Miles Davis στα μέσα του ’60, όσο και στους προσωπικούς του δίσκους αργότερα.

Ακούστε

Sonny Rollins:
B. Quick, 1956
Strode Rode, 1956
Asiatic Rites, 1957
Eric Dolphy:
Mandrake, 1963
Gazzelloni, 1964
Wayne Shorter:
Black Nile, 1964
Angola, 1965

Αφήνοντας τα πνευστά και το πιάνο, ένα από τα πιο ενδιαφέροντα όργανα που έκαναν την εμφάνισή τους στη hard bop της εποχής ήταν το βιμπράφωνο και η μελωδικότητα του αλλά κι η δυνατότητά του να αναλαμβάνει να παίξει τις συγχορδίες ενός κομματιού αξιοποιήθηκαν από τον Bobby Hutcherson. Από τα μέσα ως το τέλος του ’60 κυκλοφόρησε κάποιους πολύ καλούς δίσκους με περιπετειώδες ύφος στα πλαίσια της hard & post-bop, ενώ εμπλούτισε τον ήχο σημαντικών δίσκων των Jackie McLean, Joe Henderson, Eric Dolphy, Grachan Moncur κλπ.

Tέλος, θα πρέπει να αναφερθούν και οι κιθαρίστες Grant Green και Wes Montgomery. Ο πρώτος ήταν αρκετά αδικημένος όσο ζούσε, αλλά η ποιότητα των δίσκων του, καθώς και το λιτό, groovy παίξιμό του με blues επιρροές ήταν χαρακτηριστικ’ά, ενώ ο δεύτερος εντυπωσίαζε με την εξαιρετική του τεχνική (έπαιζε χωρίς πένα, με το δεξί του αντίχειρα) και με τον τρόπο που συνδύασε μελωδίες με συγχορδίες, όπως στο πιάνο, ή παίζοντας φράσεις παρόμοιες με αυτές των βιρτουόζων του σαξόφωνου.

Ακούστε
Bobby Hutcherson:
Components, 1965
Black Circle, 1966
Grant Green:
Jean De Fleur, 1964
Django, 1964
Wes Montgomery:
Full House, 1962
S.O.S., 1962

http://wp.me/p1pa1c-cFE