Αισθητική και Πολιτική Καρικατούρα

Posted on 9 Σεπτεμβρίου, 2011 11:56 πμ από

19


του Νικόλα Σεβαστάκη

[Αναδημοσίευση]

Στα πλαίσια της γνωστής επιχείρησης που βαφτίζεται μάχη του νέου εναντίον του παλιού ή ακόμα αντιπαράθεση με τον «λαϊκισμό» και τον «αριστερισμό», επανέρχεται συχνά πυκνά η αισθητική μομφή. Επιστρέφει συχνά πυκνά ως κατασκευή μιας καρικατούρας του αντιπάλου. Όποιος λ.χ. τυχαίνει να καταθέτει δημόσια θέσεις που εκφράζουν μια ριζική αντίθεση στα λεγόμενα «αυτονόητα» καθεστώτα της συναίνεσης, πρέπει, σώνει και καλά, να είναι αμετανόητος φορέας της αιώνιας μεταπολιτευτικής κουλτούρας και των αντίστοιχων κυρίαρχων γούστων της.

Το σχήμα είναι εξαιρετικά απλό και εξόχως πρωτόγονο: αν ας πούμε συνεχίζεις να κατεβαίνεις σε απεργίες και διαδηλώσεις (το ομολογώ), είσαι απαραίτητα οπαδός των τραγουδιών του Νταλάρα ή του Θωμά Μπακαλάκου που εξακολουθούν, δυστυχώς για πολλούς πιστεύω, να ακούγονται από τις μικροφωνικές των κατά τόπους Εργατικών Κέντρων. Αν είσαι πιο «radical» και νεότερος ηλικιακά θα είσαι, βεβαιότατα, φίλος του σαρωτικού ήχου στο στιλ Rage Against the Machine ή του παιχνιδιάρη Μanu Chao, ίσως και του μαχητικού hip hop των γαλλικών προαστίων. Αν γενικά πολιτεύεσαι στη μια ή την άλλη υποπεριοχή του «λαϊκισμού- αριστερισμού» θα πρέπει, απαρέγκλιτα, να κουβαλάς και όλα τα εξαρτήματα της αντίστοιχης αισθητικής. Από ρεμπέτικα μέχρι ρέγκε και βαλκανικό fusion καρναβάλι για τις πιο ανάλαφρες και θερινές στιγμές.

Η γραφική εικόνα χτίζεται με υλικά αγωνιστικά και επικά, με το στιλ της ελληνικής ή ξένης κουλτούρας της διαμαρτυρίας και καταγγελίας. Και η όλη καρικατούρα μπορεί να επενδύεται στην αφοριστική αντιμετώπιση του αραχνιασμένου «χριστιανο-κομμουνιστή» (Σώτη Τριανταφύλλου) ως ενός μονοσήμαντου και εντελώς άνυδρου υποκειμένου που τρέφεται μόνο από τη μεταφυσική της επαναστατικής νοσταλγίας.

Αυτή η πασίγνωστη πλέον ειρωνική πολεμική στηρίζεται σε μια τερατώδη παρεξήγηση που βολεύει. Βασίζεται στην ιδέα ότι τα άτομα τα οποία μετέχουν ακόμα στο δημόσιο χώρο της αριστεράς συμπίπτουν σε ένα και μόνο δημόσιο ύφος, σε μια και μόνη κοινότητα γούστων και ευαισθησιών. Υποτίθεται δηλαδή ότι στην Αριστερά οι ατομικότητες δεν υπάρχουν ως διαφορές ή όσο υπάρχουν συμπίπτουν μονότονα στο δημόσιο ύφος των συγκεντρώσεων, των «μαζώξεων», των εξωτερικών δράσεων του χώρου τους.

Φυσικά, αυτή η προσέγγιση είναι σε τέτοιο βαθμό γελοιογραφική που δεν είναι πειστική ούτε για τον πιο παραδοσιακό κόσμο του ΚΚΕ και του ΠΑΜΕ. Γιατί φυσικά ο καθένας και η καθεμιά έχει τις ιδιαίτερες τροχιές του στο πεδίο των αισθητικών προτιμήσεων και ακόμα περισσότερο ως προς τη διαμόρφωση ενός ατομικού γούστου. Κάποιοι συμπίπτουν, άλλοι όμως όχι. Όπως συμβαίνει και με τις ταινίες, τα βιβλία, τις εικαστικές δημιουργίες. Γι’ αυτόν εξάλλου το λόγο, οι καρικατούρες του αριστερού ή του «αριστερο-λαϊκιστή», υποτιμούν στο έπακρο τη διάκριση μεταξύ του ιδιωτικού και του δημόσιου και πολιτικού χώρου, διάκριση την οποία υποτίθεται ότι προασπίζεται ο φιλελευθερισμός. Για παράδειγμα, προσωπικά ποτέ δεν μου άρεσαν οι επικο-αγωνιστικές φανφάρες στη μουσική. Ούτε στην ελληνική ούτε στη ξένη, με την οποία είμαι πολύ περισσότερο εξοικειωμένος. Τουλάχιστον από τα δεκαέξι και έπειτα, αγάπησα κυρίως τα νεορομαντικά, λυρικά και «ψυχεδελικά» ιδιώματα· αυτά, δηλαδή, τα ιδιώματα τα οποία δεν είχαν κυρίαρχο κοινωνικοπολιτικό πρόσημο, αλλά πλαισίωναν μια διάθεση φυγής και κοινωνικής απόδρασης. Και τι σημαίνει αυτό;

Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ΄80 έχω συμφιλιωθεί με το γεγονός ότι το προσωπικό μου γούστο στη μουσική – και ίσως και σε άλλα πράγματα, όπως στη λογοτεχνία- δεν προσφέρεται για τον δημόσιο χώρο αλλά για ιδιωτική ακρόαση. Είναι μέρος μιας «αισθηματικής αγωγής» και όχι στοιχείο της πολιτικής μου εμπειρίας. Το να έχει κανείς την απαίτηση να βρει αντιστοίχηση της προσωπικής του αισθητικής στην πολιτική, στο χώρο δηλαδή της συνύπαρξης των πολλών και διαφορετικών, είναι απλώς ναρκισσισμός και αλαζονεία. Και αυτή είναι η αλαζονεία η οποία καταφεύγει συνήθως στην επινόηση μιας γραμμικής «μεταπολιτευτικής» αισθητικής κακοδαιμονίας.

Αναρωτιέμαι: αν στα είκοσι άκουγες Joy Division ή the Sound και αργότερα Cocteau Twins, Galaxie 500 ή Slowdive θα πρέπει σήμερα να είσαι με τον Καμίνη και τον Μπουτάρη – πόσο μάλλον με  τη Διαμαντοπούλου και τον Παπανδρέου; Θα πρέπει δηλαδή να είσαι με το νεότευκτο κόμμα της «αισθητικής» του νεοφιλελεύθερου σοκ; Και αν η αισθητική σου δεν ήταν πράγματι ποτέ της «κομμουνιστική/ κοινωνική» έχεις νομίζω το δικαίωμα να θεωρείς ανυπόφορα τα χοντροκομμένα σχήματα τα οποία προωθούν οι ιεροφάντες του καινούριου. Ή μήπως θα πρέπει να ζητήσουμε άδεια από τους αστυνόμους της αισθητικής για να αγαπάμε εξίσου την ομορφιά και την κοινωνική δικαιοσύνη, όπως έλεγε κάποτε ένας κάποιος Αλμπέρ Καμύ…

Αναδημοσίευση από το RedNotebook  

http://wp.me/p1pa1c-chh

loophole

Advertisements