Από τον φυλετισμό στον ρατσισμό

Posted on 1 Σεπτεμβρίου, 2011 4:26 μμ από

6


της Catherine Coquery-Vidrovitch

(τη μετάφραση έκανε το Καπυμπάρα)

Γιατί η ιστορία της Αφρικής είναι σήμερα τόσο παραγνωρισμένη, περιθωριοποιημένη, ξεχασμένη ακόμη και μέχρι σημείου απόρριψης; Η προέλευση αυτής της υποτίμησης βρίσκεται στο εύγλωττα λεγόμενο δουλεμπόριο των «Νέγρων». Αυτό το εμπόριο μαύρων σκλάβων, που εντατικοποιήθηκε τον 18ο αιώνα από την πλευρά της Ευρώπης, προστίθεται στις σαφώς παλαιότερες δουλεμπορικές οδούς προς τον μεσογειακό χώρο ή τον Ινδικό Ωκεανό, που διευθύνονταν από τους Αραβο-μουσουλμάνους από τον 9ο αιώνα.

Η μεγάλη διαφορά είναι ότι μέχρι τότε οι σκλάβοι -πάντοτε ξένοι- ήταν και λευκοί (από η λέξη σκλάβος προήλθαν έτσι οι λέξεις «Σλάβος» ή «Σλαβονία»). Η πρωτοτυπία του δουλεμπορίου μέσω του Ατλαντικού ήταν ότι καθόρισε μια για πάντα το χρώμα των σκλάβων: Από τις αρχές του 17ου αιώνα και σίγουρα κατά τον 18ο, ένας σκλάβος που μεταφερόταν μέσω του Ατλαντικού δεν μπορούσε παρά να είναι μαύρος, και συνοπτικά, κάθε μαύρος προοριζόταν από τη φύση να γίνει  σκλάβος, σε σημείο η  λέξη «νέγρος» να γίνει συνώνυμο του σκλάβου.

Παραδόξως, η αρνητική αναπαράσταση της αφρικανικής ηπείρου επικυρώνεται κατά τη διάρκεια του Αιώνα των Φώτων. Γνωρίζουμε τον βαθύτερο λόγο γι’ αυτό: Είναι ο ευρωκεντρισμός, που κυριάρχησε στη γέννηση των επιστημών από το ξεκίνημα της σύγχρονης εποχής τον 18ο και κυρίως τον 19ο αιώνα. Δυστυχώς για την Αφρική, οι επιστήμες της ιστορίας και της εθνολογίας σχηματοποιήθηκαν ακριβώς εκείνη την εποχή, που η ευρωπαϊκή υπεροχή επιβεβαιωνόταν βίαια στον υπόλοιπο κόσμο. Η εθνολογία έπασχε από ευρωκεντρισμό, καθώς η οπτική γωνία του παρατηρητή μεταλλασσόταν κατά τη διάρκεια μιας πάρα πολύ μακράς χρονικής περιόδου σε «οικουμενική αλήθεια».

Αν και οι φιλόσοφοι του 18ου αιώνα ήταν εχθρικοί προς τη δουλεία, η στάση τους ήταν πιο αμφιλεγόμενη, όσον αφορά το ερώτημα των διανοητικών και πνευματικών ικανοτήτων των μαύρων. Οι θεωρίες ήταν ποικίλες. Έτσι, ο Τσάρος Πέτρος Α΄ της Ρωσίας, μεγάλος θαυμαστής του Διαφωτισμού, ήθελε να αποδείξει ότι η ευφυΐα ήταν ένα αριστοκρατικό χάρισμα, ανεξάρτητο από τη «φυλή» καταγωγής του καθενός· ανάθρεψε λοιπόν στη ρωσική αυλή έναν νεαρό σκλάβο, ο οποίος υποτίθεται ότι ήταν ο γιος ενός Καμερουνέζου πρίγκηπα, και που τελικά αναδείχθηκε σε έναν από τους κύριους στρατηγούς του και υπήρξε ο προπάππους του ποιητή Πούσκιν.

Παρόλ’ αυτά, αυτό το «άνοιγμα» εξαφανίστηκε σταδιακά μέχρι τον 19ο αιώνα, οπότε και εκπονήθηκαν οι αρχές αυτού που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε φυλετισμό (έννοια διαφορετική από το ρατσισμό καθότι στηρίζεται σ’αυτό που θεωρούταν τότε επιστημονικές αποδείξεις). Ο πρώτος που έκανε τη διάκριση των τριών φυλών (η λευκή, η κίτρινη και η μαύρη) ήταν ο φυσιοδίφης Μπουφόν στα τέλη του 18ου αιώνα. Όλα αυτά ανταποκρίνονταν στην ανακάλυψη από τους Ευρωπαίους του εσωτερικού της αφρικανικής ηπείρου. Η αντίληψη της γεωγραφίας και των κοινωνιών της Αφρικής συνοδεύεται από τότε από τη συστηματοποίηση της ιδέας της ανισότητας ανάμεσα στις φυλές. Η διάκριση ανάμεσα στην ανώτερη φυλή –τη λευκή βεβαίως- και τις κατώτερες φυλές –από τις οποίες η μαύρη ήταν η πιο περιφρονημένη- τελικά «επιστημονικοποιήθηκε» από τους ειδικούς· γιατρούς, βιολόγους και φυσιολόγους-ανθρωπολόγους του τελευταίου τρίτου του 19ου αιώνα. Όλο αυτό προέρχεται σχεδόν άμεσα από τη ντροπή που γεννήθηκε, κατά τη διάρκεια των προηγούμενων αιώνων, από το δουλεμπόριο των «Νέγρων» (η ίδια η λέξη δείχνει μια επιμονή στο χρώμα).

Στα τέλη του 19ου αιώνα το δουλεμπόριο είχε σταματήσει σχεδόν ολοκληρωτικά, αλλά η πεποίθηση της φυλετικής ανισότητας και της ανικανότητας των μαύρων να εξασφαλίσουν για τους εαυτούς τους την ανάπτυξη παρέμενε ριζωμένη στις δυτικές συνειδήσεις. Όσον αφορά το πρώτο μισό του 20ου αιώνα, αυτό χαρακτηρίστηκε από την ανάπτυξη του ρατσισμού, που μετετράπη σε καθαρή προκατάληψη από τη στιγμή που η πρόοδος της γενετικής στη δεκαετία του 1920 απέδειξε ότι το ανθρώπινο είδος είναι ένα και ενιαίο. Η πεποίθηση δυστυχώς, της ύπαρξης διαφοράς ανάμεσα στις φυλές, δεν διατηρήθηκε λιγότερο σταθερά από ’κει και πέρα, αφού το αναλυτικό πρόγραμμα της γεωγραφίας στην 6η τάξη του γαλλικού σχολείου μας καλούσε ακόμη και το 1960 – και μάλιστα σε σχέση με την Αφρική- να μελετήσουμε τις «τρεις μεγάλες φυλές», αναφορά που δεν εξαφανίστηκε από τις οδηγίες της εθνικής εκπαίδευσης παρά το 1971.

Αυτή η έλλειψη γνώσης και η υποτίμηση προς τους μαύρους, έχουν επομένως, μακρά ιστορία. Μπορούμε, ως προς αυτό, να παρακολουθήσουμε τον τόνο που χαρακτηρίζει την εξειδικευμένη φιλολογία κατά τη διάρκεια ολόκληρου του 19ου αιώνα. Την περιέργεια ή ακόμα και τον ενθουσιασμό των πρώτων εξερευνητών ακολουθούν αναφορές όλο και πιο επικριτικές, που ζητούσαν την αποικιακή κατάκτηση αυτών των βάρβαρων λαών που ζούσαν υποταγμένοι κάτω από το ζυγό αιμοσταγών δουλοκτητών τυράννων και τους οποίους δεν έμενε παρά να τους «εκπολιτίσουμε».

Αυτές οι ιδέες επανεμφανίστηκαν σε άλλη μορφή κατά τη διάρκεια της αποικιοκρατίας. Αυτή με τη σειρά της, θέσπισε τη νομική και καταστατική διαφοροποίηση ανάμεσα στους πολίτες (κάποιες εκατοντάδες «αφομοιωμένων») και τη μάζα των «ιθαγενών», δηλαδή των ατόμων που υπόκεινται σ’ ένα ειδικό νομικό σύστημα, αυτό του λεγόμενου «Κώδικα των Ιθαγενών». Αυτό το καθεστώς ανισοτιμίας, που επινοήθηκε στην Καβυλία το 1874 μετά την εξέγερση του 1871 και διεύρυνε την εφαρμογή του στη συνέχεια σε ολόκληρη την Αλγερία, υιοθετήθηκε αργότερα και από άλλες γαλλικές αποικίες. Διήρκεσε περισσότερο στη «μαύρη Αφρική», όπου δεν καταργήθηκε παρά το 1946.

Η κληρονομιά που άφησε πίσω της η Δύση είναι επομένως βαριά· το σύγχρονο δυτικό φαντασιακό τροφοδοτείται, από αυτό το συσσωρευμένο παρελθόν, με περιφρόνηση για τον μαύρο ή τον Αφρικανό, που πέρασε από την έννοια του ειδωλολάτρη σ’ αυτήν του σκλάβου και από αυτήν του σκλάβου σ’ αυτήν του ιθαγενούς. Σήμερα αυτό έχει οδηγήσει στην αντίθεση ανάμεσα στον Γάλλο, υποτίθεται «από κούνια» (λευκό και χριστιανό) και τον μετανάστη (εννοείται μαύρο ή βορειοαφρικανό μουσουλμάνο). Αυτή η οξυμένη εθνικιστική τάση έχει οδηγήσει τελικά στη μητροπολιτική Γαλλία σε μια πρόσφατη πλάνη: στη θεσμική μη-έννοια της «εθνικής ταυτότητας». Αυτή η οντότητα, η περιορισμένη σε μια φανταστική Γαλλία και απότοκο του «εθνικού αφηγήματος», οδήγησε ανάμεσα στα άλλα, και στην απαράδεκτη ομιλία του Νικολά Σαρκοζί στο Ντακάρ στις 26 Ιουλίου 2007, σύμφωνα με την οποία ο Αφρικανός «δεν έχει εισέλθει αρκετά στην ιστορία».

______________________________________________________________________________________________

Το κείμενο αποτελεί απόσπασμα από το βιβλίο της Catherine Coquery-Vidrovitch “Petite Histoire de l’Afrique. L’Afrique au sud du Sahara de la préhistoire à nos jours”. (Εκδόσεις “La Découvert”, Παρίσι 2011)

______________________________________________________________________________________________

Σόρτλινκ: http://wp.me/p1pa1c-c80