15 Μαΐου 1948 – 15 Μαΐου 2011: 63 χρόνια μετά θυμόμαστε τη «νάκμπα»

Posted on 15 Μαΐου, 2011 6:32 μμ από

7


του Καπυμπάρα

 

Με την αραβική λέξη «νάκμπα», που στα ελληνικά θα μπορούσε να μεταφραστεί ως «καταστροφή», οι Παλαιστίνιοι αναφέρονται στην εθνική τους τραγωδία, δηλαδή στον ξεριζωμό επτακοσίων χιλιάδων ανθρώπων από την πατρίδα τους, για να φτιαχτεί πάνω στα ερείπιά της το Κράτος του Ισραήλ.

Η μέρα που έχει αφιερωθεί στην υπόμνηση της τραγωδίας, είναι η 15η Μαΐου, μια μέρα μετά τη διακήρυξη της ανεξαρτησίας του Ισραήλ το 1948.

Στη συλλογική μνήμη των Ισραηλινών Εβραίων το 1948 είναι το έτος που συντελέστηκε το «θαύμα». Το έτος που για το σιωνισμό, το εβραϊκό εθνικό κίνημα, πραγματοποιήθηκε ένα πανάρχαιο όραμα: η επιστροφή στην πατρογονική γη, μετά από δυο χιλιάδες χρόνια εξορίας, η πραγμάτωση της απόλυτης δικαιοσύνης.

Σύμφωνα με το σιωνιστικό αφήγημα, το 1948 γράφτηκαν στην ιστορία σελίδες απαράμιλλου ηρωισμού, αυταπάρνησης και ανδρείας από το στρατό και πρωτοφανούς ανιδιοτέλειας και τοποθέτησης του συλλογικού καλού πάνω από τις προσωπικές επιδιώξεις από την πολιτική ηγεσία.

Για τους λόγους αυτούς, έχει αναχθεί στη σφαίρα του ιερού και αποτελεί το ιστορικό υπόδειγμα για το τι είναι καλό και ηθικό για το (εθνικά καθαρό) «εβραϊκό και δημοκρατικό» Κράτος του Ισραήλ.

Στο αφήγημα αυτό, όπως αποτυπώνεται στα σχολικά βιβλία της ιστορίας και τον κυρίαρχο λόγο στην κοινωνία, την πολιτική και τα Μ.Μ.Ε., δεν χωρούν οι σελίδες της εκδίωξης του ντόπιου πληθυσμού, του εποικισμού της γης του, των σφαγών, των βιασμών και του καψίματος των χωριών του, που θα μπορούσαν να κηλιδώσουν την εικόνα της ηθικής αγνότητας, που επιφυλάσσει η «μοναδική δημοκρατία της Μέσης Ανατολής» για τον εαυτό της.

Έτσι, η άρνηση της «νάκμπα» αποτελεί κοινό τόπο στην ισραηλινή κοινωνία. Κάτι τέτοιο, παρόλο που μπορεί να ξενίζει, λόγω των αναπόφευκτων συνειρμών που προκαλεί με την άρνηση του ναζιστικού ολοκαυτώματος (χωρίς να θεωρούμε τα δύο γεγονότα συγκρίσιμου μεγέθους, δεν μπορούμε να αρνηθούμε ότι η άρνηση τους στηρίζεται στην ίδια λογική) δεν θα έπρεπε να εκπλήσσει, αν αναλογιστεί κανείς ότι η άρνηση της ύπαρξης του ίδιου του παλαιστινιακού λαού υπήρξε για δεκαετίες επίσημη πολιτική του Ισραήλ, που συμπυκνώθηκε χαρακτηριστικά στις περιβόητες δηλώσεις της πρωθυπουργού Γκόλντα Μέιρ στη δεκαετία του εβδομήντα, αλλά και του σιωνιστικού αποικιακού κινήματος, όταν διακήρυττε ότι στην Παλαιστίνη είχε βρει «μια γη χωρίς λαό, για έναν λαό χωρίς γη».

Πέρα από τις ιδεολογικές καταβολές της, η άρνηση της «νάκμπα» εξυπηρετεί και πιο γειωμένες πολιτικές σκοπιμότητες, καθώς θέτει το ίδιο το πλαίσιο του παλαιστινιακού προβλήματος στις μέρες μας. Έτσι, παρουσιάζεται ότι το παλαιστινιακό αφορά μόνο την τύχη της Δυτικής Όχθης του Ιορδάνη και της λωρίδας της Γάζας, δηλαδή, των παλαιστινιακών εδαφών που κατέλαβε το Ισραήλ με τον Πόλεμο των Έξι Ημερών το 1967, οπότε και σύμφωνα με αυτή τη λογική βρίσκονται οι απαρχές του προβλήματος, ενώ η εθνοκάθαρση του 1948 θεωρείται καλώς καμωμένη και το δικαίωμα επιστροφής των προσφύγων (σαν έμπρακτη δικαίωση των θυμάτων της και άρση των αποτελεσμάτων της) τίθεται εκτός πολιτικής ατζέντας.

Για τους Παλαιστίνιους, η διατήρηση της ιστορικής μνήμης της καταστροφής του 1948 έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία, καθώς αναδεικνύει τόσο το ζήτημα των προσφύγων, όσο και τον αντιδραστικό χαρακτήρα του ίδιου του Κράτους του Ισραήλ, που μετά την εθνική εκκαθάριση των εδαφών του, ξέχασε τις υποσχέσεις της διακήρυξης της ανεξαρτησίας για ισότητα όλων των πολιτών του ανεξάρτητα από εθνική καταγωγή και θρησκεία, αν ποτέ τις εννοούσε πραγματικά, και γίνεται κράτος των Εβραίων και όχι των πολιτών του, ακολουθώντας πολιτική διακρίσεων απέναντι στην παλαιστινιακή μειονότητα, που έχει απομείνει εντός των συνόρων του. Υπό αυτό το πρίσμα, η υπόμνηση της «νάκμπα» επικαιροποιεί τη διεκδίκηση των αναπαλλοτρίωτων δικαιωμάτων ολόκληρου του παλαιστινιακού λαού είτε κατοικεί στα κατεχόμενα είτε στους προσφυγικούς καταυλισμούς είτε στο εσωτερικό του Ισραήλ, γι’ αυτό και προκαλεί τόση δυσανεξία στο εβραϊκό κράτος και τους φίλους του στη Δύση.

Συνέπεια του πολέμου ή συνειδητή επιλογή;

Μετά τη λήξη της εντολής της Κοινωνίας των Εθνών, με την οποία οι Βρετανοί αποικιοκράτες είχαν αναλάβει τη διοίκηση της Παλαιστίνης, οι Βρετανοί αποχώρησαν και η χώρα διχοτομήθηκε με βάση το σχέδιο που είχε συντάξει ο νεαρός Ο.Η.Ε. το Νοέμβριο του 1947, σε ένα εβραϊκό και ένα παλαιστινιακό κράτος.

Η σύλληψη αυτή ήταν προβληματική εξαρχής, καθώς αποτελούσε προειλημμένη απόφαση και όχι βάση διαπραγμάτευσης. Με δεδομένη την αντίθεση των Παλαιστινίων, που αποτελούσαν και την πλειοψηφία του πληθυσμού της υπό βρετανική διοίκηση Παλαιστίνης, και τη μονομέρειά της, καθώς επέβαλε ως λύση την άποψη της μίας πλευράς, μπορεί να υποστηρίξει κανείς ότι το σχέδιο του Ο.Η.Ε. δεν ήταν σχέδιο ειρήνευσης, αλλά συνταγή πολέμου. Πράγματι· μία μέρα πριν την αποχώρηση των Βρετανών, το Ισραήλ κηρύσσει την ανεξαρτησία του και λίγες μέρες μετά, οι Άραβες γείτονές του, του κηρύσσουν τον πόλεμο. Το Ισραήλ βγήκε νικητής, καταλαμβάνοντας μάλιστα πολλά περισσότερα εδάφη από τα προβλεπόμενα στο σχέδιο των Ηνωμένων Εθνών, ενώ παράλληλα, επιδόθηκε σε μία εκστρατεία εθνικής εκκαθάρισης των εδαφών που κατείχε, που είχε σαν αποτέλεσμα την καταστροφή πεντακοσίων παλαιστινιακών χωριών, των παλαιστινιακών συνοικιών επτά μεγάλων πόλεων, τον ξεριζωμό επτακοσίων χιλιάδων Παλαιστινίων και τη σφαγή χιλιάδων άλλων.

Στο σημείο αυτό έχει αξία να σημειώσουμε ότι η εθνοκάθαρση αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί παράπλευρη απώλεια, που προκλήθηκε μέσα στη γενική αναστάτωση και βαρβαρότητα που προκαλεί ένας πόλεμος, αλλά συνειδητή επιλογή της σιωνιστικής ηγεσίας.

Αν δούμε από πιο κοντά τις προβλέψεις του σχεδίου του Ο.Η.Ε. σε συνδυασμό με το ιδεολογικό υπόβαθρο του σιωνιστικού εθνικού κινήματος, αλλά και τους σχεδιασμούς της σιωνιστικής πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας πριν ακόμα από το ξέσπασμα του πολέμου, μια τέτοια υπόθεση μπορεί να θεωρηθεί βάσιμη.

Σύμφωνα με την πρόταση των Ηνωμένων Εθνών, στην εβραϊκή μειονότητα, που αποτελούσε το 33% περίπου του συνολικού πληθυσμού της υπό βρετανική διοίκηση Παλαιστίνης, δόθηκε το 56% των εδαφών και ενώ στο μελλοντικό παλαιστινιακό κράτος, οι Παλαιστίνιοι αποτελούσαν πάνω από το 90% του πληθυσμού, στο μελλοντικό εβραϊκό κράτος, οι Εβραίοι ήταν μόλις κάτι παραπάνω από το 50%.

Με δεδομένο ότι στην ιδεολογία του σιωνιστικού κινήματος -και σε όλο το ιδεολογικό φάσμα εντός του- θεωρούταν ότι η δικαίωση του σιωνιστικού οράματος με την ίδρυση ενός εβραϊκού κράτους στην Παλαιστίνη συνεπαγόταν την έξωση του ιθαγενούς πληθυσμού της, ήταν προβλέψιμο ότι το νεοπαγές κράτος του Ισραήλ δύσκολα θα αποδεχόταν την προβλεπόμενη από το σχέδιο του Ο.Η.Ε. πληθυσμιακή ισορροπία στο εσωτερικό του.

Στην πραγματικότητα, η σιωνιστική ηγεσία, έχοντας θεωρήσει ότι ο πόλεμος είναι αναπόφευκτος, αρκετό καιρό πριν είχε πάρει την απόφαση να αμφισβητήσει όχι μόνο τη δημογραφική πραγματικότητα, αλλά και τα σύνορα που επισήμως είχε αποδεχτεί.

Ήδη, από το Μάιο του 1947 το «Εβραϊκό Πρακτορείο», είχε ετοιμάσει ένα σχέδιο για το χάρτη του μελλοντικού εβραϊκού κράτους, σύμφωνα με το οποίο, τα σύνορά του περιέκλειαν ολόκληρη την ιστορική Παλαιστίνη, εκτός από τη Δυτική Όχθη του Ιορδάνη, η οποία αποδιδόταν στο Βασίλειο της Υπεριορδανίας.

Επιπλέον, από το Μάρτη του 1948 είχε καταρτιστεί ένα σχέδιο οδηγιών, γνωστό ως Σχέδιο Δέλτα (Ντάλετ στα εβραϊκά), το οποίο περιείχε οδηγίες προς τις εβραϊκές στρατιωτικές δυνάμεις για την εθνική εκκαθάριση των περιοχών που θα έπεφταν στα χέρια τους σε περίπτωση πολέμου, ενώ παράλληλα είχαν δοθεί λίστες με παλαιστινιακά χωριά προς καταστροφή, στις διάφορες ταξιαρχίες της παραστρατιωτικής οργάνωσης Χαγκάνα. Όλα αυτά αφήνουν λίγες αμφιβολίες σχετικά με το αν η «νάκμπα» ήταν πολιτικά σχεδιασμένη ή όχι.

Η απορριπτική στάση των Παλαιστίνιων και των Αράβων

Η απορριπτική στάση των Παλαιστινίων και των Αράβων γενικότερα μπορεί εύκολα να γίνει κατανοητή αν την εντάξει κανείς στο ιστορικό της πλαίσιο. Είναι λογικό, από τη δική τους σκοπιά να αντιμετωπίζουν τους σιωνιστές εποίκους, που άρχισαν, ήδη από το 1882, να έρχονται στη γωνιά αυτή της Ασίας από τις μακρινές ευρωπαϊκές πατρίδες τους, όπως θα αντιμετώπιζε κάθε λαός τους Ευρωπαίους εποίκους που αποφάσιζαν να εγκατασταθούν στη γη του. Όπως δηλαδή, θα ήταν αδιανόητο για τους Κενυάτες ή τους Αλγερινούς, να αποδεχθούν να παραδώσουν πάνω από τη μισή πατρίδα τους στους Βρετανούς ή τους Γάλλους εποίκους, έτσι, ήταν αδιανόητο για τους Παλαιστίνιους να μοιραστούν εθελοντικά την πατρίδα τους με τους σιωνιστές.

Πέρα από την υποκειμενική αυτή οπτική, θα μπορούσε κανείς βάσιμα να υποστηρίξει ότι η στάση τους αυτή συμβαδίζει με τις αναγνωρισμένες ως οικουμενικές αξίες της ελευθερίας και της ισότητας, όπως αυτές ενσωματώνονται στο σύστημα του διεθνούς δικαίου της εποχής της Χάρτας των Ηνωμένων Εθνών, ενώ αντίθετα η απαίτηση του σχεδίου του Ο.Η.Ε. του 1947, να μοιραστούν την πατρίδα τους με τους σιωνιστές εποίκους, αποτελεί μάλλον ξένο σώμα σ’ αυτό.

Στο σημερινό σύστημα του διεθνούς δικαίου, όπως αυτό διαμορφώθηκε μετά την τραυματική εμπειρία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τον τερματισμό της αποικιοκρατίας και την καταδίκη κάθε μορφής ρατσισμού, το δικαίωμα των λαών στην αυτοδιάθεση αναγνωρίζεται σαν θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα. Στην έννοια της αυτοδιάθεσης των λαών, εκεί που οφείλουμε να επικεντρώσουμε την προσοχή μας δεν είναι τόσο η έννοια της «αυτοδιάθεσης», όσο αυτή του «λαού», που είναι και ο φορέας του δικαιώματος. Σύμφωνα με το σημερινό διεθνές δίκαιο και υπό το πρίσμα της αρχής της ισότητας και της απαγόρευσης των διακρίσεων, γίνεται γενικά αποδεκτό, ότι «λαός» για τους σκοπούς του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης θεωρείται ο συνολικός πληθυσμός μιας συγκεκριμένης εδαφικής περιοχής χωρίς διακρίσεις με βάση τη φυλή, την εθνότητα, τη θρησκεία, τον πολιτισμό κ.λπ. Λαός επομένως δεν είναι το έθνος, αλλά ο συνολικός πληθυσμός είτε ενός ανεξάρτητου κράτους είτε μιας μη αυτοδιοικούμενης περιοχής (δηλ. αποικίας) είτε μιας περιοχής υπό ξένη στρατιωτική κατοχή. Η αυτοδιάθεση επομένως, είναι η έκφραση της βούλησης της πλειοψηφίας του πληθυσμού αυτού.

Στην περίπτωση του σχεδίου του Νοεμβρίου του 1947, η άποψη της πλειοψηφίας του πληθυσμού της υπό βρετανική εντολή Παλαιστίνης, δηλαδή του παλαιστινιακού λαού (ανεξάρτητα από καταγωγή), αγνοήθηκε τελείως. Προφανώς, δεν τίθεται θέμα νομιμότητας ή αναδρομικής εφαρμογής των σύγχρονων αντιλήψεων περί δικαίου, αλλά είναι πολύ χρήσιμο να δούμε σε ποιο ιδεολογικό πλαίσιο αντιλήψεων αποφασίστηκε η διχοτόμηση της Παλαιστίνης.

Ισότητα με πολλές εξαιρέσεις…

 Η ιδεολογία του διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης του 1789, διακήρυττε την ελευθερία, την ισότητα και την αδελφοσύνη για όλα τα ανθρώπινα πλάσματα. Παρόλα αυτά, στην πράξη, στα περισσότερα χρόνια του διαστήματος που ακολούθησε τη διακήρυξη των ελπιδοφόρων αυτών αρχών, η κυρίαρχη αντίληψη στο μοντέρνο φιλελεύθερο κόσμο ήταν η εξαίρεση της πλειοψηφίας των λαών της γης από την απόλαυση των ίσων δικαιωμάτων. Και αφού όλοι οι άνθρωποι θεωρούνταν ίσοι, η εξαίρεση από την απόλαυση των δικαιωμάτων θεμελιωνόταν στην εξαίρεση από το ανθρώπινο γένος (όπου άνθρωπος, ο φορέας του ορθού λόγου, που δεν μπορούσε φυσικά να είναι π.χ. ο «άγριος» της Αφρικής). Αυτή ήταν η βάση του φυλετικού ρατσισμού, ο οποίος κατασκεύασε τις φυλετικές – βιολογικές κατηγορίες και ιεράρχησε τους ανθρώπους σε ανώτερους και κατώτερους, αποδίδοντας ή στερώντας τους δικαιώματα με βάση αυτήν την κατηγοριοποίηση. Έτσι, π.χ. οι Γάλλοι μπορούσαν να θεωρούν τους Αφρικανούς «άγριους» ή τους Άραβες «βάρβαρους», χωρίς δικαιώματα κυριαρχίας στην περιοχή που κατοικούν, ενώ στην Ευρώπη, ο Εβραίος από ανορθολογικό θρησκευτικό αντικείμενο μίσους, που ήταν στο παρελθόν, μετατράπηκε σε φυλετική – «επιστημονική» κατηγορία, και κατασκευάστηκε ως ο επικίνδυνος άλλος, που συνωμοτεί για το κακό μας εντός των ευρωπαϊκών κοινωνιών. Αποτέλεσμα αυτών των λογικών ήταν η τραυματική εμπειρία της αποικιοκρατίας και η τραγωδία του ναζιστικού ολοκαυτώματος των Εβραίων της Ευρώπης.

Η λογική αυτή άντεξε και μετά την εμπειρία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και την ίδρυση του Ο.Η.Ε., καθώς θεωρούταν λογικό και σύμφωνο με τις αρχές του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, χώρες – μέλη του συμβουλίου ασφαλείας του οργανισμού να έχουν αποικίες ή να διατηρούν δομές φυλετικού διαχωρισμού σε αρκετές πολιτείες τους, αλλά τελικά εγκαταλείφθηκε κάτω από την πίεση των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων του Τρίτου Κόσμου.

Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, πού θα μπορούσε να τοποθετήσει κανείς τον σιωνισμό, το εθνικό κίνημα των Εβραίων, και το σχέδιο ίδρυσης εβραϊκού κράτους στην Παλαιστίνη;

Το σχέδιο εποικισμού της Παλαιστίνης από το σιωνιστικό κίνημα ξεκινά ήδη από το 1882, πολλά χρόνια πριν την εμπειρία του ναζιστικού ολοκαυτώματος. Έχει όλα τα χαρακτηριστικά μιας αποικιοκρατικής επιχείρησης, αφού στηρίζεται στη θεωρία ότι όπου δεν κατοικούν Ευρωπαίοι, οι κάτοικοι δεν έχουν δικαιώματα κυριαρχίας στη γη τους, είναι ένας οιονεί τόπος ακατοίκητος, μια terra nullius. Στην ουσία, ένας Βεδουΐνος π.χ. θεωρείται κάτι ελάχιστα διαφορετικό από μια όαση ή μια φοινικιά, είναι περισσότερο κομμάτι του τοπίου, παρά κάποιος που οφείλουμε να λάβουμε υπόψη μας τη γνώμη του όταν εμείς, ο «πολιτισμένος κόσμος», λαμβάνουμε αποφάσεις για το μέλλον της πατρίδας του. Η επίλυση του εβραϊκού ζητήματος μπορεί επομένως να αναζητηθεί εκτός Ευρώπης, στις περιοχές που για τόσα χρόνια οι μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις δεν ρωτούσαν κανέναν για το που θα εγκατασταθούν και πως θα μεταχειριστούν τους κατοίκους τους.

Αυτό είναι εμφανές τόσο στη γλώσσα που χρησιμοποιεί το σιωνιστικό κίνημα στην οργάνωση του εγχειρήματός του (π.χ. η επιλογή των ονομάτων «Εβραϊκή Αποικιακή Εταιρεία» ή «Εβραϊκό Αποικιακό Τραστ» κ.λπ.), όσο και στην επιχειρηματολογία του (π.χ. ο Θεόδωρος Χερτζλ, ιδρυτής – πατέρας του σιωνιστικού κινήματος, στο διάσημο έργο του «Το Εβραϊκό Κράτος» το 1896 παρουσιάζει το χαρακτήρα του μελλοντικού κράτους ως εξής: «Θα αποτελέσουμε εκεί ένα τμήμα του προμαχώνα της Ευρώπης ενάντια στη Ασία, ένα προκεχωρημένο φυλάκιο του πολιτισμού απέναντι στη βαρβαρότητα»).

Ταυτόχρονα όμως, ο σιωνισμός υπήρξε και ένα εθνικό κίνημα, που αναζητούσε απάντηση στο πρόβλημα του ευρωπαϊκού αντισημιτισμού (γνωστό στους Ευρωπαίους ως το «εβραϊκό ζήτημα»), από τον οποίο οι Ευρωπαίοι Εβραίοι υπέφεραν για χρόνια και οδηγήθηκαν τελικά στην ανείπωτη φρίκη του ναζιστικού ολοκαυτώματος. Όμως, σε αντίθεση με τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα του Τρίτου Κόσμου, που διεκδίκησαν την ελευθερία των λαών της Ασίας και της Αφρικής, ζητώντας την πραγματική εφαρμογή της ισότητας και την κατάργηση κάθε ιεράρχησης μεταξύ των λαών, ο σιωνισμός διεκδίκησε την ελευθερία του εβραϊκού λαού μέσω ενός αποικιακού σχεδίου. Δεν αμφισβήτησε την λογική κατηγοριοποίησης των ανθρώπων, αλλά ζήτησε την αναγνώριση και στους Εβραίους του προνομίου που είχαν κι οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι να εποικίζουν και να κλέβουν τη γη των μη Ευρωπαίων.

Θα είχε αξία να σημειώσουμε ότι το σχέδιο για τη διχοτόμηση της Παλαιστίνης του 1947, εκφράζει τη διεθνή συναίνεση εντός του Ο.Η.Ε. μιας εποχής, όπου ελάχιστα κράτη της Αφρικής και της Ασίας είχαν κατακτήσει την ανεξαρτησία τους. Σε σύνολο πενήντα έξι κρατών – μελών, μόλις δεκαεπτά από αυτά δεν κυβερνιόνταν από Ευρωπαίους ή απογόνους Ευρωπαίων εποίκων.

Υπέρ του σχεδίου ψήφισαν τριάντα χώρες, όλες  κυβερνώμενες από λευκές ελίτ (Αυστραλία, Βέλγιο, Βολιβία, Βραζιλία, Γαλλία, Γουατεμάλα, Δανία, Δομινικανή Δημοκρατία, Εκουαδόρ, Ισλανδία, Καναδάς, Κόστα Ρίκα, Λευκορωσική Σ.Σ.Δ, Λουξεμβούργο, Νέα Ζηλανδία, Νικαράγουα, Νορβηγία, Ολλανδία, Ουκρανική Σ.Σ.Δ., Παναμάς, Παραγουάη, Περού, Πολωνία, Σουηδία, Τσεχοσλοβακία, Νότια Αφρική (η ρατσιστική), Η.Π.Α., Ε.Σ.Σ.Δ., Ουρουγουάη, Βενεζουέλα), την τελευταία στιγμή συντάχτηκαν με την άποψή τους άλλες τρεις, μη λευκές, αλλά εξαρτήματα της αμερικάνικης εξωτερικής πολιτικής (η Αϊτή, η Λιβερία και οι Φιλιππίνες), χωρίς τις οποίες δεν θα μπορούσε να συγκεντρωθεί η απαραίτητη πλειοψηφία των δύο τρίτων. Ο πρέσβης της Λιβερίας στις Η.Π.Α. μάλιστα είχε καταγγείλει ότι η χώρα του και πολλές άλλες δέχτηκαν αφόρητες πιέσεις και απειλές για διακοπή της οικονομικής βοήθειας που λάμβαναν, αν δεν ψήφιζαν υπέρ. Κατά ψήφισαν δεκατρείς χώρες (Αφγανιστάν, Κούβα, Αίγυπτος, Ελλάδα, Ινδία, Ιράν, Ιράκ, Λίβανος, Πακιστάν, Σαουδική Αραβία, Συρία, Τουρκία, Υεμένη), από τις οποίες μόνο δύο κυβερνιόνταν από Ευρωπαίους (η Ελλάδα και η Κούβα). Απείχαν δέκα (Αργεντινή, Χιλή, Κίνα, Κολομβία, Ελ Σαλβαδόρ, Αιθιοπία, Ονδούρα, Μεξικό, Ηνωμένο Βασίλειο, Γιουγκοσλαβία), ενώ η Ταϊλάνδη απουσίαζε.

Η ίδρυση του Κράτους του Ισραήλ δεν ήταν καλή ιδέα

Η επιτυχία του σιωνιστικού αποικιακού σχεδίου και η ίδρυση του Κράτους του Ισραήλ, πάνω στα ερείπια της Παλαιστίνης, δεν έδωσε καν λύση στο ζήτημα του αντισημιτισμού στην Ευρώπη και της ασφάλειας των Εβραίων (άλλωστε, το Ισραήλ είναι ίσως, το πιο επικίνδυνο μέρος που θα μπορούσε να ζει ένας Εβραίος). Αντίθετα, ανατροφοδότησε πολλά είδη ρατσισμού σε όλον τον κόσμο, που είχαν απαξιωθεί μετά την ήττα του ναζισμού και της αποικιοκρατίας.

Αφενός, πολλοί αντισημίτες μπορούν πλέον να  κρύβουν τον αντισημιτισμό τους πίσω από μια εύλογη κριτική στις αυθαίρετες συμπεριφορές του Ισραήλ και να στηρίζουν κάθε λογής αντισημιτικές συνωμοσιολογίες στην ολοφάνερη ασυλία που απολαμβάνει όταν καταπατά κάθε έννοια διεθνούς δικαίου.

Αφετέρου, πολλοί ρατσιστές νοσταλγοί της αποικιοκρατίας και της λευκής υπεροχής, μπορούν να κρύβουν τη νοοτροπία τους αυτή πίσω από την υπεράσπιση της σιωνιστικής αποικίας από τον «βάρβαρο αραβικό περίγυρό της» και τους πραγματικούς ή υποτιθέμενους αντισημίτες επικριτές της.

Η υπόμνηση της «νάκμπα», του ξεριζωμού εκατοντάδων χιλιάδων Παλαιστίνιων από τις εστίες τους, ξανακάνει σήμερα επίκαιρο το πανανθρώπινο μήνυμα για ισότητα όλων των ανθρώπων και σεβασμό των δικαιωμάτων τους, ενώ ταυτόχρονα αναδεικνύει τα εγκληματικά αποτελέσματα κάθε λογικής «εθνικής καθαρότητας». Κάνει ξανά επίκαιρο τον αγώνα για μια λύση του παλαιστινιακού προβλήματος που θα συμπεριλαμβάνει, στη βάση της ισότητας, το σεβασμό των δικαιωμάτων όλων των Παλαιστίνιων είτε ζουν στο Ισραήλ είτε στα κατεχόμενα είτε στους προσφυγικούς καταυλισμούς, αλλά και όλων των Εβραίων Ισραηλινών, από τους γηγενείς, μέχρι τους πιο πρόσφατους μετανάστες.

Σόρτλινκ: http://wp.me/p1pa1c-a3s

Advertisements