Μπορεί να μεταρρυθμιστεί το συριακό καθεστώς;

Posted on 19 Απριλίου, 2011 1:34 μμ από

4


του Μοχάμεντ Ταχάρ Μπενσάαντα

(τη μετάφραση έκανε το Καπυμπάρα)

Ο άνεμος της αλλαγής που πνέει στον αραβικό κόσμο δεν θα μπορούσε να εξαιρέσει καμία χώρα της περιοχής, παρότι οι μορφές και οι ρυθμοί των λαϊκών διεκδικήσεων ποικίλουν έντονα, ανάλογα με το εθνικό πλαίσιο, όπου αναπτύσσονται. Πώς θα μπορούσε ένα αυταρχικό καθεστώς, σαν το μπααθικό καθεστώς της Συρίας, να ξεφύγει από ένα ωστικό κύμα, με ιδιαίτερη προβολή από τα μέσα ενημέρωσης, το οποίο ανέτρεψε τα καθεστώτα του Μπεν Άλι και του Μουμπάρακ περιμένοντας τη σειρά του Άλι Σάλεχ στην Υεμένη και του Καντάφι στη Λιβύη;

Φαινομενικά, το σενάριο είναι πανομοιότυπο. Το κίνημα λαϊκής διαμαρτυρίας ξεκίνησε από μια μικρή περιοχή στα νότια της χώρας, τη Ντεράα, για να απλωθεί στην υπόλοιπη χώρα. Οι διαδηλωτές που διεκδικούν ειρηνικά πολιτικές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις έρχονται αντιμέτωποι με την άγρια καταστολή των δυνάμεων της τάξης. Το καθεστώς που παίζει την επιβίωσή του, αναζητά να κατευνάσει τις αντιδράσεις, υποσχόμενο μεταρρυθμίσεις.

Από την άλλη, αυτές οι μεταρρυθμίσεις δεν φαίνονται μονάχα σαν καθυστερημένες και επιφανειακές. Μοιάζουν επίσης, να είναι μια προσπάθεια να κερδιθεί χρόνος, αλλιώς, πώς θα μπορούσε να εξηγήσει κανείς την ένταση της καταστολής την ίδια στιγμή που το καθεστώς αναγνωρίζει ανοιχτά την ανάγκη για πολιτικές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις και καταπολέμηση της διαφθοράς; Βεβαίως, ο πρόεδρος Μπασάρ Αλ-Άσαντ, καθαίρεσε την κυβέρνησή του –για να εμπιστευτεί τη θέση του πρωθυπουργού στον παλιό του υπουργό γεωργίας- και απέλυσε τον κυβερνήτη της Ντεράα, όμως αρκεί αυτό για συγκρατήσει την κοινωνική οργή;

Ένα καθεστώς αυταρχικό και φατριαστικό

Οι υπερβολές των δυνάμεων της τάξης ενάντια στους ειρηνικούς διαδηλωτές, δε συνιστούν μια «εκτροπή» των δυνάμεων ασφαλείας, την οποία μπορούμε να την αποδώσουμε στο ζήλο του ενός ή του άλλου υπεύθυνου των αρχών ασφαλείας. Αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα ενός τρόπου διακυβέρνησης που στηρίζεται στους αποκλεισμούς, την καταστολή και τα βασανιστήρια και διαρκεί παραπάνω από σαράντα χρόνια. Οι διαμαρτυρόμενοι που αψηφούν τις δυνάμεις της τάξης το γνωρίζουν, και αν είναι έτοιμοι να πληρώσουν το τίμημα, αυτό συμβαίνει γιατί η εξέγερση που σιγόκαιγε εδώ και καιρό βρήκε την ευκαιρία να εκφραστεί ανοιχτά, ενθαρρυμένη από την πτώση των αυταρχικών καθεστώτων της Τυνησίας και της Αιγύπτου.

Απέναντι σ’ ένα κίνημα λαϊκής διαμαρτυρίας, που παρόλ’αυτά δεν ζητά (τουλάχιστον προς το παρόν) την πτώση του καθεστώτος, αλλά μόνο πολιτικές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, το καθεστώς δε σκέφτηκε τίποτα καλύτερο από το να το καταγγείλει σαν «ιμπεριαλιστικο-σιωνιστική συνομωσία» για να το απαξιώσει και να δικαιολογήσει την καταστολή του. Πώς να εξηγήσουμε αυτή τη φυγή προς τα μπρος του μπααθικού καθεστώτος και τη συστηματική καταφυγή του σε δυσανάλογη καταστολή απέναντι σ’ ένα ειρηνικό κίνημα;

Αυτό που θα μπορούσε να περάσει σαν μια ακατανόητη, αναχρονιστική και αυτοκτονική συμπεριφορά αποκαλύπτει στην πραγματικότητα μια λογική που αρμόζει σε ένα αυταρχικό καθεστώς του οποίου η «εθνικιστική» και «προοδευτική» ρητορική δεν μπορεί να κρύψει την κοινωνικο-ιστορική του θεμελίωση πάνω σε μία φατριαστική λογική, που δε διστάζει να χρησιμοποιήσει τους εθνοτικούς και θρησκευτικούς διαχωρισμούς που γνωρίζει η συριακή κοινωνία. Η «εθνικιστική – παναραβική» ρητορική δεν εμποδίζει το καθεστώς να βασίζεται στην αλεβίτικη μειονότητα, από την οποία προέρχεται η πλειοψηφία των αξιωματικών του στρατού και της αστυνομίας του καθεστώτος, μια μειονότητα που δε διστάζει να παίζει ευφυώς με τους φόβους των άλλων μειονοτήτων, όπως της χριστιανικής μειονότητας, για μια έφοδο της, υποτίθεται «συντηρητικής», σουνιτικής πλειοψηφίας.

Εξ ορισμού, ένα φατριαστικό καθεστώς που τρέφεται από χωριστικές λογικές, δεν μπορεί να ανοιχτεί, χωρίς να είναι καταδικασμένο να εισέλθει σε σοβαρή εσωτερική κρίση, ικανή να προδιαγράψει την καταδίκη του σε εξαφάνιση. Τα πιο σκληρά στοιχεία του φατριαστικού καθεστώτος βρίσκουν τη συνοχή και τη δύναμή τους στο ερμητικό κλείσιμό τους απέναντι στους «άλλους», οι οποίοι αντιπροσωπεύουν, εντός αυτής της οπτικής, αμέτρητους κινδύνους για την επιβίωση του συστήματος και οι οποίοι πρέπει, από αυτήν την άποψη, να είναι μόνιμα διαιρεμένοι και εξουδετερωμένοι. Η αιματοβαμμένη ιδεολογική αντιπαράθεση με τον παλαιό ιρακινό μπααθιστή αδελφό-εχθρό, που αποτελεί μια από τις πιο σκοτεινές σελίδες της πολιτικής ιστορίας της περιοχής και που διήρκεσε πάνω από τρεις δεκαετίες, δεν κινήθηκε έξω από το πλαίσιο της φατριαστικής και καταστροφικής αυτής λογικής.

Αυτό εξηγεί τις δυσκολίες που συνάντησε ο Μπασάρ Αλ-Άσαντ στην απόπειρα μεταρρύθμισης του συστήματος την επόμενη της ανάληψης της εξουσίας, μετά το θάνατο του πατέρα του. Όλοι αυτοί που κινητοποιήθηκαν υπέρ της συμβιβαστικής λύσης, του γιου, που φυσιολογικά διαδέχεται τον πατέρα, η παλιά φρουρά του καθεστώτος, έκαναν τα πάντα για να εμποδίσουν το άνοιγμα που υποσχέθηκε ο νέος διάδοχος

Η συνέχεια είναι γνωστή. Οι αντιφάσεις που συσσωρεύτηκαν κατά τη διάρκεια δεκαετιών και η απελπισία για τις υποσχέσεις μεταρρύθμισης που ποτέ δεν τηρήθηκαν, θα μπορούσε να αναδυθούν με μια ρήξη περισσότερο ή λιγότερο βίαιη. Έλειπε ο πυροκροτητής. Δεδομένου του νέου διεθνούς και περιφερειακού πλαισίου, που πολλαπλασιάστηκε από τη δορυφορική τηλεόραση και τα κοινωνικά δίκτυα, τα γεγονότα στη Ντεράα κατάφεραν να αποδειχτούν υπεραρκετά στο ρόλο του πυροκροτητή. Αν τα είκοσι χιλιάδες θύματα της άγριας καταστολής στη Χάμα, το 1982 δεν κατάφεραν να κλονίσουν το καθεστώς, αυτή τη φορά, τα εκατοντάδες θύματα της καταστολής, αντί να τρομοκρατήσουν το λαϊκό κίνημα διαμαρτυρίας, φαίνεται να του έδωσαν διπλάσιο σφρίγος και αποφασιστικότητα.

Η φυγή προς τα μπρος του μπααθικού συριακού καθεστώτος, που στηρίζεται στην άγρια καταστολή και στην πρωτόγονη προπαγάνδα, η οποία ταυτίζει τη λαϊκή διαμαρτυρία με «ξένες συνομωσίες» διακινδυνεύει, δυστυχώς, να χειροτερεύσει την πραγματική κατάσταση, κυρίως όταν κάποιοι καθεστωτικοί αξιωματούχοι δε διστάζουν να παίξουν το χαρτί της θρησκευτικής προβοκάτσιας, ενεργοποιώντας μυστηριώδη τάγματα θανάτου και αποδίδοντας δικές τους πράξεις βίας σε μισθοδοτούμενες από το εξωτερικό ένοπλες ανατρεπτικές ομάδες, όπως αυτή που προκλήθηκε στην περιοχή του λιμανιού της Λατάκιας, όπου οι σουνίτες ζούσαν πάντοτε αρμονικά με τους αλεβίτες και χριστιανούς συμπατριώτες τους.

Γεωπολιτικές επιδράσεις

Πιο σημαντικό. Αν το μπρα ντε φερ ανάμεσα στο μπααθικό καθεστώς και το λαϊκό κίνημα διαμαρτυρίας συνεχιστεί και χειροτερεύσει, όπως υποδεικνύουν κάποιες εκτιμήσεις, δεν μπορεί να αποκλείσει κανείς ότι η συριακή κρίση θα λάβει ανησυχητικές διαστάσεις. Στην περίπτωση αυτή, η πολιτική κρίση, την οποία το καθεστώς επιθυμεί μάταια να υποβαθμίσει σε «κρίση ασφαλείας», κινδυνεύει να μετατραπεί σε μια πολύ συγκεκριμένη διπλωματική κρίση.

Πράγματι, η συγκεκριμένη θέση της Συρίας στη γεωπολιτική αρχιτεκτονική της Μέσης Ανατολής και η εγγύτητά της στο κράτος του Ισραήλ, δε θα μπορούσαν να αφήσουν αδιάφορες τις δυνάμεις που κυριαρχούν στη «διεθνή κοινότητα». Αυτό που σήμερα μοιάζει με την προπαγάνδα ενός καθεστώτος που γαβγίζει, κινδυνεύει να μετατραπεί σε θλιβερή πραγματικότητα με τη βοήθεια ξένων παρεμβάσεων  ενδιαφερομένων που δε θα αργοπορήσουν να επέμβουν, αν τους δοθεί η ευκαιρία. Και έχουν επιπλέον, έναν πολύ καλό λόγο. Παρά τον αυταρχικό και φατριαστικό χαρακτήρα του, το συριακό καθεστώς δεν μπορεί να ταυτιστεί με το καθεστώς του Μουμπάρακ. Το τελευταίο ήταν αναγνωρισμένο ως εγγυητής των συμφωνιών του Καμπ Ντέιβιντ και δεν έκρυβε την ανοικτή του συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ στη διατήρηση του στάτους κβο στην περιοχή, η οποία περνούσε μέσα από την καταστολή κάθε μορφής παλαιστινιακής αντίστασης.

Απέναντι σ’ αυτήν την ανοιχτή προδοσία των καθεστώτων του Μουμπάρακ και του βασιλιά Αμπντάλα της Ιορδανίας, που υποστηρίζονται από τις αντιδραστικές πετρομοναρχίες του Κόλπου, το συριακό καθεστώς, παίζει το ρόλο του καλού και δε διστάζει να παρουσιάζεται σαν υπερασπιστής της αραβικής αντίστασης στα επεκτατικά και ηγεμονικά ισραηλινά σχέδια στην περιοχή, όπως θα μπορούσαν να δείξουν η βοήθειά του στη Χαμάς και σε άλλες ομάδες της παλαιστινιακής αντίστασης, που έχουν εγκατασταθεί στη Δαμασκό, η συμμαχία του με τη Χεζμπολάχ στο Λίβανο και αυτή με το Ιράν.

Αν τη δούμε από αυτήν την άποψη, η συριακή κρίση χαροποιεί κατά κάποιον τρόπο τους Αμερικάνους και τους Ισραηλινούς. Η αποδυνάμωση του μπααθικού καθεστώτος θα μπορούσε να τους κάνει οικονομία χρόνου και ενέργειας. Ένας ενοχλητικός τοπικός παίχτης λιγότερος θα μπορούσε να τους προσφέρει ένα διόλου ευκαταφρόνητο γεωπολιτικό πλεονέκτημα. Όμως μέχρι πού είναι έτοιμοι να προχωρήσουν Αμερικάνοι και Ισραηλινοί την προσπάθεια εξουδετέρωσης ενός καθεστώτος που μοιάζει αντίθετο στα ηγεμονικά τους σχέδια στην περιοχή;

Για να απαντήσουμε σ’ αυτήν την ερώτηση, πρέπει καταρχήν να ξεκαθαρίσουμε κάποια πράγματα. Στην πραγματικότητα, ανάμεσα στην προπαγάνδα, για εσωτερική και αραβική χρήση, του μπααθικού καθεστώτος και την γεωπολιτική πραγματικότητα της περιοχής, υπάρχει μια διαφορά, την οποία πρέπει να λάβουμε υπόψη μας. Η «εθνικιστική», «αντι-ιμπεριαλιστική» και «αντι-σιωνιστική» ρητορική του μπααθικού καθεστώτος, δεν το εμπόδισε ποτέ από το να παίξει ένα έξυπνο διπλωματικό παιχνίδι, βασισμένο σ’ έναν πολιτικό ρεαλισμό από τους πιο μακιαβελικούς. Η χρήση του χαρτιού της Χαμάς ή της Χεζμπολάχ και της συμμαχίας του με το Ιράν του επέτρεψαν να διατηρήσει τη θέση του στρατηγικού παίχτη στην περιοχή, χωρίς να χρειάζεται να πληρώσει το τίμημα μιας απευθείας αντιπαράθεσης με το Ισραήλ, που θα ήταν μοιραία για την επιβίωση του καθεστώτος.

Παρά την πύρινη εθνικιστική ρητορική, το μπααθικό καθεστώς, πάντοτε προσέχει να μην περάσει την κόκκινη γραμμή και να απειλήσει πραγματικά την ισραηλινή ηγεμονία. Από το 1970, έτος που ανήλθε στην εξουσία ο στρατηγός Χάφεζ Αλ-Άσαντ, μέχρι τις μέρες μας, οι πολιτικές και στρατιωτικές υπηρεσίες που πρόσφερε το μπααθικό καθεστώς στην περιφερειακή τάξη είναι ανυπολόγιστες. Παθητικός θεατής της σφαγής των Παλαιστινίων στη Ιορδανία το Σεπτέμβρη του 1970, το συριακό καθεστώς είχε απαγορεύσει στους Παλαιστίνιους να βρουν καταφύγιο στη Συρία και μπλόκαρε τα όπλα που έστειλε η Αλγερία στην παλαιστινιακή αντίσταση στο λιμάνι της Λατάκιας. Το 1976, ο συριακός στρατός εισέβαλε στο Λίβανο για να διασώσει με κάθε μέσο το φαλαγγίτικο στρατόπεδο, από σίγουρη πανωλεθρία, δολοφονώντας στο πέρασμά του τον ηγέτη του Λιβανικού Εθνικού Κινήματος, Καμάλ Τζουμπλάτ. Παθητικό μέχρι την ισραηλινή εισβολή στο Λίβανο (Ιούνιος – Σεπτέμβριος 1982), το συριακό καθεστώς έκανε αισθητή την παρουσία του, το 1983, βοηθώντας τις σιιτικές πολιτοφυλακές του κινήματος Αμάλ στις επιθέσεις τους ενάντια στα παλαιστινιακά στρατόπεδα προσφύγων στη Βηρυτό και στους βομβαρδισμούς των προσφυγικών στρατοπέδων στην Τρίπολη.

Κατά τη διάρκεια του πολέμου του Κόλπου το 1991, το συριακό καθεστώς κατάφερε να αγοράσει την αμερικάνικη ειρήνη στέλνοντας μια ταξιαρχία στο πλευρό της διεθνούς συμμαχίας ενάντια στον ιρακινό γείτονά του. Μετά την εισβολή στο Ιράκ το 2003, το συριακό καθεστώς παρουσιάστηκε λιγότερο συμβιβαστικό προς τους Αμερικάνους, οι οποίοι δε δίστασαν να το κατηγορήσουν για συνεργασία με την ιρακινή αντίσταση. Στην πραγματικότητα, το συριακό καθεστώς, όπως και το ιρανικό, έπαιξε το δικό του ρόλο: Αφήνοντας να περάσουν στο Ιράκ τους Λιβανέζους, Σύριους, Μαροκινούς, Αιγύπτιους σουνίτες μαχητές, πέτυχε μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια: Από τη μια, παγίδευσε τους Αμερικάνους στο Ιράκ κι από την άλλη απαλλάχθηκε έξυπνα από τους «τζιχαντιστές», που ήταν λιγότερο ενοχλητικοί νεκροί στο Ιράκ, παρά ζωντανοί στη Συρία! Πιο πρόσφατα, το συριακό καθεστώς βοήθησε την επιχείρηση «Ασπίδα της Χερσονήσου», με την οποία το «Συμβούλιο συνεργασίας του Κόλπου» έστειλε στρατεύματα από τη Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα στο Μπαχρέιν, με σκοπό να σώσουν το κλυδωνιζόμενο αντιδραστικό καθεστώς του Αλ-Χαλίφα. Πράττοντας έτσι, το συριακό καθεστώς κέρδισε την εύνοια του Ριάντ και του Αμερικάνου προστάτη του.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες, δεν εκπλήσσει το ότι η ισραηλινή εφημερίδα Χααρέτζ ομολογεί κυνικά το πραγματικό αίσθημα του ισραηλινού Γενικού Επιτελείου Στρατού, το οποίο ανησυχεί για την πιθανότητα να εκλείψει ένα καθεστώς που κάνει πόλεμο με το Ισραήλ στα λόγια, αλλά ποτέ δεν περνά σε πράξεις. Αυτή η ισραηλινή ομολογία εξηγεί χωρίς αμφιβολία την παράξενη μετριοπάθεια των αντιδράσεων της «διεθνούς κοινότητας» και των ΗΠΑ, πιο συγκεκριμένα, σε σχέση με την καταστολή των διαδηλωτών στη Συρία.

Το διπλό παιχνίδι του συριακού μπααθικού καθεστώτος, που κατάφερε να εξαπατήσει ένα μέρος της αραβικής κοινής γνώμης,  εγγράφεται σε μια πολιτική λογική. Ένα φατριαστικό καθεστώς δεν μπορεί να ελπίζει να επιβιώσει, παρά μόνο επενδύοντας στη μόνιμη παρουσία μιας πολεμικής ατμόσφαιρας ενάντια σ’ έναν φοβερό «εξωτερικό εχθρό». Σ’ αυτές τις συνθήκες, κάθε αντιπολίτευση μπορεί εύκολα να εξομοιωθεί με «προδοσία». Με τη σειρά, το συριακό και το ιρακινό μπααθικό καθεστώς αρίστευσαν σ’ αυτό το παιχνίδι. Έσπευσαν να αξιοποιήσουν στις στρατηγικές εξουσίας τις παλαιστινιακές και λιβανικές εσωτερικές αντιθέσεις και διαμάχες, την ίδια στιγμή που οι αντιπολιτεύσεις τους συνεισέφεραν στο δηλητηριασμό της αραβικής πολιτικής ατμόσφαιρας εκφυλίζοντας κάποιους πολιτικούς σκοπούς και περιπλέκοντας την αναζήτηση ειρηνικών λύσεων στις εσωτερικές διαφορές γινόμενες εμπόδια στην ενιαία κινητοποίηση των κοινωνικών δυνάμεων ενάντια στην ισραηλινή κατοχή και την ιμπεριαλιστική κυριαρχία στην περιοχή. Από αυτό το γεγονός, εδώ και καιρό υπήρξαν χρήσιμα στην κατεστημένη περιφερειακή τάξη κι αυτό εξηγεί γιατί ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός τα ανέχτηκε για καιρό πριν στραφεί εναντίον τους.

Η σκιά των Αδελφών Μουσουλμάνων

Αλλά για να κάνει το βήμα και να αποφασίσει σε κάποια δεδομένη στιγμή να στραφεί πολιτικά και ίσως και στρατιωτικά ενάντια σ’ ένα καθεστώς, ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός χρειάζεται να έχει εξασφαλισμένη τη διάδοχη κατάσταση. Δεν θα κινητοποιήσει τη «διεθνή κοινότητα» και τους πολιτικούς και μιντιακούς αναμεταδότες του ρισκάροντας να βρεθεί με ένα καθεστώς χειρότερο από αυτό του Μπάαθ!

Εδώ, τα πράγματα περιπλέκονται. Το μπααθικό καθεστώς που βρίσκεται στην εξουσία στη Δαμασκό, δεν είναι ένοχο, στα μάτια των δυτικών, μόνο γιατί δεν ακολούθησε το δρόμο μιας ξεχωριστής συνθήκης ειρήνης, όπως έκαναν πριν απ’ αυτό το αιγυπτιακό και το ιορδανικό καθεστώς ούτε γιατί συνεχίζουν τις κακές τους παρέες στην περιοχή (Ιράν, Χαμάς, Χεζμπολάχ), είναι επίσης και κυρίως ένοχο για το πολιτικό κενό που δημιούργησε γύρω του με μια πολιτική συστηματικής καταστολής, που κάνει δύσκολη κάθε λύση αντικατάστασής του.

Η εξόντωση του ένοπλου τμήματος των Αδελφών Μουσουλμάνων, που εκπροσωπούταν κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 80 από την «ένοπλη πρωτοπορία» του Αντνάν Όκλα και η φυλάκιση και η εξορία των στελεχών και των μάχιμων μελών των πολιτικών σχηματισμών του Αντνάν Σααντεντίν και του Άλι Μπαγιανούνι, βύθισαν τη χώρα στο σκοτάδι. Τώρα το μόνο που γνωρίζουμε είναι ότι οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι αποτελούν την κύρια οργανωμένη δύναμη της συριακής αντιπολίτευσης, τόσο στο εσωτερικό της χώρας, όσο και στο εξωτερικό. Αν στο εξωτερικό, οι Αμερικάνοι και οι Ευρωπαίοι και Άραβες σύμμαχοί τους είναι σχετικά καλά πληροφορημένοι για τις τάσεις και τις προθέσεις των Αδελφών Μουσουλμάνων, το κλίμα καταπίεσης και η ολοκληρωτική παρακολούθηση των κοινωνικών δικτύων από το καθεστώς, στο εσωτερικό της χώρας, δεν διευκολύνουν τη δουλειά των γραφείων που είναι επιφορτισμένα με την ενημέρωση των κυβερνήσεών τους.

Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ και η CIA, έχουν αναμφίβολα κάποια διείσδυση στην ηγεσία των Σύρων Αδελφών Μουσουλμάνων, που έχουν εγκατασταθεί στην Ευρώπη, την Ιορδανία και τις χώρες του Κόλπου, και θα μπορούσαν να έρθουν σε συνδιαλλαγή μαζί τους και να σιγουρέψουν τους σχετικούς πολιτικούς και διπλωματικούς συμβιβασμούς. Όμως, πως θα μπορούσαν να είναι σίγουροι ότι αυτοί οι ηγέτες συνεχίζουν να επηρεάζουν πραγματικά στο εσωτερικό της χώρας, τους συμπαθούντες και τα μέλη του κινήματος, που απαρτίζεται κατά πλειοψηφία από άτομα προερχόμενα από μια νέα γενιά, πιο πολιτικοποιημένη, λιγότερο τυχοδιωκτική και σίγουρα περισσότερο ανθεκτική στις δυτικές πιέσεις;

Η ιστορία των τριών τελευταίων δεκαετιών στη Συρία, μαρτυρά, πραγματικά, ότι παρά την ύπαρξη μιας μειοψηφικής τάσης «τζιχαντιστών», που έπαιξε το παιχνίδι της κατασταλτικής πολιτικής του καθεστώτος, οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι δεν αρνήθηκαν ποτέ το διάλογο και τις διαπραγματεύσεις με το καθεστώς. Όμως, σε στιγμές αδυναμίας, αυτό  πάντα λοξοδρομούσε και προσπαθούσε να κερδίσει χρόνο, πριν ξαναπάρει τον έλεγχο της κατάστασης, όπως έκανε με τις διαπραγματεύσεις του 1985 στη Γερμανία, ανάμεσα στο στρατηγό Άλι Ντούμπα και τους ηγέτες των Αδελφών Μουσουλμάνων Χάσαν Χουέιντι, Μουνίρ Ραντμπάν και Αντνάν Σααντεντίν, αν και ο τελευταίος υπήρξε πάντα καχύποπτος. Μετά την πτώση του Χάφεζ Αλ-Άσαντ και την άνοδο του γιου του στην εξουσία το 2000, οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι, έκαναν ένα μεγάλο πολιτικό άνοιγμα, δίνοντας μια ευκαιρία στον νέο ισχυρό άντρα της χώρας, με την ελπίδα να δουν να ξεκινάει μια διαδικασία πολιτικών μεταρρυθμίσεων.

Οι υποσχέσεις, όχι μόνο δεν τηρήθηκαν, αλλά η απουσία εκδημοκρατισμού σε συνδυασμό με την οικονομική φιλελευθεροποίηση που εγκαινιάστηκε από το νέο καθεστώς είχε καταστροφικά αποτελέσματα: πτώση της αγοραστικής δύναμης, ανασφάλεια της μεσαίας τάξης, γενίκευση της διαφθοράς. Όλα τα συστατικά μιας προαναγγελθείσας κοινωνικής έκρηξης. Πιο πρόσφατα, και απέναντι στην ένταση της καταστολής προς τους διαδηλωτές, οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι ήρθαν να επανεπιβεβαιώσουν την απόρριψη εκ μέρους τους της βίας και του θρησκευτικού σεχταρισμού και ζήτησαν μια ειρηνική μετάβαση προς τη δημοκρατία και την εγκαθίδρυση πολιτικού, κοσμικού καθεστώτος. Ειλικρινής αλλαγή δόγματος και στρατηγικής ή απλά τακτική κίνηση που στηρίζεται στη σιγουριά ότι μια δημοκρατική εκλογική διαδικασία θα τους φέρει στην εξουσία, και στην περίπτωση αυτή θα μπορούσαν να επιστρέψουν στο παλιό τους πρόγραμμα παλινόρθωσης του Χαλιφάτου;

Αν η θολή πολιτική εικόνα δεν μας επιτρέπει προς το παρόν να απαντήσουμε έντιμα σ’ αυτό το ερώτημα, δεν μπορούμε παρά να πούμε ότι ο εγκλωβισμός του συριακού μπααθικού καθεστώτος σε μια κατασταλτική λογική, δεν μπορεί παρά να ριζοσπαστικοποιήσει τις λαϊκές διαμαρτυρίες και να τροφοδοτήσει τις πιο σκληροπυρηνικές πολιτικές τάσεις, οι οποίες εύκολα μπορούν να χρησιμοποιηθούν από περιφερειακούς και διεθνείς παίκτες, που καραδοκούν. Η κλιμάκωση της κατασταλτικής πολιτικής ασφαλείας, δεν μπορεί παρά να διευρύνει το ήδη υπάρχον χάσμα ανάμεσα στο καθεστώς και τον πληθυσμό και καθυστερεί έναν εκδημοκρατισμό που φαίνεται, πάντως σαν απαραίτητη προϋπόθεση για τη διατήρηση της εθνικής ενότητας, που απειλείται, όχι τόσο από μια υποτιθέμενη «συνωμοσία ξένων δυνάμεων», αλλά από τη φυγή στο μέλλον ενός καθεστώτος, που έχει γίνει αναχρονιστικό σε μια περιοχή σε αναβρασμό. Το θλιβερό παράδειγμα του διαμελισμένου Ιράκ και της Λιβύης που εισέρχεται στον κύκλο του εμφυλίου πολέμου, θα μπορέσουν να εμπνεύσουν στους πρωταγωνιστές της συριακής κρίσης τη σοφία που απαιτεί η σοβαρότητα της κατάστασης, ώστε να αποφύγει η χώρα την ανεπανόρθωτη καταστροφή;

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στις 14 Απριλίου 2011 στο Oumma.com

Σόρτλινκ: http://wp.me/p1pa1c-9xb