Jesus Christ Rockstar

Posted on 17 Απρίλιος, 2011 1:23 μμ από

66


ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

απο enet.gr

«Ο χριστιανισμός θα πάψει να υπάρχει, θα συρρικνωθεί και θα αφανιστεί. Δεν το συζητάω καν, έχω δίκιο και θα αποδειχθεί πολύ σύντομα. Οι Beatles είμαστε τώρα πιο διάσημοι από τον Ιησού». Αυτές οι δηλώσεις του Τζον Λένον τον Μάρτιο του 1966 στην βρετανική εφημερίδα «Evening Standard» ισοδυναμούσαν με κήρυξη πολέμου στην «ηθική πλειοψηφία» των ΗΠΑ.

Η γκροτέσκα φιγούρα του Μέριλιν Μάνσον ως αποκαθηλωμένου Χριστού στο εξώφυλλο του «Holy Wood» εξόργισε τη χριστιανική δεξιά

Ουσιαστικά η διάσημη φράση του Λένον δεν έκανε καμιά εντύπωση στην Ευρώπη, που μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο είχε εμπλακεί σε έναν διάλογο περί της ύπαρξης του Θεού και την αντίφαση ανάμεσα στα κηρύγματα της Βίβλου και την ευλογία της επίσημης Εκκλησίας στα στρατεύματα που αιματοκύλισαν την Ευρώπη. Στην Αμερική, όμως, που τα λόγια του Λένον έφτασαν έξι μήνες μετά, όταν ένα περιοδικό αναδημοσίευσε τη συνέντευξη, η αντίδραση ήταν διαφορετική.

Πολλοί ραδιοφωνικοί σταθμοί στο Τέξας και την Αλαμπάμα απαγόρευσαν να μεταδίδονται τραγούδια των Beatles, ενώ δημοτικά συμβούλια σε πόλεις όπως το Μέμφις ανακήρυξαν τους βρετανούς μουσικούς ανεπιθύμητους για συναυλίες. Η ρατσιστική οργάνωση Κου Κλουξ Κλαν οργάνωσε μια τελετή εκδίκησης, όπου ένας δίσκος των Beatles καρφώθηκε συμβολικά σε ένα ξύλινο σταυρό, και παραθρησκευτικές οργανώσεις του Νότου κάλεσαν σε δημόσιες συγκεντρώσεις όπου έκαιγαν δίσκους του «καταραμένου συγκροτήματος». Κάτω από όλη αυτή την πίεση και με δεδομένη την ανάγκη να επανακτηθεί η αγορά των ΗΠΑ, ο Λένον αναγκάστηκε να δώσει συνέντευξη τύπου στο Σικάγο όπου ανασκεύασε τη δήλωσή του λέγοντας πως εννοούσε ότι «οι Beatles έχουν περισσότερη επιρροή στους έφηβους από ότι ο Χριστός» και ότι «δεν ήθελε να θίξει τους θρησκευόμενους ανθρώπους».

Οχι φυσικά ότι δεν υπήρχαν ανοιχτοί λογαριασμοί από το παρελθόν. Οι γοφοί του Ελβις είχαν ήδη από την δεκαετία του ’50 σκανδαλίσει τους συντηρητικούς πολίτες στις ΗΠΑ. Γι’ αυτούς ο «Βασιλιάς» αντιπροσώπευε το απόλυτο Κακό, ειδικά τη σεξουαλική απελευθέρωση, αφού στη σκηνή ήταν «σαν να έκανε στριπτίζ με ρούχα». Οι πάστορες των Ευαγγελιστών ήταν οι πρώτοι που είδαν στο ροκ εν ρολ τη «μουσική του διαβόλου» και κάλεσαν το ποίμνιο «να μην ανοίξει τις θύρες» σε αυτόν τον ήχο. Καθόλου παράξενο, αφού μέχρι τότε η τζαζ και τα μπλουζ αφορούσαν τους μαύρους και κάποιους ελάχιστους μποέμ λευκούς. Ενώ ο Ελβις, χάρη στο νέο τότε μέσο, την τηλεόραση, προώθησε την «ανήθικη και επικίνδυνη» εικόνα του ροκ σταρ σε κάθε σπίτι. Και χαρακτηρίστηκε όχι μονο διαβολικός, αλλά και εθνικός κίνδυνος από τη θρησκόληπτη ακροδεξιά των ΗΠΑ, αφού την εποχή του Ψυχρού Πολέμου η θρησκεία ήταν που χώρισε την «ελευθερία και τη δημοκρατία από τους άθεους που κρύβονταν στο Σιδηρούν Παραπέτασμα».

Αλλά αυτές ήταν απλές αψιμαχίες μπροστά στον πόλεμο που θα ξεκινούσε στα μέσα της δεκαετίας του ’60. Εκεί εμφανίστηκε και η αντίφαση που θα στοίχειωνε τη ροκ σκηνή. Από την μια υπήρχαν οι βέβηλοι με το αλήτικο ροκ εν ρολ σαν τους Rolling Stones, που ζητούσαν προβοκατόρικα λίγη κατανόηση για τον διάβολο στο ύμνο «Sympathy For The Devil». Και από την άλλη υπήρχαν πολλοί χίπις που επιθυμούσαν να αποκαταστήσουν την εικόνα του Χριστού που είχε καπηλευθεί η επίσημη Εκκλησία. Γι’ αυτούς ήταν ένας κοινωνικός επαναστάτης που ήθελε μέσα από την ειρηνική διαμαρτυρία να επαναφέρει την ισότητα και την κοινωνική δικαιοσύνη. Αυτή η αντίληψη ξεκίνησε από τους πρώτους τραγουδιστές της φολκ που συμμετείχαν στα κινήματα για τα ανθρώπινα δικαιώματα και κορυφώθηκε στο διάσημο πια μιούζικαλ «Jesus Christ Superstar», τη ροκ όπερα του Αντριου Λόιντ Βέμπερ και του Τιμς Ράις, όπου στο δίσκο που κυκλοφόρησε το ρόλο του Χριστού είχε ο Ιαν Γκίλαν των Deep Purple. Φυσικά πολλές θρησκευτικές οργανώσεις διαμαρτυρήθηκαν για το βλάσφημο έργο, αλλά στις αρχές της δεκαετίας του ’70 και μετά την πολιτιστική επανάσταση που είχαν φέρει οι νεολαιίστικες εξεγέρσεις στα τέλη του ’60, ο ρόλος τους είχε πια υποβαθμιστεί.

Αντίθετα όμως υπήρχαν περιπτώσεις όπου διάσημοι ρόκερ έβρισκαν στο χριστιανισμό τη λύτρωση. Ο Μπομπ Ντίλαν είναι η πιο χαρακτηριστική περίπτωση, αφού το 1979 εγκατέλειψε τη ροκ σκηνή για να χριστεί Αναγεννημένος Χριστιανός και να βγάλει δίσκους όπως το «Slow Train Coming» και το «Saved», γεμάτους από θρησκευτικά τραγούδια που, όπως έγραφαν οι τότε κριτικές, «αποδείκνυαν τη βαθιά του πίστη». Ο Ντίλαν βρέθηκε στο ναδίρ της πορείας του, αλλά ξέφυγε γρήγορα από αυτή τη φάση της μετάνοιας και συνέχισε να προσφέρει καλή μουσική. Οπως έγραψαν τότε και οι «New York Times», «ο χριστιανισμός δεν τον εμπόδισε να συνεχίσει να είναι ο εικοκλάστης της ροκ σκηνής». Αυτός όμως που δεν ξέφυγε ήταν ο Λιτλ Ρίτσαρντ, ο «αρχιτέκτονας του ροκ εν ρολ», «ο μαύρος εκμαυλιστής της λευκής νεολαίας» κατά τους θρησκευόμενους ρατσιστές του Νότου που κατέληξε πάστορας των Ευαγγελιστών. Ο ίδιος διηγόταν ότι, ενώ βρισκόταν στη σκηνή του Σταδίου στο Σίδνεϊ της Αυστραλίας, παίζοντας μπροστά σε 40.000 άτομα, είδε σαν όραμα μια πύρινη μπάλα να διασχίζει τον ουρανό και συνειδητοποίησε ότι ο Θεός του ζητούσε να σταματήσει το ροκ εν ρολ. Αργότερα άλλαξε γνώμη και προσάρμοσε την πίστη του στα τραγούδια του.

Στο μεταξύ κάθε μουσικό κίνημα που γεννιόταν στα τέλη του ’70 έσερνε πίσω του και την αντίθεση στην επίσημη θρησκεία. Στη Βρετανία το χέβι μέταλ με πρωταγωνιστές τους Black Sabbath επανέφερε τη σκανδαλώδη φύση του ροκ εν ρολ ενάντια στα θρησκευτικά σύμβολα. Με προβοκατορικούς στίχους όπως του «Sabbath Bloody Sabbath», με φήμες πίσω τους για τελετές μαύρης μαγείας και μια επιθετική δημόσια εικόνα όπου οι σταυροί ανακατεύονταν με τη δυνατή μουσική, έγιναν οι αποδιοπομπαίοι τράγοι για την Εκκλησία. Ηταν μόνο η αρχή μιας ολόκληρης εκστρατείας των παραθρησκευτικών ομάδων ενάντια στο χέβι μέταλ που περιελάμβανε από απλές συστάσεις για τη διαφθορά των νέων, μέχρι τις απίστευτες γελοιότητες ότι αν οι δίσκοι παιχτούν ανάποδα ακούγονται επικλήσεις στον Σατανά. Αυτή η διαμάχη διαρκεί μέχρι σήμερα, καθώς η μέταλ σκηνή είναι προσκολλημένη σε έναν παγανισμό που απεχθάνεται από τη φύση του τις χριστιανικές δοξασίες. Ετσι υπάρχει η νορβηγική σκηνή του μπλακ μέταλ που κατηγορείται ακόμα και για πυρπολήσεις εκκλησιών, υπάρχουν βίντεο όπως αυτό του «Arise» των Sepultura όπου το συγκρότημα παίζει το κομμάτι μπροστά σε τρεις σταυρούς με τους εσταυρωμένους να φοράνε αντιασφυξιογόνες μάσκες και υπάρχει και η εύθυμη περιπέτεια των Cradle of Filth που το 1989 πήγαν στο Μουσείο του Βατικανού στη Ρώμη φορώντας μπλουζάκια που έγραφαν «Ι love Satan» και συνελήφθησαν από την ιταλική αστυνομία.

Στην Αμερική η σύγκρουση αναζωπυρώθηκε με την έλευση του πανκ. Οπως με τους πολιτικοποιημένους Dead Kennedys που στο μίνι δίσκο τους «In God We Trust, Inc.» επετίθεντο στην οργανωμένη θρησκεία. Εδώ όμως οι πανκ φάνταζαν πιο διορατικοί, καθώς εξηγούσαν ότι «οι αναγεννημένοι χριστιανοί και όλες οι παραθρησκευτικές ομάδες της Αμερικής στηρίζουν νεοφιλελεύθερους προέδρους όπως τον Ρέιγκαν». Θα επιβεβαιωθούν και μετά από χρόνια, όταν πρόεδρος θα γίνει ο Μπους Τζούνιορ. Στα δικά τους βήματα βάδισε και ο Μέριλιν Μάνσον, που με την τριλογία των δίσκων του «Antichrist Superstar», «Mechanical Animals» και «Holy Wood (In the Shadow of the Valley of Death)» επιτέθηκε, με άξονα τη φιλοσοφία του Νίτσε και των θέσεών του περί θανάτου του Θεού, σε όλο τον συρφετό των οργανώσεων της χριστιανικής δεξιάς στις ΗΠΑ. Ειδικά οι βολές εναντίον του τρίπτυχου «όπλα, θεός και κυβέρνηση», που λατρεύουν οι Αναγεννημένοι Χριστιανοί, εξόργισαν τους αντιπάλους που τον κατηγόρησαν μέχρι και για ηθική αυτουργία για τους φόνους στο Γυμνάσιο Κολουμπάιν.

Τέλος, η πιο ιδιάζουσα περίπτωση όπου το ροκ συνάντησε τη Βίβλο αλλά δημιουργικά, είναι ο Νικ Κέιβ τη δεκαετία του ’80. Με δίσκους όπως το «Your Funeral… My Trial», το «Tender Prey» ή το «The Good Son» μεταξύ άλλων ο Κέιβ μαζί με τους Bad Seeds μετέπλαθε ιστορίες από την Αγία Γραφή και τις μετέτρεπε σε υποβλητικά ροκ τραγούδια που μιλούσαν για εγκλήματα πάθους, μετάνοια και τιμωρία. Οπως έλεγε εκείνη την εποχή στις συνεντεύξεις του, «πιστεύω σε μια ανώτερη δύναμη, που μπορεί να την ονομάσεις θεό ή όπως αλλιώς θέλεις, αλλά δεν εμπιστεύομαι την οργανωμένη θρησκεία με τα αλληλούια και τη βέβαιη σωτηρία. Μου αρέσει να διαβάζω και να εμπνέομαι από τις ιστορίες στην Παλαιά και στην Καινή Διαθήκη, γιατί είναι έτσι κι αλλιώς συναρπαστικές».

http://wp.me/p1pa1c-9sS

Advertisements