Χρεοκρατία: Aν δεν υπήρχε θα έπρεπε να την εφεύρουμε

Posted on 13 Απριλίου, 2011 2:56 μμ από

153


του Γαλαξιάρχη

Λιγότερο από μία εβδομάδα μετά και κάτι περισσότερο από 550.000 views το Debtocracy του Άρη Χατζηστεφάνου και της Κατερίνας Κιτίδη αποτελούν πλέον ιντερνετικό φαινόμενο και όχι μόνο. Οι ταχύτατη αντίδραση θεατών και -κυρίως- κριτικών, κατά βάση αμήχανα επιθετικών, δίνουν την αίσθηση ότι έχουμε να κάνουμε με ένα έργο που έκανε σίγουρα αίσθηση και έχει έντονο αντίκτυπο. Οπότε δε βλάπτει μία ακόμη «κριτική» ανάμεσα στις πολλές που γράφτηκαν και τις ακόμη περισσότερες κουβέντες και αντεγκλήσεις που ανταλλάχτηκαν, με αφετηρία την Χρεοκρατία.

Είναι η Χρεοκρατία ντοκιμαντέρ;

Δεν σας κρύβω ότι όταν είδα για πρώτη φορά (την «beta έκδοση») της Χρεοκρατίας μού άφησε γλυκόπικρη γεύση. Θέλετε γιατί κάποια πράγματα τα αντιλαμβάνομαι «με το σταυρό στο χέρι»; Θέλετε γιατί περίμενα ακόμη περισσότερα από τον Άρη; Θέλετε γιατί τελικά στάθηκα υπερβολικά σε κάποιες αστοχίες; Αν γράψω ότι ενθουσιάστηκα θα είναι ψέμα.
Με ξένισε η ξεκάθαρη (σχεδόν προπαγανδιστική) προβολή της Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου του χρέους, όταν επιπλέον δεν έδενε σωστά με το πρώτο κομμάτι του ντοκιμαντέρ για την «χρεοκρατία» αυτή καθεαυτή. Με ενόχλησαν κάποιες σκηνοθετικές ευκολίες που δρουν εκτονωτικά στην μαζική μας κατάθλιψη, όπως ο ήχος του ελικοπτέρου τη στιγμή που ο Παπανδρέου λέει «Πάμε!» (άσχετα αν κι εγώ χαμογέλασα με τη φαντασία μου). Με προβλημάτισε η συμμετοχή της «μίας πλευράς». Δεν έχω καμία ψευδαίσθηση ότι ο Χατζηστεφάνου, όπως και κάθε άλλος συνάδελφός του δημοσιογράφος, δεν έχει προσωπική άποψη και στάση, οι οποίες προβάλλονται στο έργο τους. Προφανώς και δεν υπάρχει πολιτικό ντοκιμαντέρ χωρίς πολιτικό πρόσημο. Όμως η Χρεοκρατία δεν είναι ντοκιμαντέρ

Έπρεπε να ανατρέξω και πάλι στο site της Χρεοκρατίας για να θυμηθώ ότι οι δημιουργοί του δήλωσαν ξεκάθαρα τις προθέσεις τους. Το Debtocracy δεν ξεκίνησε ως μία αποστασιοποιημένη καταγραφή της πραγματικότητας, αλλά είχε συγκεκριμένη στόχευση εκφρασμένη από τη δημιουργική ομάδα:

«Το DEBTOCRACY αναζητά τα αίτια της κρίσης χρέους και προτείνει λύσεις που αποκρύπτονται από την κυβέρνηση και τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης. (…) Παρακολουθεί την πορεία χωρών όπως ο Ισημερινός, που δημιούργησαν Επιτροπές Λογιστικού Ελέγχου αλλά και την αντίστοιχη προσπάθεια που ξεκίνησε στην Ελλάδα».

Στη μιντιακή δικτατορία της Tina (There is no alternative) με την άλλη άποψη να ψάχνει τριτοκλασάτα κανάλια της περιφέρειας για να εκφραστεί, ή να πρέπει να υποστεί αστικό καλωπισμό προκειμένου να φιλοξενηθεί, και κατόπιν υποτιμηθεί και χλευστεί από τα καθεστωτικά ΜΜΕ, το Debtocracy αποτελεί μία μικρή όαση. Και μόνο με την πρόθεση να σπάσει η σιωπή των μέσων και να ακουστεί έστω και μία εναλλακτική φωνή, τόσο οι σκηνοθετικές υπερβολές όσο και η εκπεφρασμένη μονομέρια της Χρεοκρατίας είναι απολύτως θεμιτές. Είναι μάλιστα εξοργιστικό να δέχεται τα πυρά  «συναδέλφων» της τηλεόρασης και των εφημερίδων, οι οποίοι το μόνο που κάνουν είναι να δημοσιεύουν κατευθυνόμενη πληροφορία σε καθημερινή βάση.

Με την προϋπόθεση λοιπόν ότι το Debtocracy στοχεύει στην παρουσίαση της ΕΛΕ ως εναλλακτική λύση για την αντιμετώπιση της κρίσης του χρέους, ο Χατζηστεφάνου έχει κάνει αξιοπρεπέστατη δουλειά -τηρουμένων των οικονομικών αναλογιών- παρουσιάζοντας ένα εύληπτο για το πλατύ κοινό και αρκούντως τεκμηριωμένο έργο. Παρόλα αυτά, κατά την προσωπική μου άποψη, δεν απαλλάσσεται το δημιούργημα Χατζηστεφάνου-Κιτίδη από τη δημοσιογραφική ευθύνη. Το δεύτερο τμήμα που αφορά αποκλειστικά στην ΕΛΕ πολύ δύσκολα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ντοκιμαντέρ, κάτι που ισχύει μόνο για το πρώτο κομμάτι που αφορά στο μηχανισμό δημιουργίας χρεών και την καταγραφή της υπάρχουσας καπιταλιστικής κρίσης.

Σύμφωνα με τον ανταποκριτή του Mega στις ΗΠΑ, τα στελέχη του ΔΝΤ θορυβήθηκαν από τη "Χρεοκρατία"

Ποιος χρειάζεται τη Χρεοκρατία;

Τα 500.000+ views μέσα σε λίγες ημέρες από τη διάθεσή της αποδεικνύουν ότι -ανεξάρτητα από τις προθέσεις των δημιουργών της- ο κόσμος διψούσε για τη Χρεοκρατία. Πρόκειται για ένα δυσθεώρατο νούμερο για τα δεδομένα του Internet στη χώρα μας, το οποίο ακόμη και σήμερα αγγίζει πολύ λίγο το λεγόμενο «mainstream» κοινό. Ακόμη κι αν δεχτούμε ότι η συγκυρία της απεργίας των δημοσιογράφων και της απόλυσης Χατζηστεφάνου από τον όμιλο Αλαφούζου, δημιούργησε ένα εύλογο ρεύμα κοινού, ο αριθμός είναι συντριπτικός. Δεν μπορώ να γνωρίζω αν η αρχική πρόθεση των δημιουργών του ήταν να φτιάξουν ένα εναλλακτικό ντοκιμαντέρ ή ένα οπτικοακουστικό πολιτικό μανιφέστο και δε με αφορά. Το «φαινόμενο Χρεοκρατία», όπως ορθώς το χαρακτήρισε αν και με υπερβολικό ενθουσιασμό ο Πιτσιρίκος, απέκτησε ζωή από μόνο του.

Το Debtocracy αποδεικνύεται χρήσιμο, πέρα και πάνω από τον ιδεολογικό του χώρο. Η υποδοχή του από μόνη της είναι αρκετή για να μας υποδείξει ότι ο κόσμος αναζητά την εναλλακτική ενημέρωση και έχει πάψει να πείθεται από τις σερβιρισμένες αλήθειες, ειδικά όσο αυτές απομακρύνονται από την αλήθεια που βιώνει στην καθημερινότητά του. Ακόμη κι αν κάποιος το δει για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι «αυτά τα λένε οι κομμουνιστές», είναι αρκετό για να σπάσει η τηλεοπτική Tina. Είναι αρκετό για να προβληματίσει το θεατή και να τον οδηγήσει σε περαιτέρω αναζήτηση εναλλακτικών πηγών.

Η σχετική υστερία των λιγοστών αντιδράσεων από τα συστημικά μέσα (σ.σ. τα περισσότερα διατηρούν την παραδοσιακή τακτική «δεν λέμε τίποτε για να μην το πάρει χαμπάρι κανείς»), αλλά και οι περισπούδαστες οικονομικές αναλύσεις που ξεφύτρωσαν μέσα σε λίγα εικοσιτετράωρα, προκειμένου να αποδείξουν (από δεξιά και αριστερά) ότι η Χρεοκρατία είναι μία μπαρούφα, ενισχύει την άποψη ότι θα έχει αντίκτυπο. Ακόμη και ο Ιγνατίου ανέφερε, στην ανταπόκρισή του από τις ΗΠΑ σε πρωινή ενημερωτική εκπομπή του Mega, ότι το Debtocracy έχει θορυβήσει τα στελέχη του ΔΝΤ με την μαζική του αποδοχή να έχει προκαλέσει συζητήσεις στην άλλη όχθη του Ατλαντικού.

Σε ό,τι αφορά το λαϊκό συμφέρον, γνώμη μου είναι ότι το Debtocracy μόνο θετικά μπορεί να λειτουργήσει. Αν και διατηρώ τις επιφυλάξεις μου ως προς την αναγκαιότητα της ΕΛΕ, ειδικά με τις προϋποθέσεις που θέτει το ντοκιμαντέρ (ως πολιτικό στόχο), το άνοιγμα προς τα πλατύτερα κοινωνικά στρώματα ενός αιτήματος ενδοσυστημικού μεν, ριζοσπαστικού δε, είναι αναγκαίο. Αν όχι πολιτικά, σίγουρα ψυχολογικά. Με τις λαϊκές μάζες πεσμένες στο καναβάτσο από την παγκοσμιοποιημένη μαζική επίθεση του νεοφιλελευθερισμού, το Debtocracy είναι δυνατό να αποτελέσει τονωτική ένεση, ειδικά αν έχει συνέχεια. Ο προβληματισμός και η συζήτηση που έχει ήδη ανοίξει προσφέρουν στην ευρύτερη συσπείρωση απογοητευμένων και απολίτικων ομάδων της κοινωνίας, γύρω από ένα εύλογο λαϊκό αίτημα. Ένα αίτημα που μπορεί να απονομιμοποιήσει εύκολα την κυβέρνηση και τους συνεργάτες της, καθώς η ΕΛΕ, την οποία επουδενί δεν θέλει ούτε καν να φαντάζεται το δικομματικό σύστημα, θα μπορούσε να είναι μία εύλογη κοινωνική απαίτηση, με τη λογική ότι εφόσον θέλετε να πληρώσουμε τότε να μας φέρετε τον αναλυτικό λογαριασμό. Κι ο αναλυτικός λογαριασμός εκθέτει την εξουσία και αποκαλύπτει εκ των πραγμάτων τον ταξικό χαρακτήρα του χρέους.
Όπως και να’ χει, το Debtocracy κρίνεται πιο αποτελεσματικό από δέκα «παρελάσεις» μεταξύ Προπυλαίων και Στύλων Ολυμπίου Διός. Με λίγα λόγια, ακόμη κι αν δεν υπήρχε, θα επρεπε να το εφεύρουμε.

Κριτική στους κριτικούς

Το Debtocracy αναμφίβολα επιδέχεται κριτικής, όπως ακριβώς θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται με κριτικό μάτι κάθε άλλη δημοσιογραφική έρευνα. Άσχετα με το αν δέχτηκε απείρως εντονότερη (και συχνά χυδαιότερη) κριτική από κάθε άλλη μιντιακή ανάλυση, από αυτές που μας βομβαρδίζουν κατά δεκάδες καθημερινά τα παραδοσιακά media, ορθώς οι σκεπτικιστές το πέρασαν από το μικροσκόπιο.

Κάθε κριτική όμως κρύβει μία τεράστια παγίδα, στην οποία φαίνεται να έπεσαν οι περισσότεροι: την τιμιότητα. Ο τίμιος κριτικός θα πρέπει είτε να σταθμίσει με μεγάλη προσοχή τους όρους αντικειμενικότητας της ανάλυσής του -στο μέτρο του δυνατού- ώστε να μην αναπαράγει (από την ανάποδη) τα όσα προσάπτει στο ντοκιμαντέρ με την κριτική του, είτε να εκφράσει από την αρχή και ξεκάθαρα την υποκειμενικότητά του και βάση αυτής να κρίνει. Η εξ’ αριστερών κριτική, στην πλειονότητά της, δεν έπεσε σε αυτήν την παγίδα. Υπήρξε ευθύς εξαρχής ιδεολογική και αντιμετώπισε τη Χρεοκρατία με βάση το πολιτικό της μήνυμα. Η εκ δεξιών κριτική, από την άλλη, υπήρξε κατά βάση θεαματικά υποκριτική. Σχεδόν όλοι όσοι, αυτής της όχθης, δήλωσαν την ενόχλησή τους για το Debtocracy, ξεκίνησαν εντοπίζοντας την αντιδεοντολογική μονομέρια του Χατζηστεφάνου ή την τεχνική ανεπάρκεια, για να καταλήξουν ότι η άποψή του είναι για τα μπάζα. Αντί να πάνε κατευθείαν στο ζουμί και την πολιτική άποψη που τους προκαλεί αλλεργία, επιχείρησαν να πασπαλίσουν την κριτική τους με δήθεν αντικειμενικούς όρους. Κάποιοι επέμειναν ότι θα έπρεπε να δώσει «λύση» (και όχι απλώς πρόταση) και κάποιοι άλλοι ότι το συμπέρασμά του παραπλανά διότι τα υποδείγματά του είναι λανθασμένα.

Δεν μπορώ να μη σταθώ ειδικά σε αυτούς τους τελευταίους, τους οποίους θεωρώ τις πιο τραγικές ανθρώπινες φιγούρες του μνημονιακού τρελοκομείου. Πρόκειται για εκείνους που σνομπάρουν τις αναλογίες της ευρωπαϊκής και αναπτυγμένης Ελλάδας με τις «τριτοκοσμικές μπανανίες», όπως ο Ισημερινός, το Μεξικό και η Αργεντινή (!), τη στιγμή που οι ίδιοι ισχυρίζονται ότι η Ελλάδα δεν παράγει τίποτε πέρα από αέρα κοπανιστό, βρίσκεται μονίμως υπό ξένη επιτήρηση και έλεγχο, κατοικείται απολειστικά από χαραμοφάηδες ιδιοκτήτες Καγιέν και δεν παύει να είναι ένα αφρικανικό κράτος που έτυχε να βρίσκεται ελαφρώς βορειότερα της αφρικανικής ηπείρου. Είναι οι ίδιοι άνθρωποι που έχουν μονίμως μία δικαιολογία μόνο για τους «άλλους» επειδή οι ίδιοι «απεχθάνονται το λαϊκισμό». Έτσι, στην Ιρλανδία φταίνε οι κακές τράπεζες, στην Ισπανία οι κακές κατασκευαστικές, στην Αργεντινή και τον Ισημερινό οι διεφθαρμένες κυβερνήσεις και δικτατορίες, αλλά στην Ελλάδα οι έντεκα εκατομμύρια «ιδιοκτήτες Καγιέν». Και βέβαια όλες αυτές οι χώρες μπορούν να προχωρήσουν σε στάση πληρωμών, γιατί η Ιρλανδία έχει επενδυτές λόγω χαμηλού συντελεστή φορολογίας, η Ισπανία έχει τη Σέατ (και την Μπάρτσα), η Αργεντική και ο Ισημερινός πετρέλαιο, ενώ η Ελλάδα μόνο… Καγιέν εισαγωγής. Εννοείται ότι η κάθε χώρα ζει την αποκλειστικά δική της καπιταλιστική κρίση, που είναι κάτι σαν φυσική καταστροφή ή ακραίο καιρικό φαινόμενο, πλην όμως έτυχε να συμπέσει στην ίδια ιστορική περίοδο για όλες τους (και να απαιτείται η ίδια «δημοσιονομική μεταρρύθμιση»). Πρόκειται για το δράμα του «εκσυγχρονιστή» που έχει χάσει το έδαφος κάτω από τα πόδια του. Η μόνη επιστήμη που ενδεχομένως δε σηκώνει τα χέρια ψηλά, είναι η ψυχιατρική.

Για τους υπόλοιπους που κόλλησαν στην ποιότητα του ήχου, το πεπαλαιωμένο βιντεάκι του αμερικάνικου υπουργείου εμπορίου, τον μπλαζέ Αγγέλακα και το χαμένο δόντι του Σαμίρ Αμίν, τι να πω; Οκτώ χιλιάδες ευρώ κόστισε αγαπητοί «χολυγουντιανοί». Με 25 χιλιαρικάκια παίρνεις ένα επεισόδιο live μουσικής σε ψαροταβέρνα και τον Παπαδόπουλο οικοδεσπότη, μούρλια. Προτιμήστε το!

Υ.Γ. Επιτρέψτε μου όμως κι εμένα μία τεχνικής φύσης παρατήρηση, εντελώς καλοπροαίρετη. Η φωνή της Κατερίνας Κιτίδη δεν «γράφει» καλά. Πυροβολήστε τώρα ελεύθερα…

Ζαphod

ΚΡΙΤΙΚΕΣ – ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

Short Link: http://wp.me/p1pa1c-9mU