Κοινοτοπίες για τη δημοκρατία (ένα λαϊκίστικο κειμενάκι)

Posted on 3 Απριλίου, 2011 3:11 πμ από

29


του Καπυμπάρα

Αυτά που θα διαβάσεις παρακάτω, αγαπητέ αναγνώστη, μπορεί και να σου φανούν λιγουλάκι κοινότοπα, ίσως και βαρετά, όμως αποφάσισα να τα γράψω μετά από κάποιες τυχαίες συναντήσεις μου σε ταξί, περίπτερα, λεωφορεία, σελίδες εφημερίδων, δελτία ειδήσεων και «ενημερωτικές» εκπομπές με αυτό που οι μαρξιστές αποκαλούν με το εντυπωσιακό όνομα «κυρίαρχη ιδεολογία» και οι εκλαϊκευτές του φιλελεύθερου λόγου «κοινή λογική».

Αυτό το πράγμα, τέλος πάντων, συγκροτείται από κάποιες ευρέως αποδεκτές απόψεις και συμπεράσματα, που επικρατούν, όχι λόγω της αποδεικτικής δύναμης των συλλογισμών από τους οποίους προκύπτουν, αλλά χάρη στην μονότονη, δίκην ινδουϊστικής μάντρα, επανάληψή τους. Για να μιλήσω με παραδείγματα, νομίζω ότι το γεγονός ότι η πρόταση «χρωστάμε, γιατί έχουμε πολλούς δημόσιους υπάλληλους», φαίνεται πιο πειστική -σχεδόν αυτονόητη- από την πρόταση «γίνονται σεισμοί, γιατί υπάρχουν πολλοί γκέι», οφείλεται απλώς στο ότι την ακούμε πολύ πιο συχνά (ενδέχεται, σε κάποιες πολιτείες των Η.Π.Α. να ισχύει και το αντίστροφο).

Αυτός ο κυρίαρχος λόγος, στις μέρες μας και στο καθεστώς φιλελεύθερης οικονομίας και αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας που ζούμε (τον καλύτερο, για πολλούς, δυνατό κόσμο), όπου ο φιλελευθερισμός δείχνει να έχει πάρει διαζύγιο από τη δημοκρατία (ή τουλάχιστον να βρίσκονται σε διάσταση), όταν υπερασπίζεται τη «δημοκρατία μας», μοιάζει να συγκροτεί μια ρητορική κατά βάθος αντιδημοκρατική.

Όλα ξεκινούν κατά τη γνώμη μου από μια τραγική παρεξήγηση. Δημοκρατία, θεωρείται απλά το καθεστώς στο οποίο η κυβέρνηση αναδεικνύεται από αδιάβλητες εκλογές και για κάποιον ανεξήγητο λόγο, εξαιτίας αυτής της διαδικασίας που επαναλαμβάνεται κάθε τέσσερα χρόνια, συνάγεται το συμπέρασμα ότι οι κυβερνήσεις αυτές έχουν κάνει κάποιου είδους εμβόλιο ενάντια στον αυταρχισμό και την κατάχρηση εξουσίας και τις στελεχώνουν καλοσυνάτοι και καλοπροαίρετοι άνθρωποι.

Θα ‘λεγε κανείς ότι περιέργως πως, δεν ακούμε εξίσου συχνά πως δημοκρατία είναι επίσης και το πολίτευμα, όπου ο λαός παρεμβαίνει στην πολιτική ζωή και στο μεσοδιάστημα ανάμεσα στις εκλογικές αναμετρήσεις, μέσα από τις ενώσεις του με διαδηλώσεις, διαμαρτυρίες και απεργίες (τους γνωστούς σε όλους μας ωμούς εκβιασμούς). Πρόκειται για τα γνωστά δικαιώματα του συνεταιρίζεσθαι, του συνέρχεσθαι και της απεργίας. Το γεγονός αυτό, πρέπει να οφείλεται στο ότι στους κυβερνώντες και τους φίλους τους δημοσιογράφους, θα άρεσε η παρέμβαση του λαού στην πολιτική ζωή να περιορίζεται στις επιστολές σε προοδευτικές εφημερίδες και στο να μουντζώνουμε τους πολιτικούς στην τηλεόραση.

Δεν ακούμε ακόμα τόσο συχνά ότι δημοκρατία είναι επίσης το πολίτευμα στο οποίο η εξουσία θέτει περιορισμούς στον εαυτό της, όπως είναι π.χ. το απόρρητο των επιστολών και των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων ή ο θεσμός του πανεπιστημιακού ασύλου. Αντίθετα, αυτό που ακούμε όλο και συχνότερα είναι ότι αφού ζούμε σε καθεστώς δημοκρατίας και κυβερνάνε οι κατά τεκμήριο «καλοί», δεν πειράζει να μας παρακολουθούν κάμερες (ή και περισκόπια στη λεκάνη της τουαλέτας μας θα πρόσθετα), αφού άλλωστε, αν δεν είμαστε εχθροί της δημοκρατίας, δεν έχουμε και τίποτα να κρύψουμε. Θα μπορούσε μάλιστα να συμπληρώσει κανείς ότι στη δημοκρατία μας ούτε το απόρρητο των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων χρειάζεται και πολύ, αφού οι πολιτικοί προϊστάμενοι της Ε.Υ.Π. και της αστυνομίας διορίζονται από το κόμμα που πλειοψήφησε στη Βουλή, δηλαδή από μας, και δεν πειράζει να γνωρίζουν οι συμπαθείς αυτοί θεσμοί το περιεχόμενο των τηλεφωνημάτων μας.

Φτάνουμε έτσι, στο πολύ βολικό συμπέρασμα ότι οι αυτοπεριορισμοί της εξουσίας είναι πολύ χρήσιμοι σε καθεστώς δικτατορίας (όπου όμως δεν ισχύουν –αλλιώς τι σκατά δικτατορία θα ήταν;) ενώ είναι άχρηστοι και περιττοί σε καθεστώς δημοκρατίας και άρα, δεν υπάρχει κανένα πεδίο εφαρμογής τους στο σύγχρονο κόσμο μας. Όλα αυτά μπορεί να μοιάζουν λίγο υπερβολικά, αλλά η συζήτηση π.χ. για το πανεπιστημιακό άσυλο, στην οποία πρωταγωνιστούν γλυκύτατοι δημοκράτες και εμπειρογνώμονες πάνω στο θέμα, σαν τον Μάκη Βορίδη και τον Άδωνι Γεωργιάδη, είναι πολύ ενδεικτική της αντίληψης αυτής.

Μια καινούργια ανακάλυψη των φιλελεύθερων υπερασπιστών της δημοκρατικής νομιμότητας είναι και η φαεινή ιδέα ότι οι σωστές πολιτικές είναι οι δυσάρεστες πολιτικές, που τις προτείνουν αυτοί που ξέρουν και οφείλουμε να τους εμπιστευόμαστε, όπως ο ασθενής τον γιατρό του. Άλλωστε, πρόσφατα ο κ. Στρως-Καν μας πληροφόρησε ότι πρέπει να τον βλέπουμε σαν τον γιατρό μας και πως μπορεί το φάρμακο που μας έγραψε να είναι δυσάρεστο στη γεύση, αλλά θα μας κάνει καλό. (Η παραπλανητική ομοιότητα με κάποιους άλλους γιατρούς, που παλιότερα μας έβαλαν στο γύψο για να γιάνουμε, είναι απόλυτα συμπτωματική και δεν πρέπει να μας κάνει να χάνουμε την εμπιστοσύνη μας στις παρομοιώσεις τις σχετικές με την ιατρική επιστήμη).

Επειδή καλώς ή κακώς ψηφίζουμε μόνοι μας στο παραβάν, για να μην κάνουμε κάποιο λάθος, συχνά διάφοροι έγκριτοι αναλυτές μας υπογραμμίζουν ότι ο μεγάλος ηγέτης είναι αυτός που κάνει το σωστό για τον τόπο «χωρίς να υπολογίζει το πολιτικό κόστος», ενώ κάθε πολιτική πρόταση υπέρ των συμφερόντων μας είναι ανευθυνότητα και λαϊκισμός. Είναι να απορεί κανείς, που για τους σύγχρονους ογκόλιθους της φιλελεύθερης διανόησης, όπως π.χ. ο Πάσχος Μανδραβέλης, η Βόρεια Κορέα αποτελεί τον χειρότερο εφιάλτη τους, μια πραγματική «φιλελεύθερη δυστοπία», τη στιγμή που στη χώρα αυτή ο λαοπρόβλητος και αναμφίβολα μεγάλος ηγέτης Κιμ Γιονγκ Ιλ έχει προχωρήσει αυτή τη λογική πολλά βήματα μπροστά και εφαρμόζει ένα ολόκληρο θεσμικό πλαίσιο, στο οποίο μπορεί να παίρνει άνετα δυσάρεστες αποφάσεις χωρίς να σκέφτεται το πολιτικό κόστος. Ίσως βέβαια, να μην αρέσει γιατί οι αποφάσεις του είναι ευχάριστες, αλλά οφείλω να ομολογήσω ότι δεν το έχω ψάξει τόσο πολύ.

Μια άλλη σκέψη που θα ήθελα να μοιραστώ έχει να κάνει με την αυστηρή εφαρμογή της συνταγματικής νομιμότητας, που όπως λέγεται συχνά – πυκνά αποτελεί το θεμέλιο λίθο της δημοκρατίας μας, η οποία δυστυχώς στις μέρες μας, λόγω της υπερβολικής ανοχής που μας κληροδοτήθηκε από τη Μεταπολίτευση, αυτοκαταστρέφεται, όπως έγραψε και ο γνωστός ρήτορας Ισοκράτης σε άρθρο του στον «Ελεύθερο Τύπο», με αφορμή τα γεγονότα του Δεκέμβρη του 2008.

Κάθε παράνομος τρόπος διεκδίκησης, που συν τοις άλλοις εκθέτει τη χώρα στο εξωτερικό και διώχνει τους τουρίστες, πρέπει να καταστέλλεται χωρίς δεύτερη κουβέντα. Άλλωστε, στις Η.Π.Α. του 19ου αιώνα, η κυβέρνηση μπορούσε να στέλνει την εθνοφρουρά να πυροβολεί τους απεργούς (αφού η απεργία τότε ήταν παράνομη), χωρίς κανείς επαγγελματίας ευαίσθητος να αμφισβητεί ότι οι Η.Π.Α. ήταν μια δημοκρατική χώρα. Σκέφτομαι μάλιστα, πως η απεργία μάλλον, καθιερώθηκε σαν δικαίωμα, όχι λόγω της άσκησής της με αποφασιστικότητα από τους εργάτες, όταν ήταν ακόμη παράνομη, αλλά απ’ ότι φαίνεται, επειδή ωρίμασε σαν σκέψη στο μυαλό του νομοθέτη.

Και στο θέμα αυτό προβληματίζομαι γιατί στη φιλελεύθερη σκέψη η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν απορρίπτεται συλλήβδην, ενώ αποτελεί ένα πολύ ενδιαφέρον παράδειγμα καθεστώτος, με ένα σύνταγμα που εγκρίθηκε σε δημοψήφισμα από τη συντριπτική πλειοψηφία του λαού και όπου κάθε δράση που ξεφεύγει από τα όριά του καταστέλλεται παραδειγματικά. Νομίζω ότι είναι κρίμα, το γεγονός ότι ο πρόεδρος Αχμαντινετζάντ έχει πει κατά καιρούς κάποια δυσάρεστα πράγματα για τους Εβραίους, να εμποδίζει τη φιλελεύθερη διανόηση από το να υιοθετήσει κάποια ενδιαφέροντα στοιχεία από το καθεστώς του, που αν ενσωματώνονταν δημιουργικά στην ελληνική έννομη τάξη, θα μπορούσαν σύμφωνα με τις κυρίαρχες σήμερα αντιλήψεις, να θωρακίσουν και να εμβαθύνουν τη δημοκρατία μας.

Ελπίζω να μην έγινα κουραστικός μιλώντας για πράγματα κοινότοπα και διόλου επαναστατικά, αλλά μου φαίνεται ότι σε εποχές σαν τη σημερινή, ακόμα και τα αυτονόητα έχει μια αξία να τα λέμε που και που.

Σόρτλινκ: http://wp.me/p1pa1c-990