Αίγυπτος: μια σύντομη προϊστορία της εξέγερσης

Posted on 2 Απριλίου, 2011 1:49 πμ από

8


του Καπυμπάρα

(προδημοσίευση από το επόμενο τεύχος του περιοδικού «Στίγμα»)

Το κίνημα που ανέτρεψε τη δικτατορία του Μουμπάρακ, όσο κι αν αποτέλεσε έκπληξη για πολλούς, σίγουρα δεν προέκυψε από κοινωνικό κενό, πολύ περισσότερο δεν ήταν δημιούργημα του facebook ή των νέων τεχνολογιών, όπως με αρκετή αφέλεια αρέσκονται να επαναλαμβάνουν πολλά δυτικά μέσα ενημέρωσης. Ήδη από τα μέσα περίπου της δεκαετίας του 2000 είχε αρχίσει να διαμορφώνεται και να γίνεται σιγά – σιγά ιδιαίτερα αισθητό ένα πολύμορφο κίνημα κοινωνικής διαμαρτυρίας και διεκδικήσεων.

Το κίνημα αυτό περιελάμβανε μορφές συλλογικής διαμαρτυρίας, όπως απεργίες, καταλήψεις και καθιστικές διαμαρτυρίες μπροστά από κυβερνητικά κτίρια και αστυνομικά τμήματα, που συχνά αντιμετώπιζαν την αστυνομική καταστολή και διαρκούσαν μόνο λίγα λεπτά, που αρκούσαν όμως για να βγουν φωτογραφίες που διοχετεύονταν στον αντιπολιτευόμενο τύπο και τα μπλογκ, σπάζοντας έτσι, τη σιωπή των κυρίαρχων κυβερνητικών μέσων ενημέρωσης.

Οι κινητοποιήσεις αυτές οργανώνονταν αποσπασματικά και χωρίς κάποιον ιδιαίτερο συντονισμό από ένα μεγάλο φάσμα ετερόκλιτων κοινωνικών ομάδων, όπως δημοσιογράφοι, εφοριακοί, δικηγόροι, φορτηγατζήδες, ξενοδοχοϋπάλληλοι, συνταξιούχοι, φοιτητές, σουφικά τάγματα, ψαράδες, αγρότες και βιομηχανικοί εργάτες.

Στο αμιγώς πολιτικό επίπεδο είχαν προηγηθεί τα κινήματα ενάντια στην εισβολή στο Ιράκ και αλληλεγγύης στον παλαιστινιακό λαό με συμμετοχή σχεδόν ολόκληρου του φάσματος της αντιπολίτευσης, από τους νασερικούς και την αριστερά, μέχρι τους Αδελφούς Μουσουλμάνους.

Ιδιαίτερη σημασία είχαν οι εργατικές κινητοποιήσεις, που πραγματοποιήθηκαν στις κρατικές βιομηχανίες και ειδικά αυτές στην υφαντουργία της Μαχάλα Ελ-Κόμπρα, στις οποίες αξίζει να επιμείνουμε. Τα χαρακτηριστικά τους, καθώς και οι σχέσεις τους με τις πολιτικές οργανώσεις και τα κόμματα της αντιπολίτευσης, επικαθορίζονταν από το αυταρχικό πολιτικό πλαίσιο της χώρας, αλλά και από τα όρια της πολιτικής των αντιπολιτευόμενων κομμάτων.

Η Μαχάλα Ελ-Κόμπρα είναι μια βιομηχανική περιοχή στο Δέλτα του Νείλου, όπου κρατικές βιομηχανίες, με κύρια δραστηριότητα την υφαντουργία, απασχολούν εργάτες από την ευρύτερη περιοχή και αριθμεί 70 χρόνια λειτουργίας. Στις απαρχές της αποτέλεσε το σύμβολο της εκβιομηχάνισης της Αιγύπτου, αν και σήμερα η παρακμή των εγκαταστάσεών της είναι εμφανής. Τα τελευταία χρόνια γνώρισε μεγάλες εργατικές κινητοποιήσεις, όπως αυτές του Δεκέμβρη του 2006, του Οκτώβρη του 2007 και κυρίως του Απρίλη του 2008, οι οποίες πυροδοτήθηκαν από τις άθλιες συνθήκες ζωής των εργατών και των οικογενειών τους.

Οι μισθοί ήταν και παραμένουν ιδιαίτερα χαμηλοί. Το 2007 ο μέσος μισθός ήταν 300 λίρες Αιγύπτου, ενώ μετά τις κινητοποιήσεις της χρονιάς αυτής έφτασε τις 500 με 600 λίρες. Για να έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης αξίζει να σημειώσουμε ότι οι μισθοί αυτοί, σύμφωνα με τον ιστορικό του αιγυπτιακού εργατικού κινήματος Ζοέλ Μπεϊνίν, φτάνουν στο 85% της αμοιβής των αντίστοιχων εργατών στις υφαντουργίες του Πακιστάν, στο 60% της Ινδίας και στο 10% του Ισραήλ. Ενώ, ακόμη και μετά τις μισθολογικές αυξήσεις, οι 600 λίρες απέχουν πολύ από τις 1200 λίρες, που σύμφωνα με τον ΟΗΕ, αποτελούν το όριο της φτώχιας. Οι αυξήσεις στις τιμές βασικών ειδών διατροφής, λόγω της γνωστής παγκόσμιας κερδοσκοπίας στα τρόφιμα, επιδείνωσαν την κατάσταση, καθώς ελαχιστοποίησαν την αξία των μισθολογικών αυξήσεων. Την εικόνα συμπληρώνουν οι ανύπαρκτες υποδομές στους εργατικούς οικισμούς, το έντονο στεγαστικό πρόβλημα, καθώς επταμελείς και οκταμελείς οικογένειες κατοικούν σε ένα δωμάτιο, οι κάκιστες συνθήκες ασφαλείας της εργασίας, ενώ οι μετακινήσεις από και προς το εργοστάσιο κοστίζουν μηνιαία γύρω στις 80 λίρες.

Οι απεργίες, με αιτήματα που αφορούσαν όλα τα παραπάνω προβλήματα, οργανώθηκαν σε επίπεδο εργοστασίου και αντιμετωπίστηκαν εχθρικά από τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία της κυβερνητικής Γενικής Συνομοσπονδίας Αιγυπτιακών Συνδικάτων. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα ¾ των αντιπροσώπων στη ΓΣΑΣ διορίζονται από τις αρχές ασφαλείας, ενώ στο υπόλοιπο ¼ οι αντιπρόσωποι προκύπτουν από μια διαδικασία με κύρια χαρακτηριστικά τη νοθεία, την απαγόρευση συμμετοχής υποψηφίων που κρίνονται «επικίνδυνοι» για την ασφάλεια και την ανάδειξη σε θέσεις αντιπροσώπων, μελών της εργατικής αριστοκρατίας που συμμετέχουν και στη διοίκηση των κρατικών βιομηχανιών.

Η στενή σχέση της ΓΣΑΣ με το καθεστώς, ήδη από την εποχή του Γκαμάλ Αμπντέλ-Νάσερ, έχει σαν αποτέλεσμα την αδυναμία συντονισμού του απεργιακού κινήματος μέσα από τριτοβάθμια όργανα. Σαν υποκατάστατο του ρόλου της τριτοβάθμιας οργάνωσης, λειτούργησε για χρόνια μια ΜΚΟ, το «Κέντρο Εργατικών & Συνδικαλιστικών Υπηρεσιών», που ιδρύθηκε από τον εργατολόγο και πολιτικό ακτιβιστή Γιούσεφ Νταρουΐς. (Δεν είναι σπάνιο φαινόμενο στην Αίγυπτο, λόγω της πολιτικής αναποτελεσματικότητας των κομμάτων εντός του πολιτικού συστήματος, πολλοί αγωνιστές της αριστεράς να εγκαταλείπουν την κομματική στράτευση και να δραστηριοποιούνται μέσω διάφορων ΜΚΟ). Το ΚΕΣΥ παρείχε συνδικαλιστικές συμβουλές και νομική στήριξη στους εργάτες, συνέτασσε εκθέσεις για τις παραβιάσεις της εργατικής νομοθεσίας και εξέδιδε το περιοδικό «Κάλαμ Σιναΐα» (ο Λόγος του Εργάτη), το μοναδικό εργατικό περιοδικό στη χώρα.

Το 2007, μετά την απεργία, το ΚΕΣΥ έκλεισε με δικαστική απόφαση κατόπιν καταγγελίας του Χουσεΐν Μεγκάουερ, προέδρου της ΓΣΑΣ, που κατηγόρησε και το διευθυντή του ως «πράκτορα ξένων δυνάμεων». Είναι χαρακτηριστικό ότι μετά την απεργία του Οκτώβρη του 2007 και τη στάση της συνομοσπονδίας, οι εργάτες στη Μαχάλα Ελ-Κόμπρα αποφάσισαν να καλύψουν το κενό συντονισμού, δρομολογώντας τη δημιουργία παράλληλων ανεξάρτητων συνδικαλιστικών δομών.

Το καθεστώς αντιμετώπισε τις απεργίες με αστυνομική καταστολή και συλλήψεις των ηγετών τους, καθώς και με τη γνωστή και σ’ εμάς συκοφάντηση των κινητοποιήσεων από τα κυβερνητικά ΜΜΕ, με κάπως πιο χοντροκομμένο είναι η αλήθεια τρόπο, καθώς αυτές αποδίδονταν πότε σε υποκίνηση από τη Μουσουλμανική Αδελφότητα, πότε σε κομμουνιστική συνομωσία και πότε σε προβοκατόρικη δράση ξένων δυνάμεων που θέλουν να οδηγήσουν τη χώρα στο χάος.

Οι κυβερνητικές αντιδράσεις αποδεικνύονταν αναποτελεσματικές στο να κάμψουν την αποφασιστικότητα των απεργών, οι απεργίες εξαπλώνονταν και σε άλλους κλάδους (π.χ. στην κρατική τσιμεντοβιομηχανία και τους σιδηροδρόμους), ενώ τον Απρίλη του 2008 οι εργατικές κινητοποιήσεις κλιμακώθηκαν και σημειώθηκε εξέγερση των κατοίκων της ευρύτερης βιομηχανικής περιοχής γύρω από τη Μαχάλα Ελ-Κόμπρα, μια πραγματική λαϊκή ιντιφάντα, με συγκρούσεις με τις αστυνομικές δυνάμεις, που άνοιξαν πυρ, ακόμη κι ενάντια σε παιδιά που πετούσαν πέτρες, και υπήρξαν δεκάδες τραυματίες και τουλάχιστον ένας νεκρός, ο 15χρονος μαθητής Άχμεντ Άλι Μουμπάρακ, που δέχτηκε δύο σφαίρες, ενώ βρισκόταν στο μπαλκόνι του σπιτιού του.

Η κυβέρνηση τελικά, σε όλες τις περιπτώσεις και το 2007 και το 2008, υπαναχώρησε και ικανοποίησε τα κύρια αιτήματα των απεργών, ενώ οι ημέρες της απεργίας πληρώθηκαν σαν μέρες άδειας. Οι νίκες αυτές τόνωσαν την αυτοπεποίθηση του λαού και αποδείχτηκε ότι αποτέλεσαν σημαντική παρακαταθήκη για τα ανατρεπτικά γεγονότα του 2011, ενώ είναι πιθανόν να συνετέλεσαν και στη δημιουργία της λανθασμένης εντύπωσης στο καθεστώς κατά την πρώτη φάση της εξέγερσης, όταν αυτή βρισκόταν στις απαρχές της, ότι πρόκειται για μια υπόθεση ρουτίνας, που δε θα μπορούσε να γίνει απειλητική πολιτικά και ότι αντίθετα, θα καταλάγιαζε μετά τις υποσχέσεις για μισθολογικές αυξήσεις και έλεγχο των τιμών.

Μία άλλη σημαντική πτυχή των εργατικών αγώνων του 2007-2008, που μπορεί να δώσει κάποιες εξηγήσεις για το γεγονός ότι η εξέγερση στην Αίγυπτο προέκυψε έξω από κομματικούς σχηματισμούς, είναι ο τρόπος που εκφράστηκε σε πολιτικό επίπεδο το κίνημα των απεργών και η τεράστια απόσταση που αποδείχθηκε ότι χώριζε τις ανησυχίες των εργατών από τις πολιτικές των κύριων αντιπολιτευόμενων κομμάτων.

Κύριο χαρακτηριστικό του πολιτικού συστήματος στα χρόνια της παντοδυναμίας του Μουμπάρακ, ήταν ότι λόγω της κεντρικής θέσης των υπηρεσιών ασφαλείας στην πολιτική ζωή, της νοθείας και της καταστολής, η εκπροσώπηση της αντιπολίτευσης, τόσο της νόμιμης, όσο και της παράνομης αλλά ανεκτής, στους θεσμούς και κυρίως στο κοινοβούλιο εξαρτιώταν από την καλή θέληση του καθεστώτος, γεγονός που ωθούσε την κοινοβουλευτική δράση της αντιπολίτευσης σε μια σχέση μεγαλύτερης ή μικρότερης συνεργασίας με το καθεστώς και υποβολής προτάσεων που θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτές από αυτό. Το γεγονός αυτό, με τη σειρά του καθιστούσε ουσιαστικά στα μάτια του λαού ανώφελη την ψήφο προς την αντιπολίτευση και πολιτικά χρήσιμη μόνο μια ρουσφετολογική σχέση με τους καθεστωτικούς υποψηφίους. Στη βάση αυτή μπορεί κανείς να εξηγήσει την κομφορμιστική και νομιμόφρονα στάση της αντιπολίτευσης, όπως αυτή εκφράστηκε κατά τη διάρκεια της απεργίας και της εξέγερσης στη Μαχάλα Ελ-Κόμπρα τον Απρίλη του 2008.

Τότε, πρωτοβουλίες που προέρχονταν από τη μορφωμένη νεολαία των πόλεων, αλλά και το μη-κομματικό δημοκρατικό κίνημα «Κεφάγια» (Αρκετά), κάλεσαν σε εκδηλώσεις συμπαράστασης προς τους εξεγερμένους απεργούς, με αποκορύφωμα το κάλεσμα σε γενική απεργία συμπαράστασης στις 6 Απρίλη. Η κήρυξη και μόνο της απεργίας, υπήρξε αποτελεσματική, καθώς μία ημέρα πριν την πραγματοποίησή της, η κυβέρνηση ικανοποίησε τα βασικά αιτήματα των απεργών. Η πρωτοβουλία αυτή οργανώθηκε και προπαγανδίστηκε κυρίως μέσω διαδικτυακών σελίδων, όπως το facebook και το tweeter και στηρίχθηκε πολιτικά μόνο από το Νασερικό Κόμμα και μικρότερους σχηματισμούς όπως το παράνομο αριστερό νασερικό κόμμα «Καράμα» (Αξιοπρέπεια), το Δημοκρατικό Μέτωπο, το Ισλαμικό Εργατικό Κόμμα και μικρές οργανώσεις της αριστεράς. Η στάση των βασικών αντιπολιτευόμενων κομμάτων υπήρξε χαρακτηριστική.

Η Μουσουλμανική Αδελφότητα δήλωσε ότι ενώ υποστηρίζει τα αιτήματα των απεργών, δε θα συμμετάσχει στην απεργία

«καθώς οι υποκινητές της δεν έχουν ταυτότητα και η ατζέντα τους μοιάζει να φλερτάρει με το χάος, κάτι στο οποίο αρνούμαστε να συρθούμε».

Πέρα από την επιφυλακτικότητα που επιδεικνύει η Αδελφότητα απέναντι σε πρωτοβουλίες που δεν αναλαμβάνει η ίδια και που μπορεί να θέσουν σε δοκιμασία τα όρια της ανοχής του καθεστώτος απέναντί της (που φάνηκε και στα γεγονότα του 2011), η στάση αυτή δείχνει να προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στη φιλεργατική στάση των στελεχών της που προέρχονται από τις πιο φτωχές περιοχές της χώρας και τη φιλελεύθερη οικονομικά αντίληψη των στελεχών της που προέρχονται από τα εύπορα αστικά στρώματα.

Το φιλελεύθερων τάσεων κόμμα «Ουάφντ» (Αντιπροσωπεία), απόγονος του πρώτου εθνικιστικού αιγυπτιακού κόμματος επί μοναρχίας, δήλωσε:

«Είμαστε ένα υπεύθυνο κόμμα. Στοχεύουμε στην αλλαγή, αλλά όχι μέσα από το χάος. Τα καλέσματα σε πολιτική ανυπακοή είναι εξαιρετικά επικίνδυνα. Αν αφεθούν ελεύθερες οι δυνάμεις του όχλου, το Κάιρο θα καεί μέσα σε 24 ώρες. Δεν μας αρμόζει αυτό το είδος δημαγωγίας».

Η δήλωση αυτή είναι χαρακτηριστική της ταξικής σύνθεσης του κόμματος, αλλά και του παραδοσιακού μίσους των αστών για την πολιτική δράση του λαϊκού παράγοντα.

Ενώ, ο Αμπντέλ-Γαφάρ Σουκρ, βασικό στέλεχος του κόμματος «Ταγκάμμου» (Συναγερμός), του μεγαλύτερου νόμιμου κόμματος της αιγυπτιακής αριστεράς σε άρθρο του στον τύπο δήλωνε:

«…οι εργάτες είναι ακόμη πρόθυμοι να συμμετέχουν σε διαμαρτυρίες. Είναι ακόμη πρόθυμοι να ασκήσουν πιέσεις για τα αιτήματά τους, με νόμιμο τρόπο και με τάξη […] σε κάθε περίπτωση τα αιτήματά τους είναι αμιγώς επαγγελματικά, ούτε μία φορά δεν έστρεψαν τις διεκδικήσεις τους σε πολιτικά ζητήματα […] οι περισσότερες απεργίες θα αποφεύγονταν αν η κυβέρνηση επέλυε εγκαίρως τα εργατικά θέματα. Χρειαζόμαστε κρατική πολιτική για τα ζητήματα της εργασίας. Και χρειαζόμαστε μάνατζερ με ευαισθησία προς τα προβλήματα των εργατών».

Δεν είναι επομένως να απορεί κανείς γιατί, όταν κύριο μέλημά της είναι η διαφύλαξη της νομιμότητάς της, η αριστερά δεν μπόρεσε να εκπροσωπήσει πολιτικά το εργατικό κίνημα και η συμμετοχή της περιορίστηκε στην αξιόλογη δράση μέσα σ’ αυτό μεμονωμένων στελεχών, που αντλούσαν το κύρος τους, από την προσωπική τους στάση και όχι από την κομματική τους ένταξη.

Η στάση αυτή της αντιπολίτευσης διαμόρφωσε, όχι άδικα, σε κάποια από τα πιο συνειδητά κομμάτια του εργατικού κινήματος, την αντίληψη ότι η ίδια η συνδικαλιστική δράση αποτελεί τη μόνη δυνατή μορφή άσκησης πολιτικής από τη σκοπιά της υπεράσπισης των εργατικών συμφερόντων. Χαρακτηριστικές είναι οι δηλώσεις στον τύπο του Μοχάμμεντ Άτταρ, ηγέτη των απεργών, που φυλακίστηκε από το καθεστώς κατά τη διάρκεια της απεργίας του Οκτώβρη του 2007:

«δεν υποκινούμαστε από την αντιπολίτευση, υποκινούμαστε μόνο από τη δέσμευσή μας στο σκοπό μας και δεν υπάρχει κάποιος που θα μπορούσε με οποιονδήποτε τρόπο να μας προσφέρει. Αν νομίζουν ότι φοβόμαστε επειδή μας αποκαλούν πολιτικοποιημένους, κάνουν λάθος. Ο αγώνας μας είναι για έκφραση, τίμια ζωή και αξιοπρέπεια, και αυτό είναι όσο πιο πολιτικό γίνεται».

Μπορεί επομένως να κατανοήσει κανείς γιατί και το 2011 η πολιτική δυσαρέσκεια του λαού εκφράστηκε έξω από το κομματικό σύστημα και μέσα από μια χαλαρή σχέση με πρωτοβουλίες της νεολαίας, οι οποίες εκ των πραγμάτων δεν είχαν ολοκληρωμένο πολιτικό πρόγραμμα ή επεξεργασμένες εναλλακτικές προτάσεις για την οργάνωση της κοινωνίας. Και αυτό αν αποδείχθηκε αποτελεσματικό στο να ξεφύγει η οργάνωση της εξέγερσης από την ασφυκτική επιτήρηση που ασκούσε το καθεστώς, αποδείχθηκε ταυτόχρονα και το βασικό μειονέκτημα του κινήματος, που οδήγησε στην ανάληψη της εξουσίας από το στρατό, που αποτέλεσε τη μοναδική ρεαλιστική «λύση». Πάντως το γεγονός ότι ο λαός αντιλήφθηκε την τεράστια δύναμή του και η πολιτική πείρα που αποκτά, μας δίνουν το δικαίωμα να θεωρούμε τις εξελίξεις ανοιχτές και να αισιοδοξούμε.

Σόρτλινκ: http://wp.me/p1pa1c-97C