Πάμε πάλι απ’ την αρχή

Posted on 22 Μαρτίου, 2011 4:14 μμ από

0


Εισαγωγή

Το κείμενο που ακολουθεί είναι ένα άρθρο του Βρετανού πολιτικού Ρόρι Στιούαρτ, μέλος των Συντηρητικών και εκλεγμένου Περιφερειακού Αντιπροσώπου από το Πένριθ (στα σύνορα με τη Σκωτία, μια από τις φτωχότερες αγγλικές περιφέρειες). Ο Στιούαρτ ήταν αξιωματικός των συμμαχικών δυνάμεων σε υπό κατοχή περιφέρεια του Ιράκ το 2003-04 και είναι περισσότερο γνωστός για το βιβλίο του Ο Πρίγκιπας των Βάλτων (The Prince of Marshes γνωστό και με τον τίτλο Occupational Hazards). Σπουδαστής σύγχρονης ιστορίας, πολιτικής, φιλοσοφίας και οικονομίας, ο Στιούαρτ είναι μια από τις “μεταγραφές” των Συντηρητικών από τους Εργατικούς (των οποίων υπήρξε μέλος στα φοιτητικά του χρόνια).

Το άρθρο του είναι αξιοπρόσεκτο για δύο λόγους. Από τη μια, μπορεί να υποστηριχθεί πως αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του “κυρίαρχου λόγου”, ή καλύτερα του φιλελεύθερου-κοσμοπολίτικου πόλου της ρητορείας της κυρίαρχης τάξης που συμπληρώνεται από τον δεύτερο πόλο των εθνικιστικών κορόνων του Νικολά Σαρκοζί. Πιο συγκεκριμένα, αν ο Σαρκοζί εκφράζει αυτή τη στιγμή την πιο τυχοδιωκτική πλευρά της αστικής τάξης, που συγκαλυμμένη με τον λαϊκιστικό μανδύα του εθνικισμού ψάχνει για οδούς υπέρβασης της σύγχρονης πολιτικής και οικονομικής κρίσης στην εμπλοκή σε απάνθρωπες πολεμικές επιχειρήσεις, τότε ο Στιούαρτ εκφράζει την πιο “μετριοπαθή” πλευρά, αυτή του “συνετού πραγματισμού” της πολυπολιτισμικής “ανοχής”, της υπεράσπισης του “λιγότερου κακού”. Από τη σκοπιά αυτή το άρθρο παρουσιάζει τόσο πολιτικό όσο και ιστορικό ενδιαφέρον.

Σε δεύτερο επίπεδο, αξίζει να σταθούμε στη προσπάθεια θεωρητικοποίησης της διεθνούς δράσης της Δύσης (με έμφαση – σε βαθμό ταύτισης – σε ΗΠΑ και Βρετανία) τα τελευταία τριάντα περίπου χρόνια, προσπάθεια που προδίδει την ανυπαρξία μέχρι σήμερα ενός συνεκτικού (ή καλύτερα συνειδητού;) προγράμματος δράσης από τη κυρίαρχη τάξη, μιας αληθοφανούς έστω αφήγησης που να δικαιολογεί τη σύγχρονη δράση της, την ίδια  στιγμή που προσπαθεί να συγκαλύψει αυτό ακριβώς το έλλειμμα. Ο Στιούαρτ παλεύει να καλύψει το προφανές θεωρητικό έλλειμμα – την απουσία μιας συνεπούς πολιτικής αιτιολόγησης για την επέμβαση στη Λιβύη – ταξινομώντας, κατασκευάζοντας και απορρίπτοντας επιχειρήματα μανιωδώς, μοιάζοντας με υστερικό που ψάχνει φωνάζοντας εμμονικά “δεν είναι αυτό!”, ανίκανος να καταλάβει πως αυτό που ψάχνει παράγεται από την ίδια του την αναζήτηση  – σαν το ανέκδοτο με τον νεοσύλλεκτο, που αφού έχει φέρει σε αδιέξοδο τους στρατιωτικούς ψυχολόγους ψάχνοντας όλα τα χαρτιά τους και αναφωνώντας “δεν είναι αυτό!”, ανακοινώνει “αυτό είναι!” περιχαρής όταν του παραδίδουν τελικά το απαλλακτικό “τρελόχαρτο”. Σε αντίθεση με τον νεοσύλλεκτο, ο Στιούαρτ τελικά παραιτείται της αναζήτησης στα μισά, καταλήγοντας σε “αναγκαστική προσγείωση” στο κυνικό ρεαλισμό και τη δικαιολόγηση της μετριοπαθούς του δυσαρέσκειας.

Το άρθρο του Στιούαρτ αποκαλύπτει έτσι πως η κατάσταση στη Λιβύη αποτελεί καθαρή απόδειξη της αλήθειας του αποφθέγματος του Τζέραλντ Φιτζέραλντ, πρώην πρωθυπουργού της Ιρλανδίας: “αυτό μπορεί να είναι αρκετά καλό στη πράξη, αλλά δεν είναι αρκετά καλό στη θεωρία”. Η δουλειά της σύγχρονης κριτικής σκέψης, της αριστερής ιδεολογικής κριτικής, βρίσκεται στην ανάδειξη αυτού του καταστατικού ελλείμματος αλλά και στην ανάληψη της σκυτάλης στον αγώνα αυτής της “υστερικής αναζήτησης”: κρατώντας το “ψάξιμο” ζωντανό διαμορφώνουμε τις προϋποθέσεις ώστε οι ίδιοι οι λαοί (με την σημασία εδώ του ενεργητικού υποκειμένου) να φτάσουν τελικά να αναφωνήσουν θριαμβευτικά “αυτό είναι!” Και υπό αυτό το πρίσμα, οι σύγχρονες εξελίξεις στο Μαγκρέμπ αποτελούν τόσο σταθμό όσο και πηγή έμπνευσης σε αυτή τη προσπάθεια.

Πάμε πάλι απ’ την αρχή

Ο Ρόρι Στιούαρτ για την επέμβαση στη Λιβύη

Μέχρι και χθες νόμιζα πως είμαστε στο τέλος της εποχής του παρεμβατισμού. Ο εφησυχασμός που ακολούθησε την κατάρρευση της Σοβιετικής ένωσης είχε διαταραχθεί από τους Βαλκανικούς πολέμους · την απογοήτευση διαδέχτηκαν οι επιτυχημένες επεμβάσεις στη Βοσνία και έπειτα στο Κόσοβο · έπειτα, η θριαμβευτική υπερηφάνεια μας οδήγησε στην καταστροφή σε Ιράκ και Αφγανιστάν. Στα μέσα της περιόδου, το 2000, έμοιαζε σαν να μπορούσαμε να επέμβουμε οπουδήποτε. Όταν έφτασε πια το 2010, νιώθαμε σαν να μη πρόκειται να τολμήσουμε ξανά εγχείρημα εκτός συνόρων. Αυτό που είχε ξεκινήσει με την ακαταμάχητη νίκη της δημοκρατίας, της ελεύθερης αγοράς και των Ηνωμένων Πολιτειών, τελείωσε με την κατοχή, την οικονομική κρίση και την Αμερικανική ανικανότητα.

Η επέμβαση σε μια χώρα σαν τη Λιβύη φαινόταν διπλά απίθανο ενδεχόμενο. Ακόμη και χωρίς πετρέλαιο, το Αφγανιστάν της Κεντρικής Ασίας γινόταν αντιληπτό από πολλούς Μουσουλμάνους σαν το έδαφος μιας σταυροφορικής κατοχής των άπιστων, καθοδηγούμενη από το Ισραήλ και σχεδιασμένη ώστε να καθιδρύσει βάσεις ή να εξάγει φθηνότερο πετρέλαιο. Κάθε κίνηση ενάντια στη Λιβύη – μια αραβική, μουσουλμανική χώρα, παθιασμένη με την πάλη της ενάντια στην αποικιοκρατία και ξεχειλίζουσα πετρέλαιο – έμοιαζε καταδικασμένη να γίνει αντιληπτή με τους πιο εχθρικούς όρους από τους γείτονές της, τον αναπτυγμένο κόσμο και από τους ίδιους τους Λίβυους.

Ούτε φαινόταν να τηρούσε η Λιβύη τα κριτήρια για επέμβαση σύμφωνα με τον διεθνή νόμο. Ο Καντάφι ήταν η κυρίαρχη εξουσία, όχι οι επαναστάτες, και δεν διεξήγαγε γενοκτονία ή εθνική κάθαρση. Στη Βοσνία απεναντίας, 100.000 άνθρωποι πέθαναν σε λίγες εβδομάδες · και ήταν η ίδια η Βοσνία – ένα κυρίαρχο έθνος αναγνωρισμένο από τον ΟΗΕ – που ζήτησε επίσημα την επέμβαση. Το Κόσσοβο ήταν μια λιγότερο ξεκάθαρη περίπτωση, αλλά η επέμβαση στόχευε στον Μιλόσεβιτς και ήταν συνέπεια των Βαλκανικών πολέμων που ο ίδιος είχε υποδαυλίσει, την βίαιη μετατόπιση 200.000 ανθρώπων και τα φανερά στοιχεία για εθνικιστικού χαρακτήρα κτηνωδίες. Αυτός ο επεμβατικός παγκόσμιος προσανατολισμός, που το 1999 μπορεί να φαινόταν ως η πεμπτουσία της παγκόσμιας διακυβέρνησης και ομοφωνίας, είχε παρόλα αυτά αρχίσει να μοιάζει με φθίνουσα Δυτική εμμονή. Πια το 2011, η Βραζιλία, η Ινδία και η Νότιος Αφρική, καθώς και η Κίνα, ήταν στο Συμβούλιο Ασφαλείας. Και καμιά από αυτές τις χώρες δεν υποστήριζε την επεμβατική πολιτική.

Έτσι, επιχειρηματολόγησα την Πέμπτη στο Κοινοβούλιο πως, ενώ είχαμε το ηθικό δικαίωμα να προστατεύσουμε τους Λίβυους από τον Καντάφι, θα ήταν λάθος να δράσουμε χωρίς την απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών. Η Βρετανία θα έπρεπε να αξιοποιήσει την συμμετοχή της στη στήριξή της ζώνης απαγόρευσης πτήσεων για να στείλει ένα καθαρό μήνυμα πως είναι αντίθετη στον Καντάφι και πως στηρίζει την πρόοδο στη Μέση Ανατολή. Πίστευα τότε ακόμη πως ένα βέτο της Ρωσίας θα διασφάλιζε ότι η ζώνη απαγόρευσης πτήσεων δε θα οδηγούσε πραγματικά στην εμπλοκή μαχητικών αεροσκαφών.

Αλλά η Ρωσία δεν πρόβαλε βέτο στη πρόταση. Και έτσι, από χθες το βράδυ, 17 Μαρτίου, Γάλλοι, Βρετανοί και Αμερικάνοι έχουν το πράσινο φως για μια επέμβαση στη Μέση Ανατολή “με όλα τα αναγκαία μέσα”. Τα μαχητικά παίρνουν θέση. Οι υπουργοί εξωτερικών μικρών αραβικών κρατών δέχονται συνεχώς κλήσεις στα κινητά τους από δυτικούς πολιτικούς. Οι λογαριασμοί του Twitter παίρνουν φωτιά γύρω από το λιβυκό πέπλο της σιγής. Και φαντάζομαι πως σε μικρά εκτελεστικά γραφεία, φωτισμένα από γιγάντιες τηλεοθόνες, στρατηγοί, ειδικοί σύμβουλοι, διπλωμάτες, χειριστές του Τύπου και πολιτικοί προσπαθούν να αποφασίσουν σε ένα σχέδιο δράσης.

Η πρώτη απάντηση του Καντάφι στις νέες εξελίξεις ήταν επιδέξια. Μέσα σε μισή ώρα από την απόφαση ο αντιπρόσωπός του παπαγάλιζε αγγλικά του ΟΗΕ: “οι τεχνικές πτυχές της παύσης πυρός”, “κάποιες επιφυλάξεις επί του κειμένου”. Χρησιμοποιούσε μεταφραστή για να μεταφέρει τα αγγλικά του ξανά στα αραβικά – ίσως το κοινό του να ήταν στον Κόλπο και να ‘θελε να χρησιμοποιήσει μόνο τα πιο επίσημα αραβικά. Αλλά ο μεταφραστής, που ήταν πιο εξοικειωμένος με τις τυπικές αυταρχικές ανακοινώσεις σχετικά με “τις ειρηνικές προθέσεις των λιβυκών εθνικών δυνάμεων ασφαλείας”, δυσκολευόταν με την ορολογία του ΟΗΕ και συχνά έπρεπε να τον διορθώνει το αφεντικό του. Το πρωί της Παρασκευής, ο Λίβυος υπουργός εξωτερικών βρήκε την αυτοπεποίθησή του και την νέα του “περσόνα” ως εποικοδομητικός και ουδέτερος συμμέτοχος. Μιλούσε στα αραβικά, με τόσο ευλαβικό ύφος για το “Majlis al-Aman” (την Συνέλευση Ασφαλείας) που μου πήρε ώρα να αντιληφθώ πως απευθυνόταν στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ και όχι κάποιο μηχανισμό ασφαλείας του Καντάφι.

Και η δική μας απάντηση; Αν οι κρίσεις σε Βοσνία, Κόσσοβο, Ιράκ και Αφγανιστάν, που έχουν στοιχίσει περισσότερες από 100.000 ζωές, τέσσερα τρισεκατομμύρια δολάρια, και έχουν απορροφήσει ένα εκατομμύριο ξένους στρατιώτες από 60 χώρες, δεν είχαν ως αποτέλεσμα να γίνουμε πιο επιφυλακτικοί, θα έπρεπε τουλάχιστον να μας είχαν κάνει σοφότερους. Για δύο δεκαετίες οι πολιτικές μας σε αυτές τις χώρες έχουν περιγραφεί, αναλυθεί και δεχθεί κριτική από πολιτικούς φιλοσόφους, δημόσιους υπαλλήλους, ακτιβιστές για τα ανθρώπινα δικαιώματα, δημοσιογράφους, εθελοντές για την ανάπτυξη, σκηνοθέτες και 10.000 σύμβουλους. Κοινοβουλευτικοί αντιπρόσωποι σε όλο το κόσμο αναφέρονται με αυτοπεποίθηση στα “ψηθίσματα του Κεφαλαίου 7”, “τις ζώνες απαγόρευσης πτήσεων”, “την εμπειρία των Κούρδων” και την “ευθύνη για προστασία”. Αλλά τα βασικά ερωτήματα σχετικά με την επέμβαση δείχνουν να παραμένουν τόσο προφανή όσο και άβολα. Δε χρειάζεται να μπορείς να ονοματίσεις τέσσερις πόλεις στη Λιβύη για να έχεις τέσσερα επιχειρήματα υπέρ ή κατά αυτού που κάνουμε. Μπορείς απλά να αναπτύξεις αυτά που χρησιμοποιούνταν για το Βιετνάμ του 1960, τη Συρία του 1920 και το Αφγανιστάν του 1860.

Τα επιχειρήματα κατά της επέμβασης συνοψίζονται επιδέξια από τον Άλμπερτ Χίρσμαν ως “διαστροφή”, “ματαιότητα” και “επικινδυνότητα”: μια επέμβαση μπορεί να εξελιχθεί σε κίνδυνο (για εμάς ή για τη Λιβύη) · μπορεί να μην αποδώσει τίποτα · ή μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα το αντίθετο από αυτό που επιθυμούμε. Η επιχειρηματολογία αυτή μπορεί να ενισχυθεί από τη γλώσσα της ιατρικής ή του εμπορίου: “πρώτα μη βλάψεις”(first do not harm), “δεν είναι δική μας δουλειά”(it’s none of our business), “χρεοκοπήσαμε”(we are broke). Η ακόμα από το φυλετικό ζήτημα. Κατά τον Κόνορ Κρούζ Ο’Μπράιεν το 1992: “Υπάρχουν μέρη όπου πολλοί άνθρωποι προτιμούν τον πόλεμο, τη λεηλασία, τους βιασμούς και την παροδική εξουσία που τα συνοδεύει, από κάθε είδους ειρηνική κατοχή. Ένα τέτοιο μέρος είναι το Αφγανιστάν. Ένα άλλο είναι η Γιουγκοσλαβία μετά την κατάρρευση του συγκεντρωτικού Κομμουνιστικού Καθεστώτος.”

Απέναντι σε αυτά βρίσκονται τα τέσσερα επιχειρήματα περί εθνικής ασφάλειας υπέρ της επέμβασης: φόβος για ένα κράτος – παρία, φόβος για ένα αποτυχημένο κράτος, φόβος για τους γείτονες και φόβος για τους εαυτούς μας. Αρχικά, αποκαλέσαμε το Ιράκ κράτος – παρία, με τα όπλα μαζικής καταστροφής που μπορούσαν να εκτοξευτούν εντός 45 λεπτών. Έπειτα, αποκαλέσαμε το Αφγανιστάν του 2002 αποτυχημένο κράτος – το κενό που γέμιζαν έμποροι ναρκωτικών και τρομοκράτες. Τρίτον, το 2009, τονίσαμε το φόβο για τον γείτονα του Αφγανιστάν, το Πακιστάν: “Αν πέσει το Αφγανιστάν, θα πέσει και το Πακιστάν και τρελοί μουλάδες θα έχουν στα χέρια τους τα πακιστανικά πυρηνικά όπλα.” (Στη περίπτωση του Βιετνάμ, το επιχείρημα αυτό αποκαλούνταν “θεωρία του ντόμινο”). Τέταρτον, φοβόμαστε για τη παγκόσμια φήμη μας. Από τον Κίσινγκερ του Βιετνάμ στη Βρετανία του Αφγανιστάν υπάρχει το αιώνιο άγχος να μην φανείς ηττημένος, δίνοντας έτσι αυτοπεποίθηση στους αντιπάλους και χάνοντας σε αξιοπιστία. Στη περίπτωση της Λιβύης, τα επιχειρήματα αυτά εστιάζουν στον φόβο προς τον Καντάφι · φόβο προς την Αλ Γκάιντα σε ένα μετα-κανταφικό αποτυχημένο κράτος · φόβο για την αποσταθεροποίηση της περιοχής (ένας εμφύλιος πόλεμος στη Λιβύη που θα μπορούσε να διαταράξει την Βόρειο Αφρική, στέλνοντας κύματα μεταναστών στην Ευρώπη) · και φόβος για την αξιοπιστία μας (τι θα συμβεί αν επιβιώσει των απειλών και των κατάρων μας;).

Έπειτα είναι τα ηθικά επιχειρήματα. Υπάρχουν επιχειρήματα κατά από τον διεθνή νόμο (“η επέμβαση είναι σε ρήξη με την αρχή της εθνικής κυριαρχίας”) και επιχειρήματα από ενοχή (“εμείς οι ίδιοι είμαστε αυτοί που εξοπλίσαμε εξ αρχής τον Καντάφι”). Υπάρχουν τα επιχειρήματα υπέρ που βασίζονται στο μέγεθος – που το μαθαίνουμε από τη συνεχή ροή ειδήσεων – της ανθρώπης συμφοράς, που συγκροτούν τη θέση πως η απραγία οδηγεί σε περισσότερους θανάτους: ότι έχουμε το δικαίωμα και το καθήκον να αποτρέψουμε τη σφαγή, μια ηθική υποχρέωση προς το λιβυϊκό λαό.

Συνεπώς, τρία επιχειρήματα εναντίον της δράσης. Τέσσερις φόβοι για την απραγία. Και ένα πλαίσιο ενοχής, νόμου και ηθικής υποχρέωσης. Κάθε θέση έχει τη δική της ιστορική αναλογία. Αν εναντιώνεσαι στον παρεμβατισμό, το αποκαλείς “άλλο ένα Βιετνάμ”. Αν υποστηρίζεις την επέμβαση από τη σκοπιά της εθνικής ασφάλειας, αποκαλείς τους αντιπάλους ησυχαστές και επικαλείσαι το Μόναχο. Και θα μπορούσες να κάνεις μια συνολική αντικατάσταση και αντί για Λιβύη να πεις Ζιμπάμπουε, Νταρφούρ, ή ακόμη και Αβυσσινία, Χιτζάζ ή “Βασίλειο της Καμπούλ και των επαρχιών της”. Αυτό που φαίνεται να έχει σημασία, εδώ περισσότερο από ποτέ, δεν είναι η λεπτομερής γνώση της συγκεκριμένης χώρας αλλά μια νοητική προδιάθεση: μια υψηλή αισιοδοξία, ένας αντιδραστικός πεσιμισμός και εξαιρετικά σπάνια οτιδήποτε ανάμεσα στα δύο.

Αυτό δεν σημαίνει πως τα εκατομμύρια σελίδων που παρήχθησαν τις δύο τελευταίες δεκαετίες δεν κατάφεραν τίποτα. Τα επιχειρήματα έχουν καλλωπιστεί και παρουσιαστεί σε σύγχρονη μορφή, συνοδευόμενα από απαστράπτοντα στατιστικά και νέες αναλογίες. Αν το επιθυμείς, μπορείς τώρα να αντικαταστήσεις το Βιετνάμ με το Ιράκ, το Μόναχο με τη Ρουάντα και τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο με τη Βοσνία. Η “προωθητική πολιτική” αποκαλείται τώρα ως “κατασκευή κρατών” και η “ειρηνοποίηση” ως “καταστολή ανταρσίας”.

Αλλά οι βασικές θέσεις παραμένουν άσπρο – μαύρο. Κάντο ή μη το κάνεις, χωρίς ενδιάμεσους σταθμούς. Και εκεί εγκυμονεί ο κίνδυνος. Αυτό το απόγευμα, κατηγορήθηκα στη Παγκόσμια Υπηρεσία (\το διεθνή ραδιοφωνικό σταθμό του BBC) πως πατάω σε δυο βάρκες. “Από τη μια λες πως η ζώνη απαγόρευσης πτήσεων είναι ανθρωπιστική και άσχετη με την αλλαγή καθεστώτος. Από την άλλη, ισχυρίζεσαι πως η λήψη μέτρων εναντίον του καθεστώτος του Καντάφι οδηγεί στην κατάρρευσή του.” Και όταν αποπειράθηκα να κάνω ένα διαχωρισμό ανάμεσα σε στρατιωτικά μέτρα με ανθρωπιστικό σκοπό και σε μέτρα των πολιτών με πολιτικό σκοπό, ο δημοσιογράφος ανταπάντησε: “Ασφαλώς, αυτή είναι η χειρότερη όλων των περιπτώσεων”. Αντιθέτως, εμένα μου φαίνεται ως το μικρότερο κακό. Η ζώνη απαγόρευσης πτήσεων είναι προτιμότερη από τη φαινομενική αποδοχή και υπονοούμενη στήριξη των ενεργειών του Καντάφι · και είναι καλύτερη από την απόβαση στρατιωτών που θα επιβάλλουν την καθεστωτική αλλαγή. Αλλά τέτοια μέτρα είναι δύσκολο να εξηγηθούν και να “πουληθούν”.

Ίσως είμαι απλά πληγωμένος από την αποτυχία να αποτρέψω την παράταξη περισσότερων στρατιωτών στο Αφγανιστάν. Ίσως αυτή τη φορά να έπρεπε να καλωσορίσω την απόφαση αντί να παρέχω απρόθυμη στήριξη και ζοφερές επιφυλάξεις. Άλλωστε, η απόφαση του ΟΗΕ είναι ξεκάθαρα αντίθετη στην στρατιωτική κατοχή. Η Δύση είναι πληγωμένη, νιώθει πτωχευμένη και ο στρατός της έχει υπερεπεκταθεί. Οι νέοι αρχηγοί της έχουν αποδειχθεί ικανοί μέχρι στιγμής να παρακάμψουν ή να απαντήσουν στην υπεραισιοδοξία και στις θλιβερές προειδοποιήσεις των γερακιών των κυβερνήσεων τους. Ο Ομπάμα πολέμησε με επιτυχία την πίεση να στείλει κι άλλο στρατό στο Αφγανιστάν και ο Κάμερον έχει θέσει ως άνευ όρων προθεσμία το 2015 για το τέλος των εκεί πολεμικών επιχειρήσεων. Και οι δύο έχουν στηριχθεί σε σχετικά μετριοπαθή γλώσσα. Μπορεί, συνεπώς, να φαίνεται αβάσιμο πως θα επιτρέψουμε στον εαυτό μας να τραβηχτούμε βαθύτερα.

Μα παρόλα αυτά, δε μπορώ να αποστασιοποιηθώ από την εμπειρία μου του δρόμου προς το Αφγανιστάν, όπου τραβιόμασταν ασταμάτητα βαθύτερα. Εκεί, τα καλύτερα επιχειρήματα κατά της περαιτέρω επέμβασης στηρίζονται στο επίπεδο τη ειδίκευσης και της λεπτομέρειας σχετικά με τη χώρα που σπάνια ενδιαφέρει τους διαμορφωτές πολιτικών, και ακόμη σπανιότερα αναφέρεται στις πολιτικές συζητήσεις. (Ας προσπαθήσει κανείς να κάνει μια επιχειρηματολογία ενάντια στην αποτελεσματικότητα των μέτρων που να βασίζεται σε μια λεπτομερή ανάγνωση του καθεστώτος του Καντάφι, την ιδεολογία του και την συμπεριφορά του προς τη Δύση).

Αντιθέτως, η ρητορική και η λογική υπέρ της περαιτέρω δράσης μοιάζει υπνωτιστική και ακατάσχετη. Ήδη τα επιχειρήματα που χρησιμοποιήθηκαν στο Αφγανιστάν εφαρμόζονται στη Λιβύη. Όλες αυτές οι ανησυχίες σχετικά με τον Καντάφι και την σταθερότητα μπορούν άμεσα να μεταφραστούν σε “υπαρξιακό κίνδυνο προς την παγκόσμια ασφάλεια” και σε αυτούς τους τέσσερις φόβους, που οδηγούν σε δηλώσεις τύπου “η αποτυχία δεν είναι επιλογή”. Αυτό που εννοούν είναι πως, όπως μου είπε πρόσφατα ένας αμερικανός στρατηγός στο Αφγανιστάν, “το Σχέδιο Β είναι περισσότερο Σχέδιο Α”. Όταν μιλάμε για την ύπαρξη μιας υποχρέωσης (σε αυτή τη περίπτωση μιας ηθικής υποχρέωσης προς το λιβυϊκό λαό) ή για “ένα καθήκον να επέμβουμε”, τείνουμε να φανταζόμαστε πως πρόκειται για μια σχεδόν άνευ όρων υποχρέωση. Η περίπλοκη λογική, τα στατιστικά και οι θεωρίες που οδήγησαν το στρατιωτικό κύμα στο Αφγανιστάν παραμένουν εξαιρετικά ελκυστικά. Οι ίδιοι άνθρωποι θα δουλεύουν σύντομα στη Λιβύη. Και αν δουν πως η ζώνη απαγόρευσης πτήσεων δεν έχει τα αποτελέσματα που επιθυμούν: δεν ανατρέπει το καθεστώς, δεν εξαλείφει τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δεν ενισχύει την διεθνή ασφάλεια, θα πιέσουν για περισσότερα μέτρα.

Αυτό που χρειάζεται συνεπώς είναι να δούμε πως θα αξιοποιήσουμε καλύτερα την ζώνη απαγόρευσης πτήσεων, ενώ αναγνωρίζουμε πόσο ανασφαλείς και απερίσκεπτοι μπορεί να δελεαστούμε να γίνουμε. Φανταζόμουν πως είχε έρθει ο καιρός να υπενθυμίσουμε στο κόσμο πως, παρά το Αφγανιστάν, μπορούμε να επιτελέσουμε ακόμη ένα δημιουργικό διεθνή ρόλο. Σήμερα όμως, ενώ είμαι υπέρ της ζώνης απαγόρευσης πτήσεων, φαίνεται πως ο πραγματικός κίνδυνος παραμένει όχι η απόγνωση αλλά οι ακαταμάχητες, σχεδόν υπερδραστήριες ενέργειές μας: αυτή η αίσθηση ηθικής υποχρέωσης · αυτοί οι φόβοι για κράτη-παρίες, αποτυχημένα κράτη, περιοχές και την ίδια μας την αξιοπιστία, που απειλούν να κάνουν αυτή τη δεκαετία ξανά μια δεκαετία υπερ-επέμβασης.

Rory Stewart, 18.3.2011, Here We Go Again, London Review of Books

http://www.lrb.co.uk/2011/03/18/rory-stewart/here-we-go-again

Μετάφραση και Εισαγωγή: Παπαθωμάς Κίμων

Αναδημοσιεύει από τη Λέσχη η Jaquou Utopie

http://wp.me/p1pa1c-8SS