Παιδεία συγχωνεύσεων

Posted on 15 Μαρτίου, 2011 11:01 πμ από

9


Γράφει ο Λευτέρης Παπαθανάσης*

Ανακοινώθηκε σήμερα (Δευτέρα) από το ΥΠΔΒΜΘ (το υπουργείο -ας πούμε- παιδείας είναι αυτό) η πολυαναμενόμενη λίστα των περίπου 2000 σχολείων που καταργούνται ή συγχωνεύονται. Πρόκειται, αν πιστέψουμε το υπουργείο, για μια προσπάθεια ορθολογικής αξιοποίησης του εκπαιδευτικού δυναμικού. Τους πιστεύουμε όμως? Προσωπικά, όχι! ένας πρόχειρος λόγος γι’αυτό είναι ότι το ίδιο το υπουργείο έχει φροντίσει να ρίξει την αξιοπιστία του σε επίπεδο κάτω του μηδενός. Τόσα χρόνια, εκτός του να διαλύουν ό,τι πιάνουν στα ευγενικά τους χέρια, έχουν γίνει αυθεντίες στη διαστρέβλωση και την παραπλάνηση: “δια βίου εκπαίδευση”, “πρώτα ο μαθητής”, “τα βιβλία στο σχολείο” και άλλα βαρύγδουπα, που στο τέλος σημαίνουν απλά το γκρέμισμα ενός ακόμη από τους ζωντανούς χώρους της εκπαίδευσης.

Όλο αυτό το διάστημα η κυβέρνηση προσπαθούσε συνειδητά να εξαπατήσει, να θολώσει τα νερά. Όσο καιρό προετοίμαζαν την επίθεσή τους, διέσπειραν την άποψη ότι τα σχολεία που πρόκειται να συγχωνευτούν θα είναι αυτά που έτσι κι αλλιώς δεν τα παρακολουθούν περισσότεροι από μια χούφτα μαθητές. Αστέρες των ΜΜΕ επιστρατεύτηκαν για να διαδώσουν αυτή την απλή αλήθεια, και αγνοί δημοσιογράφοι ταξίδεψαν στα κατσάβραχα για να βρουν “σχολεία-φάντασμα”, για να πάρουν όμορφα πλάνα από ετοιμόρροπα κτήρια, στα οποία ένας δάσκαλος κάνει μάθημα σε δύο μόλις παιδιά και μάλιστα διαφορετικής τάξης. Τα πράγματα λοιπόν έπρεπε να διορθωθούν. Στο “Νέο Σχολείο” αυτές οι μονάδες δεν έχουν θέση, μας είπαν. Αυτά μέχρι χθες. Σήμερα, η λίστα που πήραμε στα χέρια μας δείχνει ότι δεν μιλάμε πλέον για κάτι τέτοιο. Τα περισσότερα από τα σχολεία που καταργήθηκαν/συγχωνεύτηκαν απέχουν πολύ από τη θλιβερή εικόνα που μας παρουσίαζαν.

Με ποιά κριτήρια συγχωνεύτηκαν ή καταργήθηκαν όλα αυτά τα σχολεία? Η υφυπουργός παιδείας ακόμη και σήμερα επιμένει ότι μιλάμε αυστηρά για παιδαγωγικά κριτήρια, ότι όλο αυτό γίνεται ώστε κάθε σχολική μονάδα να μπορεί να “σηκώσει” όλα αυτά τα υπέροχα πράγματα που θα αποτελούν το “Νέο Σχολείο”. Το ποιοί είναι αυτοί οι παιδαγωγικοί λόγοι δεν θα το μάθουμε ποτέ. Για να μιλήσει κανείς για παιδαγωγικούς λόγους, αν μη τι άλλο, σημαίνει ότι έχει κάνει επιστημονική έρευνα σε βάθος, τα πορίσματα της οποίας συνηγορούν στο τσεκούρωμα. Τέτοια έρευνα δεν υπάρχει, το μόνο που έχουμε στα χέρια μας είναι δηλώσεις διάφορων προϊσταμένων και πρόθυμων δημοσιογράφων. Ακόμη όμως και να υπήρχε, γνωρίζουμε ότι κάθε υπεύθυνη αλλαγή στο εκπαιδευτικό σύστημα οφείλει να είναι υπόλογη σε έναν κεντρικό στόχο. Το ποιός είναι πραγματικά ο στόχος αυτός, πάλι δεν θα μας το πουν ποτέ. Το μόνο που λένε είναι ότι οι σημερινές αλλαγές θα “αναβαθμίσουν την ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης” (και κανείς υπουργός δεν θα μιλήσει πιο συγκεκριμένα απ’αυτό). Ας υποθέσουμε όμως για μια στιγμή ότι κάποιοι γραμματείς εκεί μέσα έχουν πραγματικά καταρτίσει ένα σώμα παιδαγωγικών κριτηρίων με τα οποία προχωρούν στις συγχωνεύσεις και δεν θέλουν να το μοιραστούν με μας γιατί είναι πολύτιμο κρατικό μυστικό και φοβούνται μήπως το μαρτυρήσουμε στους οχτρούς. Τι θα περιμέναμε αν ίσχυε κάτι τέτοιο? Πολύ απλά, τα 2000 σχολεία της σημερινής λίστας θα είχαν όλα παρόμοια χαρακτηριστικά, πράγμα που όμως δεν ισχύει. Τι κοινό έχουν πχ, τα μικρά σχολεία των ορεινών επαρχιακών χωριών με τα σχολεία του κέντρου της πρωτεύουσας? Αν τα παιδαγωγικά τους κριτήρια υπαγόρευσαν το κλείσιμο επαρχιακών σχολείων εκεί που έτσι κι αλλιώς υπολειτουργούσαν, πώς αυτό μπορεί να αφορά τα σχολεία στο Περιστέρι, την Καλλιθέα, τον Πειραιά?

 

Οι διατυπώσεις από την πλευρά του υπουργείου είναι σκόπιμα τόσο αόριστες ώστε να διασφαλίζεται ότι κανείς δεν μπορεί να τους εγκαλέσει για τίποτε. Εκεί που η συζήτηση καταλήγει είναι ότι τα σχολεία αυτά δεν χωρούν στο όραμα του ΥΠΔΒΜΘ. Με την ίδια λογική δεν χωρούσαν ο Οργανισμός Έκδοσης Διδακτικών Βιβλίων, η Ενισχυτική Διδασκαλία, οι πολιτιστικές και αθλητικές εκδηλώσεις, ο Σχολικός Επαγγελματικός Προσανατολισμός, τα Αθλητικά Σχολεία και Τμήματα. Με πανομοιότυπο δε τρόπο, κάθε φορά που ένα κομμάτι της εκπαίδευσης συναντά το τσεκούρι του άγριου καπιταλισμού, οι δημόσιοι καλοθελητές σπεύδουν να αποκαλύψουν ότι ο θεσμός αυτός έτσι κι αλλιώς δεν λειτουργούσε ικανοποιητικά άρα δεν χάνουμε και τίποτα. Αν ισχύει αυτή η λογική, τρέμω στη σκέψη του πώς οι άνθρωποι αυτοί αντιμετωπίζουν κάποιο πονόλαιμό τους!!!

Αν μπορεί όμως κανείς να αμφισβητήσει τη σχέση των γραφειοκρατών του ΥΠΔΒΜΘ με την παιδαγωγική, σίγουρα δεν μπορεί να κάνει το ίδιο για το οικονομικό σκέλος του ζητήματος. Όσο και να υπερβάλουν οι λογιστές που αποφασίζουν για την εκπαίδευσή μας, δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί ότι με τις συγχωνεύσεις το κράτος εξοικονομεί χρήματα. Λίγο οι μειωμένες απαιτήσεις σε προσωπικό, λίγο τα ενοίκια που υποτίθεται ότι γλιτώνουμε, λίγο τα παιδιά που θα κόψουν το σχολείο εξ’αιτίας των αλλαγών, μαζεύονται αρκετά εκατομμύρια ευρώ. Τόσα που αρκούν για να θαμπώσουν το μέσο τηλεθεατή/ψηφοφόρο στα δελτία των οχτώ. Εδώ όμως το ζήτημα είναι το αν πραγματικά θέλουμε να περάσουμε τη γραμμή αυτή. Μπορούμε πραγματικά να καταργήσουμε οτιδήποτε επιβαρύνει οικονομικά το κράτος? Γιατί να μην καταργήσουμε λοιπόν ακόμη 2000 σχολεία? Γιατί να μην καταργήσουμε όλα τα σχολεία? Εδώ φυσικά κρύβεται και μια μεγάλη αντίφαση στα λόγια των γραφειοκρατών του ΥΠΔΒΜΘ. Αν ο σκοπός τους είναι να γλυτώσουν τα εκατομμύρια που λένε ώστε «να σωθεί η χώρα», τότε που θα βρουν τα χρήματα που απαιτούνται για να πραγματωθεί το “Νέο Σχολείο”? Οι “καινοτόμες δράσεις” που οραματίζονται θα χρηματοδοτηθούν από γενναίους δημοτικούς φόρους, από ξεζούμισμα των γονέων ή από ιδιώτες σπόνσορες?

Τις τελευταίες ώρες η συμμαχία των προθύμων τζογάρει σε ζητήματα που δεν είχε καλοσκεφτεί πριν. Η προπαγάνδα και η σύγχυση λειτουργούν καλά σαν εργαλεία αρκεί η επίθεση να αφορά τον Άλλο. Σήμερα, που μεγάλο μέρος της κοινωνίας βλέπει ότι θίγεται από τη νέα αυτή κατάσταση, πρέπει το παραμύθι να αλλάξει. Έτσι προστέθηκαν οι τελευταίες πινελιές. Προς τους εκπαιδευτικούς κλείνουμε το μάτι διαβεβαιώνοντάς τους ότι οι συγχωνεύσεις θα λύσουν το μεγάλο ζήτημα της περιπλάνησης. “Τώρα, ο κάθε εκπαιδευτικός θα έχει το σχολείο του” λένε, αποκρύπτοντας ότι τόσο καιρό η εργασιακή περιπλάνηση των εκπαιδευτικών ήταν καθαρά αποτέλεσμα των πολιτικών τους αποφάσεων. Την ίδια στιγμή, προσπαθούν να καθησυχάσουν τους γονείς, λέγοντας ότι ο αριθμός μαθητών ανά τμήμα θα παραμείνει στο όριο των 25 (+10% -δηλαδή 2,5 μαθητές!!!- για τη ΔΕ). Πράγματι, με μια πρώτη ματιά το όριο δεν φαίνεται να αλλάζει. Όμως εδώ υπάρχουν δύο ενστάσεις. Πρώτα, μπορεί τόσο καιρό το όριο νομικά να ήταν στα 25 παιδιά στην τάξη, όμως άτυπα γινόταν από τη μεριά των εκπαιδευτικών και των συλλόγων γονέων προσπάθεια να κατεβαίνει. Αυτό προφανώς δεν θα μπορεί να συμβεί στα νέα, συγχωνευμένα σχολεία. Ύστερα, είναι γεγονός ότι σε όλο τον κόσμο οι προσπάθειες της εκπαιδευτικής κοινότητας είναι προς την ελάττωση των παιδιών ανά τμήμα. Δεν υπάρχει ούτε ένας εκπαιδευτικός που θα προτιμήσει γενικά ένα “25αρι” από ένα “17αρι” τμήμα και το ίδιο ισχύει και για ένα παιδί ή το γονιό του. Όλοι ξέρουν ότι όσο το τμήμα μεγαλώνει, τόσο πιο δύσκολη γίνεται η ζωή μας και η διδασκαλία εκεί μέσα (δεν είναι τυχαίο ότι τα μικρά τμήματα αποτελούν το βασικό διαφημιστικό ατού πολλών φροντιστηρίων και ιδιωτικών σχολείων). Πώς λοιπόν θα γίνουν πράξη τα οράματα του ΥΠΔΒΜΘ σε τμήματα με 25 παιδιά?

Και οι αποστάσεις που θα πρέπει τα παιδιά να διανύουν? Το υπουργείο διαβεβαιώνει ότι αυτές είναι οι μικρότερες δυνατές και μάλιστα επιχειρήθηκε να μπουν και κάποια χιλιομετρικά όρια. Πριν συνεχίσουμε, πρέπει να θυμηθούμε ότι πολλά από τα σχολεία που συγχωνεύονται σήμερα, κάλυπταν ήδη μαθητές/ριες από γειτονικές περιοχές άρα ο υπολογισμός των αποστάσεων δεν είναι και τόσο απλός. Προσωπικά, με μια πολύ πρόχειρη ματιά στη λίστα εντόπισα περίπτωση μετακίνησης μέχρι και 40 χιλιομέτρων. Είμαι σίγουρος ότι όταν ολοκληρωθεί η μελέτη της λίστας από τις ΟΛΜΕ/ΔΟΕ, θα αποκαλυφθούν πολλές τέτοιες περιπτώσεις. Αν σκεφτεί δε κανείς ότι πολλές από τις μετακινήσεις αυτές αφορούν σε ορεινό επαρχιακό οδικό δίκτυο συμπληρώνει την εικόνα. Όμως -για να ξεφύγουμε από την αποστασιολογία- δεν θα έπρεπε όσο προοδεύουμε τόσο να εξαφανίζονται οι περιπτώσεις που ένα παιδί πρέπει να μετακινηθεί -έστω και λίγα χιλιόμετρα- για να πάει στο σχολείο του? Με ποιό θράσος έρχεται σήμερα το υπουργείο να μας πείσει ότι πρέπει να ζήσουμε ξανά τις ιστορίες που ακούσαμε από τους παππούδες μας? Αυτός είναι ο τρόπος που η κυβέρνηση σκέφτεται για να πετύχει την αποκέντρωση και να ξαναζωντανέψει την ύπαιθρο?

Η αλήθεια είναι η εκπαιδευτική πολιτική της κυβέρνησης ακολουθεί το γενικό μοτίβο. Αφού πρώτα επιχείρησε να θολώσει το τοπίο με πομπώδεις διακηρύξεις, φανέρωσε στη συνέχεια το τι πραγματικά σημαίνει αυτό, προχωρώντας σε απίστευτες οικονομικές περικοπές και αλλαγές προς το χειρότερο στα εργασιακά. Εδώ, όπως και σε κάθε άλλη περίπτωση, η περιβόητη Διαβουλευτική Δημοκρατία του Γεωργίου Ανδρέα Παπανδρέου απλά πετάχτηκε στα σκουπίδια. Μόνη εξαίρεση, η συζήτηση στις Δημοτικές Επιτροπές Παιδείας. Εκεί φυσικά αξιοποιήθηκαν οι περιπτώσεις που ο λόγος του ΠΑΣΟΚ είχε την πλειοψηφία ώστε να φανεί ότι η κοινωνία θέλει τις συγχωνεύσεις. Όπου δεν το κατάφεραν αυτό, η γνώμη των τοπικών κοινωνιών, όσο δυναμικά και να εκφράστηκε, απλά αγνοήθηκε.

Πιστεύω ότι η εκπαιδευτική Αριστερά θα έπρεπε να πάρει πάνω της το ζήτημα αυτό -καθώς αποτελεί την πρώτη κανονιά σε μια χωρίς προηγούμενο επίθεση στην δημόσια εκπαίδευση- συγκροτώντας ένα στιβαρό και μαχητικό μέτωπο. Για να γίνει όμως αυτό υπάρχουν κάποιες προϋποθέσεις Η πρώτη απ’αυτές είναι να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν πρόκειται για «μια ακόμη» μάχη. Για καιρό, ο κόσμος της εκπαίδευσης έδινε μάχες, μικρής ή μεγαλύτερης κλίμακας, που αφορούσαν σε αποσπασματικούς χώρους της (όσο κι αν η Αριστερά επέμενε να αναδεικνύει τη γενίκευση πίσω απ’αυτούς). Σήμερα πρέπει να καταλάβουμε ότι, ίσως για πρώτη φορά, είμαστε αντιμέτωποι με το σοβαρό ενδεχόμενο ολοκληρωτικής διάλυσης της δημόσιας, δωρεάν παιδείας και να αναλάβουμε τα καθήκοντα που απορρέουν από τη διαπίστωση αυτή. Μια δεύτερη προϋπόθεση είναι να μπούμε στη μάχη αυτή χωρίς “ναι μεν, αλλά”. Αν κανείς αντιλαμβάνεται τις συγχωνεύσεις σαν την μεγάλη επίθεση που περιέγραψα πιο πάνω, πρέπει να συνειδητοποιήσει ότι η απάντηση μπορεί να είναι μόνο το “καμία συγχώνευση!”. Το βασικό καθήκον του εκπαιδευτικού κόσμου αυτή τη στιγμή είναι να αποτρέψει και να αντιγυρίσει την επίθεση του Κεφαλαίου. Υπάρχουν σήμερα συνάδελφοι που, φοβισμένοι από το μέγεθος της μάχης που έρχεται, προσπαθούν να τη μετριάσουν και ζητούν να «φανούμε διαλλακτικοί», να παραδεχθούμε ένα μέρος των«λογικών» συγχωνεύσεων. Λυπάμαι που θα τους τη χαλάσω, αλλά κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατό. Με τους ανθρώπους που ανέλαβαν τη διεκπεραίωση της βρώμικης δουλειάς του Κεφαλαίου, την κατεδάφιση κάθε τι δημόσιου, δεν χωράνε ούτε συζητήσεις ούτε παζάρια. Προβλήματα στην εκπαίδευση σαφώς και υπάρχουν και εμείς στην εκπαιδευτική Αριστερά τα έχουμε επισημάνει με τον πιο αμείλικτο τρόπο. Η λύση σ’αυτά όμως δεν θα δοθεί ούτε από τις περικοπές ούτε από τα οράματα των γραφειοκρατών. Θα προκύψει μόνο από το στρατόπεδο των αγωνιζόμενων. Θα χρειαστεί χρόνος και δύναμη, θα χρειαστεί υπομονή και αποφασιστικότητα, θα χρειαστεί να μαλώσουμε και να χαλάσουμε και ψεύτικες σχέσεις των εποχών της αδράνειας. Αν υπάρχει όμως ελπίδα και μέλλον για τη δημόσια εκπαίδευση, αυτή βρίσκεται στο σημερινό μας αγώνα και στη νίκη που αν δεν κυνηγήσουμε με λύσσα, η Ιστορία δεν θα μας συγχωρήσει…

Παπαθανάσης Λευτέρης

Χημικός, μέλος της «Παρέμβασης Εκπαιδευτικών Ιωαννίνων»

* το κείμενο ανέλαβε να αναρτήσει αναλαμβάνοντας την τεχνική  αλλά και γενική υποστήριξη η Jaquou Utopie

http://wp.me/p1pa1c-8JH