Πειράματα υπακοής και εξουσίας

Posted on 12 Μαρτίου, 2011 2:25 πμ από

13


inflammatory/πηγή eagainst.com

Πείραμα του Milgram

Ο Stanley Milgram, ψυχολόγος στο πανεπιστήμιο του Yale, διερεύνησε τη δυνητικά βίαιη συμπεριφορά των ανθρώπων, ως αποτέλεσμα συμμόρφωσης στην εξουσία. Τα πειράματα ξεκίνησαν τον Ιούλιο του 1961, τρεις μόλις μήνες μετά την έναρξη της δίκης του ναζιστή εγκληματία πολέμου Adolf Eichman στην Ιερουσαλήμ. Εμπνευσμένος από την προσωπικότητα του Eichman, που ήταν ένας φιλήσυχος οικογενειάρχης, ο οποίος υπό άλλες συνθήκες πιθανότατα να μην έβλαπτε ποτέ κανέναν, ο Milgram αποφάσισε να ελέγξει πειραματικά κατά πόσον οι εντολές από μια πηγή εξουσίας μπορούν να ενεργοποιήσουν βίαιη συμπεριφορά σε, κατά τα άλλα, ειρηνικά άτομα. Τα αποτελέσματα του πειράματός του γνώρισαν μεγάλη δημοσιότητα και πυροδότησαν μια πληθώρα συζητήσεων στην επιστημονική κοινότητα.

Η ομάδα του Milgram προσέλαβε, μέσω μιας αγγελίας στις εφημερίδες, τυχαίους άνδρες για να συμμετέχουν στο πείραμα. Οι συμμετέχοντες πληροφορούνταν ψευδώς ότι θα διερευνούσαν τις επιπτώσεις της τιμωρίας στη μάθηση. Στο πείραμα συμμετείχαν δύο άτομα κάθε φορά, τα οποία αναλάμβαναν, μετά από κλήρωση, το ρόλο του δασκάλου ή του μαθητή. Η κλήρωση όμως ήταν «στημένη» και οι πραγματικοί συμμετέχοντες επιλεγόταν κάθε φορά για το ρόλο του δασκάλου, ενώ το ρόλο του μαθητή έπαιζε ένας επαγγελματίας ηθοποιός. Ο ρόλος του μαθητή ήταν να απομνημονεύει μια σειρά από ζεύγη λέξεων, ενώ του δασκάλου να τον «τιμωρεί» για κάθε φορά που έκανε λάθος, υποβάλλοντάς τον σε ηλεκτροσόκ αυξημένης έντασης.

Στην αρχή της διαδικασίας, ο ερευνητής έδενε τον ηθοποιό-συνεργό σε ένα κάθισμα, άλειφε τα χέρια του με μια κρέμα, υποτίθεται για την αποτροπή εγκαυμάτων, και του τοποθετούσε τα ηλεκτρόδια. Ο «δάσκαλος», δήθεν κατά λάθος, άκουγε το «μαθητή» να παραπονιέται οτι έχει ένα μικρό πρόβλημα με την καρδιά του. Στη συνέχεια, ο δάσκαλος μεταφερόταν στη διπλανή αίθουσα, όπου του παρουσιαζόταν η γεννήτρια των ηλεκτροσόκ. Η οδηγίες που λάμβανε από τον ερευνητή ήταν να διοχετεύει προοδευτικά ισχυρότερα σοκ για κάθε λάθος του μαθητή, ξεκινώντας από τα 15V και φτάνοντας μέχρι τα 450V! Πάνω από κάθε ένδειξη της τάσης αναγραφόταν ένας χαρακτηρισμός: «ελαφρύ σοκ» στα 15V, φτάνοντας σε σοκ «εξαιρετικής έντασης» στα 315V, «κίνδυνος: πάρα πολύ ισχυρό σοκ» στα 375V, ενώ στα 450V υπήρχε το απαγορευτικό «ΧΧΧ».

Aφού ο συμμετέχων-δάσκαλος δεχόταν ένα δοκιμαστικό σοκ (για να διαπιστώσει ότι η γεννήτρια πράγματι λειτουργεί), ξεκινούσε η διαδικασία, κατά την οποία ο δάσκαλος διάβαζε τα ζεύγη λέξεων στο μαθητή και στη συνέχεια του έδινε τη μία λέξη, ζητώντας του το ζευγάρι της. Ο μαθητής είχε να επιλέξει μεταξύ τεσσάρων πιθανών απαντήσεων, ενώ σε κάθε περίπτωση λάθους ο δάσκαλος έπρεπε να του προκαλέσει ηλεκτροσόκ, ξεκινώντας από τα 15V. Ο ηθοποιός που ενσάρκωνε το μαθητή δεν δεχόταν φυσικά κανένα ηλεκτροσόκ, οι αντιδράσεις του όμως ήταν αληθοφανείς, καθώς από ένα σημείο και μετά χτυπιόταν στον τοίχο και ούρλιαζε, διαμαρτυρόμενος για την καρδιά του, ενώ σε ακόμα πιο προχωρημένη φάση σιγούσε εντελώς, αφήνοντας να εννοηθεί ότι λιποθύμησε ή πέθανε…

Οι περισσότεροι συμμετέχοντες σε κάποιο σημείο της διαδικασίας εξέφραζαν τις αμφιβολίες τους ή την επιθυμία τους να διακόψουν. Ο ερευνητής, που σαν «επιστήμονας» αναντίρρητα αντιπροσώπευε μια πηγή κύρους και εξουσίας, τους έδινε τότε τις εξής οδηγίες, με την ακόλουθη σειρά:
1.Παρακαλώ συνεχίστε
2.Το πείραμα απαιτεί να συνεχίσετε
3.Είναι απολύτως σημαντικό να συνεχίσετε
4.Δεν έχετε άλλη επιλογή, πρέπει να συνεχίσετε

Αν ο συμμετέχων επιθυμούσε ακόμα να διακόψει μετά από τις τέσσερις διαδοχικές οδηγίες, το πείραμα σταματούσε. Στην αντίθετη περίπτωση, ο τερματισμός της διαδικασίας γινόταν μόνο αφού ο «δάσκαλος» είχε διοχετεύσει τρεις φορές το μέγιστο σοκ των 450V στο μαθητή.

Πριν από τη διεξαγωγή του πειράματος, ο Milgram είχε ζητήσει από 110 ειδικούς να προβλέψουν μέχρι ποιο σημείο θα έφτανε ένας «φυσιολογικός» άνθρωπος. Οι προβλέψεις των ειδικών ήταν ιδιαίτερα αισιόδοξες, καθώς πίστευαν οτι μόνο το 10% των συμμετεχόντων θα ξεπερνούσε τα 180V και οτι κανένας δεν θα έφτανε μέχρι το τέλος. Στην πραγματικότητα, σχεδόν όλοι οι συμμετέχοντες ξεπέρασαν τα 180V, ενώ το 62,5% έφτασε μέχρι το τέλος, κάνοντας ισχυρά ηλεκτροσόκ 450V σε έναν άγνωστο, που μάλιστα είχε δηλώσει πως είχε πρόβλημα με την καρδιά του! Τα αποτελέσματα της έρευνας ήταν απροσδόκητα ακόμα και για τους ίδιους τους διοργανωτές της και αποτέλεσαν πηγή προβληματισμού για πολλούς επιστήμονες του χώρου. Το συγκεκριμένο πείραμα έδειξε το σημαντικό ρόλο που παίζουν οι πηγές κύρους και εξουσίας στη διαμόρφωση της συμπεριφοράς και το σημείο στο οποίο μπορούν να φτάσουν απλοί άνθρωποι, απλά «υπακούοντας εντολές». Το άτομο που βρίσκεται σε μια τέτοια κατάσταση βλέπει τον εαυτό του ως «όργανο» μιας εξωτερικής εξουσίας, στην οποία μεταθέτει τις ευθύνες του.

Ο ίδιος ο Milgram έγραψε μεταξύ άλλων στο άρθρο του «Οι κίνδυνοι της υπακοής», το 1974

 Συνηθισμένοι άνθρωποι, κάνοντας απλά τη δουλειά τους, χωρίς να έχουν επιδείξει εχθρότητα στο παρελθόν, μπορούν να γίνουν όργανα μιας φρικτής καταστροφικής διαδικασίας. Επιπλέον, ακόμα και όταν τα αποτελέσματα του έργου τους γίνονται οφθαλμοφανή, και τους ζητείται να συνεχίσουν ενέργειες ασύμβατες με τα πλέον θεμελιώδη επίπεδα ηθικής, σχετικά λίγοι άνθρωποι έχουν την ικανότητα να αντισταθούν στην εξουσία.

Το παρόν είναι απόσπασμα από σύγχρονη επανάληψη του πειράματος στο πρόγραμμα Horizon του BBC 2, στη σειρά με θέμα “Πόσο βίαοι είμαστε”

Τα πειράματα του Μίλγκραμ, προκάλεσαν αρκετές αρνητικές κριτικές και ενστάσεις, όσον αφορά την ηθική πλευρά του θέματος, λόγω της ψυχολογικής πίεσης που ασκήθηκε στους εθελοντές. Ένας απ’ τους εθελοντές που αποχώρησαν από το πείραμα, εβραϊκής καταγωγής (Joseph Dimow), υποστήριξε πως το έπραξε αυτό, όταν υποπτεύθηκε πως το πείραμα σχεδιάστηκε για να διαπιστωθεί αν οι απλοί Αμερικανοί θα υπάκουαν σε ανήθικες εντολές, όπως έπραξαν πολλοί Γερμανοί κατά την διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.Από συζητήσεις μετά τα πειράματα, αποκαλύφθηκε ότι όλοι οι εθελοντές είχαν νομίσει ότι το θύμα ήταν ή αναίσθητο ή ίσως ακόμη και νεκρό. Οι περισσότεροι από αυτούς ήταν βαθύτατα ενοχλημένοι από την ίδια τους τη συμπεριφορά και δεν μπορούσαν να τη καταλάβουν. Προσπαθώντας να βρουν κάποια εξήγηση, έλεγαν πράγματα όπως «δεν ήθελα να κάνω κάποιο λάθος που θα χαλούσε το πείραμα». Έπειθαν τους εαυτούς τους ότι «οι επιστήμονες ήξεραν τι κάνουν». Η παρόρμηση να είναι εντάξει με τις απαιτήσεις του πειράματος και η αδυναμία τους να επικρίνουν την ανώνυμη εξουσία δεν αποτελούν επιθετικότητα αλλά είναι το βιολογικά απαραίτητο συμπλήρωμά της, η πίστη και η υποταγή στο σύνολο.

Αυτά τα χαρακτηριστικά έχουν, επίσης, αναπτυχθεί παθολογικά σε υπέρμετρο βαθμό στην ανθρώπινη κοινωνία, όπως αποδεικνύει το πείραμα, σε βαθμό που καθιερωμένες ανώνυμες αρχές-εξουσίες όπως «το κράτος, η επιστήμη ή ακόμη η επανάσταση» μπορούν να μετατρέψουν οτιδήποτε σε θεμιτό και νόμιμο με μόνη μία σφραγίδα, μία άσπρη μπλούζα ή ένα περιβραχιόνιο.

Πείραμα της φυλακής του Stanford

Το διαβόητο «Πείραμα της Φυλακής του πανεπιστημίου Στάνφορντ» διεξήχθη το 1971 από την ερευνητική ομάδα του καθηγητή στο τμήμα Ψυχολογίας του πανεπιστημίου Στάνφορντ, Φίλιπ Ζιμπάρντο, πάνω στις ψυχολογικές επιπτώσεις που επιφέρει η μετατροπή ενός ατόμου σε φυλακισμένο ή δεσμοφύλακα. Λίγες μέρες πριν την έναρξη του πειράματος η παρακάτω αγγελία εμφανίστηκε σε μια τοπική εφημερίδα της Καλιφόρνια:

«Άνδρες, φοιτητές πανεπιστημίου, ζητούνται για συμμετοχή σε μια ψυχολογική μελέτη για τη ζωή στη φυλακή. Αμοιβή 15 δολάρια την ώρα για μια περίοδο δύο εβδομάδων ξεκινώντας στις 14 Αυγούστου».

Περισσότεροι από εβδομηνταπέντε φοιτητές δήλωσαν συμμετοχή. Εικοσιτέσσερις από αυτούς τελικά επιλέχθηκαν και ορίστηκαν τυχαία να παίξουν το ρόλο είτε του «φυλακισμένου» είτε του «δεσμοφύλακα», σε μια υποτιθέμενη φυλακή που είχε δημιουργηθεί για τους σκοπούς του πειράματος στο υπόγειο του κτιρίου του τμήματος Ψυχολογίας του πανεπιστημίου. Η επιλογή των υποψηφίων έγινε με βάση την απουσία ψυχολογικών και ιατρικών προβλημάτων, καθώς και ποινικού μητρώου. Ο Ζιμπάρντο και η ομάδα του ξεκίνησαν το πείραμα για να εξετάσουν την ορθότητα της ιδέας ότι οι συνθήκες κακοποίησης στις φυλακές ανακύπτουν κυρίως εξαιτίας των εγγενών χαρακτηριστικών της προσωπικότητας των φυλακισμένων και των φρουρών τους. Για τον έλεγχο της υπόθεσης εφάρμοσαν μια σειρά από συμβάσεις με σκοπό να προκαλέσουν τον αποπροσανατολισμό και την αποπροσωποποίηση, την αποποίηση της ταυτότητάς των «κρατουμένων» καθώς και την ενίσχυση του αισθήματος εξουσίας των «δεσμοφυλάκων». Κάτω από απόλυτα ρεαλιστικές συνθήκες, οι φυλακισμένοι ζούσαν κλειδωμένοι στα κελιά τους, υπό συνθήκες εξαθλίωσης, ψυχολογικής πίεσης, χωρίς προσωπικό χώρο και χρόνο, φορώντας ένα κουρέλι-φόρεμα, χωρίς εσώρουχα και με ξυρισμένα κεφάλια. Από την άλλη, οι «φύλακες» δούλευαν σε βάρδιες, φορώντας στρατιωτικές στολές και ειδικά γυαλιά ηλίου που απέτρεπαν την απευθείας βλεματική επαφή. Κρατούσαν αστυνομικό γκλομπ και αποκαλούσαν τους «φυλακισμένους» αποκλειστικά με αριθμούς.

Το πείραμα γρήγορα κλιμακώθηκε και ο Ζιμπάρντο έχασε τον έλεγχό του. Οι φυλακισμένοι υπέφεραν -αλλά και αποδέχτηκαν- σαδιστικές κι εξευτελιστικές συμπεριφορές. Τα υψηλά επίπεδα στρες σταδιακά τους οδήγησαν από τη στάση εξέγερσης απέναντι στις συνθήκες, στην απώθηση της πραγματικότητας και την αποδοχή πειθήνιου ρόλου. Μέχρι το τέλος του πειράματος πολλοί είχαν φανερώσει έντονες συναισθηματικές ενοχλήσεις. Το πείραμα της φυλακής του Στάνφορντ έληξε στις 20 Αυγούστου του 1971, έξι μέρες μετά την έναρξή του, αντί για δεκατέσσερις όπως είχε αρχικά προγραμματιστεί. Εκείνη τη μέρα ο Ζιμπάρντο κάλεσε «φρουρούς» και «φυλακισμένους» για να ανακοινώσει ότι η «φυλακή» έκλεισε. Τα αποτελέσματα του πειράματος φαίνεται πως καταδεικνύουν το ευεπηρέαστο και την υπακοή των ανθρώπων όταν τους παρασχεθεί μια νομιμοποιημένη ιδεολογία καθώς και κοινωνική και θεσμική υποστήριξη. Το «πείραμα της φυλακής» και παραλλαγές του, πλέον είναι παράνομα στις ΗΠΑ.

Περισσότερα links για το θέμα εδω

http://wp.me/p1pa1c-8CK