Κώστας Μπαλάφας: Φωτογραφίζοντας μια εποποιία

Posted on 22 Φεβρουαρίου, 2011 1:12 μμ από

6


 

Της Ειρήνης Κοντογεωργίου, αναδημοσιεύει από το Αριστερό Βήμα η Jaquou Utopie

«20 χρονών παιδί φωτογράφισα τα αισθήματά μου για την Αντίσταση. Έζησα τη γενιά του ’40. Αυτό το μεγαλούργημα. Ήταν η γενιά που εξαγόρασε το δικαίωμά της να ζει λεύτερα με το ίδιο της το αίμα. Έβλεπες τότε αυτό που λέμε προσφορά και που δεν το συναντάς σήμερα». Με αφορμή την έκθεση που στεγάζεται στο Μουσείο Μπενάκη (κτίριο Πειραιώς) ως το τέλος Απριλίου, η Ειρήνη Κοντογεωργίου ανασύρει μια παλιά συνέντευξη με το φωτογράφο – τυφεκιοφόρο του 85ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ Κώστα Μπαλάφα.
Η συνέντευξη πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Φωτογράφος», τ. 59. Στη φωτογραφία: Στέφανος Σαράφης, Άρης Βελουχιώτης μπαίνουν στα Γιάννενα, 28 Δεκεμβρίου 1944. πηγή:vlemma

Έχει ιδιότυπη επικαιρότητα η έκθεση «Κώστας Μπαλάφας. Το Αντάρτικο στην Ήπειρο, 1941-1944» (Μουσείο Μπενάκη). Οι «δύσκολες» εικόνες της έρχονται, σε μια επίσης δύσκολη εποχή, να κάνουν ένα «[…]μνημόσυνο των παλικαριών που βαριοκοιμούνται στις βουνοπλαγιές και τα διάσελα, άψαλτοι κι αμνημόνευτοι, σε πρόχειρους τάφους, χωρίς όνομα και σταυρό, σημαδεμένους μόνο με κύκλους και πέτρες π’ αράδιασαν με πόνο οι συναγωνιστές τους», όπως σημειώνει ο δημιουργός τους στην πρώτη τους έκδοση.

Φωτογραφίες κρυμμένες, κατά τη διάρκεια του εμφυλίου και μέχρι το 1974, από τη φίλη του φωτογράφου Ιουλία Γοργόλη, στο ξύλινο πάτωμα ενός γιαννιώτικου σπιτιού. Όντας ο δημιουργός τους μαχητής – τυφεκιοφόρος του 85ου Συντάγματος στην 6η Ταξιαρχία του ΕΛΑΣ, δεν θα μπορούσε να είναι σίγουρος για την ακεραιότητά τους. Εντάχθηκε στον αγώνα, «αθεράπευτα ερωτευμένος με τον τόπο του και τους ανθρώπους», όπως έλεγε χαρακτηριστικά για αυτόν, ο έτερος φωτογράφος της Αντίστασης, ο Σπύρος Μελετζής. Τότε δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι κάποια στιγμή θα συγκαταλέγονταν ανάμεσα στους κορυφαίους Έλληνες εκπροσώπους του ρεύματος της ανθρωπιστικής φωτογραφίας. Ούτε μπορούσε να φανταστεί ότι οι εικόνες του θα ταξίδευαν ανά τον κόσμο μέσα από διεθνείς διοργανώσεις. Το σύνολο του έργου του δημιουργήθηκε αυθόρμητα, από βαθύτατη αγάπη κι ανυπόκριτο σεβασμό για τον λαϊκό άνθρωπο του μόχθου. Το εξηγεί, με την ποιητικότητα που διακρίνει το λόγο του, στη συνέντευξη που ακολουθεί. Καθώς την ξαναδιαβάζω, συνειδητοποιώ αναλογίες με το παρόν, που ποιος περίμενε να συναντήσει στην Ελλάδα του 21ου αι.: φτώχεια, αποκλεισμός, «δεν πληρώνω – δεν πληρώνω» στις δημόσιες συγκοινωνίες. Δεύτερη κατοχή;

Ήταν μια από τις πρώτες συναντήσεις μας. Σεπτέμβριος του 1997. Ο κήπος του στο Χαλάνδρι γεμάτος πορτοκαλιές, λεμονιές και ροδιές. Ο ίδιος συγκινητικά ευγενικός. Τολμηρός κι ευαίσθητος. Μια από τις πρώτες ερωτήσεις αφορούσε αυτό που κυρίως ήθελε να εκφράσει μέσα από την τέχνη της φωτογραφίας:

– Πρώτα τα βιώματα. 20 χρονών παιδί φωτογράφισα τα αισθήματά μου για την Αντίσταση. Έζησα τη γενιά του ’40. Αυτό το μεγαλούργημα. Ήταν η γενιά που εξαγόρασε το δικαίωμά της να ζει λεύτερα με το ίδιο της το αίμα. Έβλεπες τότε αυτό που λέμε προσφορά και που δεν το συναντάς σήμερα. Υπήρχαν γιατροί που γυρνούσαν στα χωριά , λες και ήταν Άγιοι Ανάργυροι, για να γιατρέψουν τη φτωχολογιά. Αυτή η ανθρωπιά, με την πλατύτερή της έννοια, με είχε συγκινήσει πάρα πολύ. Έτσι άρχισα. Πούλησα τη μηχανή που είχα και πήρα μια μικρή Robot που μου επέτρεπε να παίρνω «κλεφτές» φωτογραφίες. Με αυτήν φωτογράφισα την Αντίσταση. Πριν έπαιρνα κι εγώ αναμνηστικές, ηλιοβασιλέματα, χρυσάνθεμα και δεν συμμαζεύεται. Έπειτα ήταν τα προσωπικά βιώματα. Κατάγομαι βλέπετε από μια φτωχή και κακοτράχαλη περιοχή την οποία οι άνθρωποι τη στύβουν με τα χέρια και την ποτίζουν με ιδρώτα για να καρπίσει. Απ’την Ήπειρο. Απ’ τα Τζουμέρκα της Άρτας. Ένα από τα μεγάλα δράματα τότε ήταν ο ξενιτεμός. Έφυγα από κει 11 χρονών. Ήρθα κι εγώ όπως όλα τα παιδιά των φτωχών οικογενειών μόνος, για βιοπορισμό. Έκανα διάφορες δουλειές και πήγαινα νυχτερινό σχολείο.

– Η πρώτη μηχανή πώς έφτασε στα χέρια σας;
– Είχαν έρθει κάποιοι συγγενείς του αφεντικού στο μαγαζί που δούλευα, απ’ την Αμερική. Κατά τη διάρκεια της φιλοξενίας, με πήραν κι εμένα σε μια εκδρομή στην Πάρνηθα και μου έδωσαν το «κουτί» για να τους τραβήξω μερικές αναμνηστικές φωτογραφίες. Καταλαβαίνετε τη χαρά μου! Μετά πήρα μια Kodak Junior. Αυτήν την πούλησα μαζί μ’ ένα ρολόι και πήρα την Robot –προάγγελο του motor drive- με γωνιόμετρο στο βιζέρ- με την οποία τράβηξα την αντίσταση. Για τα βιώματα που λέγαμε. Πάντα με τράβαγε σαν μαγνήτης η φτώχεια. Οι πρώτοι φίλοι μου στην Αθήνα ήταν τα λουστράκια. Έρχονταν στο καφενείο που δούλευα αργά, όταν οι υπόλοιποι είχαν φύγει, και τα πότιζα παγωμένο νερό. Τότε ένα ποτήρι κόστιζε περίπου 20 λεπτά. Αυτά με μάθαν να καβαλάω από πίσω το τραμ για να μην πληρώνω εισιτήριο. Αλλά γενικά έχω ιδιαίτερη ευαισθησία στον ανθρώπινο πόνο.

– Και βρήκατε άφθονο στην Αντίσταση…
– Εκεί υπήρχε άφθονο υλικό. Αρκεί κανείς να μην σταθεί στη φλούδα της φαινομενικότητας, αλλά να περάσει στο πετσί των ανθρώπων.

– Υπάρχει όντως μεγάλη διαφορά, κατά τη γνώμη σας, στη φωτογραφική ματιά της δική σας και σε αυτήν του Σπύρου Μελετζή, όσο αφορά την Αντίσταση;
– Α, βεβαίως. Ο Σπύρος Μελετζής είναι ένας ωραιολάτρης και τα αποτύπωσε όλα με το δικό του τρόπο. Αντάρτες που ήταν έτοιμοι για παρέλαση κι όχι πεινασμένοι και ψειριασμένοι όπως τους είδα και τους κατέγραψα εγώ.

– Θεωρείτε περισσότερο «ρεαλιστικές» τις δικές σας;
– Λίγο ναι. Αλλά αυτό θα το δείτε εσείς καλύτερα συγκρίνοντας τα δύο βιβλία. Άλλωστε, όπως δυο άνθρωποι διαφέρουν ως χαρακτήρες, διαφέρουν και στην καλλιτεχνική τους έκφραση. Πάντως διάφοροι με χαρακτήρισαν συμπλεγματικό άνθρωπο, επειδή φωτογράφιζα τη φτώχεια και την αθλιότητα. Πιστεύω ότι υπάρχει πρόβλημα όταν κάποιος δεν βλέπει τη χαρά στη ζωή. Άλλο τόσο όμως, ίσως και μεγαλύτερο πρόβλημα, υπάρχει όταν δεν βλέπεις τη λύπη. Και στις δύο περιπτώσεις λείπει κάτι το βαθειά ανθρώπινο.

– Θα θέλατε να ξαναθυμηθείτε αυτό το οδοιπορικό στην Αντίσταση;
– Ήταν μεγάλο. Έδωσε κατ’ αρχήν την ευκαιρία να μεταφερθούν οι πολιτισμικές αξίες στον κόσμο εκείνο, ο οποίος είχε άγνοια από αυτά τα πράγματα. Στο βουνό εκείνη την εποχή ανέβηκε ό,τι εκλεκτό είχε τούτος ο τόπος. Άνθρωποι απ’ τον πνευματικό και καλλιτεχνικό κόσμο που αγωνίστηκαν πλάι του με καρδιά. Μέχρι τότε οι άνθρωποι εκεί το κράτος το είχαν γνωρίσει μόνο μέσα από το φορατζή και τον χωροφύλακα. Ως και κληρικούς έβλεπες, με ανάκατα σταυρούς και φισεκλίκια, οι οποίοι καθώς κήρυτταν την επανάσταση κήρυτταν και το λόγο του Θεού. Γίνονταν παραστάσεις με τη συμμετοχή απλών ανθρώπων που έφτασαν σε κορυφές καλλιτεχνικής έκφρασης και απόδοσης. Πόσα ταλέντα δεν ξεπήδησαν από κει μέσα!

– Επομένως εκτός από πόνο αυτή η εμπειρία γέννησε και δημιουργία.
– Μα βέβαια. Γιατί υπήρχαν ελπίδα και ιδανικά. Αυτό που λείπει σήμερα δηλαδή. Μιλούν τώρα όλοι για κρίση. Κρίση στο τραγούδι, στο θέατρο, στην κοινωνία…

– Και η τεχνολογική εξέλιξη τι ρόλο παίζει κατά τη γνώμη σας;
– Οι τεχνικές ευκολίες, τα περιοδικά, οι σχολές θα μπορούσαν να βοηθήσουν. Αλλά συχνά, ξέρετε, η ευκολία μετατρέπεται σε δυσκολία. Γιατί συνηθίζει ο άνθρωπος να ικανοποιείται με το ελάχιστο και δεν προσέχει για το πολύ. Φοβάμαι ότι τα πολλά μέσα παγιδεύουν και χάνεις το θέμα, την ουσία. Και κάτι άλλο. Είναι αυτή η βιασύνη που έχουν σήμερα οι νέοι. Το ταλέντο για να αξιοποιηθεί θέλει πολλή δουλειά κι έναν ποταμό από αγάπη. Γιατί, ξέρετε, ακόμη και τα μυστικά της κρεβατοκάμαράς μας φαίνονται στη δουλειά μας. Αν κάπου είμαστε ψεύτικοι, θα φανεί στη φωτογραφία μας.

– Το ασπρόμαυρο ή το έγχρωμο φιλμ προτιμάτε;
– Εξαρτάται από την επιδίωξή σου κάθε φορά και από τις ικανότητές σου. Πάντως το έγχρωμο έχει αδυναμία στο χρόνο. Από την πλευρά της αντοχής εννοώ. Αυτό πάντως που πάντα διατυμπάνιζα στα ΜΜΕ, γιατί είμαι από τους πρώτους που ασχολήθηκαν με την τηλεόραση, τότε που εκπέμψαμε για πρώτη φορά στη Θεσσαλονίκη…

– Εννοείτε την πρώτη πειραματική εκπομπή από τη Διεθνή Έκθεση της Θεσσαλονίκης;
– Ακριβώς. Ήμουν ο πρώτος οπερατέρ τότε. Μαζευτήκαμε εκεί χωρίς καν να έχουμε δει πριν αυτό το καινούργιο προϊόν κι έπρεπε να το κατασκευάσουμε. Μας βοήθησαν βέβαια Ολλανδοί και Αμερικανοί τεχνικοί, που διόρθωναν και μας εξηγούσαν τα λάθη μας. […] Όσο για το έγχρωμο και την αδυναμία που λέγαμε, έχω την άποψη ότι εφόσον δεν έφτιαξαν ένα υλικό καλύτερο από το ασπρόμαυρο από άποψη αντοχής, δεν έπρεπε να φύγουν απ’ αυτό. Βλέπεις παλιές εκπομπές ή και ιστορικά ντοκουμέντα π.χ. αποκατάσταση της Δημοκρατίας, και έχουν χαθεί όλες οι λεπτές ποιότητες που έχει πάνω της η εικόνα. Έχουν μείνει μόνο τα περιγράμματα. Αυτό είναι έγκλημα απέναντι στην Ιστορία. Έχουμε ιστορικές καταγραφές απ’ την εποχή του Λυμιέρ και δεν έχουμε απ’ αυτόν τον αιώνα! Όσο για την ασπρόμαυρη φωτογραφία, θέλω να συμπληρώσω ότι η αφαίρεση του χρώματος προσθέτει μια ιδιαίτερη συγκινησιακή δύναμη.

– Με τι θα παρομοιάζατε το ρόλο του σκοτεινού θαλάμου στη φωτογραφία;
– Ο φωτογράφος που τυπώνει τη δουλειά του στο σκοτεινό θάλαμο είναι σαν το συνθέτη που εκτελεί ο ίδιος τη μουσική του.

– Να ξαναμπούμε στο οδοιπορικό σας;
– Μετά την αντίσταση υπήρχε μια διάχυτη απογοήτευση. Άνθρωποι άξεστοι κυνηγούσαν, βασάνιζαν, έστελναν στα ξερονήσια. Θυμάμαι ότι η απελπισία είχε γίνει τόσο μεγάλη, που οι άνθρωποι τους ιριδισμούς στις βιτρίνες της Σταδίου τους «έβλεπαν» σαν Άη Γιώργη ή σαν την Παναγία που κλαίει. Έψαχναν απεγνωσμένα για ελπίδα. Εγώ τότε δούλευα ως διερμηνέας στη Γλυφάδα. Κοντά στη δουλειά μου είχαν έρθει, ποιος ξέρει από πού κυνηγημένοι, ένα ζευγάρι με το παιδάκι τους κι έστησαν μια παράγκα. Χειμώνας, ξυπόλητοι και πεινασμένοι. Είχε ρίξει θυμάμαι κάποια στιγμή ο αέρας ένα δέντρο και βγήκε το ζευγάρι να το κάψει για να ζεσταθούν. Το παιδάκι τους βγήκε έξω και τους κοίταζε κι η μάνα του φώναξε πολύ αυστηρά: «Τσακίσου και πήγαινε μέσα! Θα μου αρρωστήσεις και τι θα σε κάνω»; Αυτή η σκληρότητα στη φωνή και η τρυφερότητα μαζί με συγκλόνισαν.

– Θυμάστε έντονα κάποια «φωτογραφία» που δεν καταφέρατε να τραβήξετε;
– Μια φωτογραφία που με κυνηγά σ’ όλη μου τη ζωή, γιατί δεν είχα μηχανή πάνω μου να την πάρω, ήταν αυτή: Ήρθε να δουλέψει στη Γλυφάδα ένας ξερακιανός λογιστής τραπέζης που τον είχαν απολύσει. Το βράδυ έπαιρνε ό,τι περίσσευε από το φαγητό, για να το πάει στην οικογένειά του. Βγήκε μια μέρα με χιόνι για να φέρει ένα βαρέλι με πετρέλαιο. Φορούσε καμπαρντίνα και προσπαθούσε μέσα στο κρύο να το μεταφέρει από μια ανηφόρα. Αυτό το βαρέλι καθώς κυλούσε έμοιαζε με την ίδια τη ζωή που, ή θα τον έπαιρνε από κάτω ή θα τα έβγαζε πέρα. Γενικά ο φωτογραφικός μου προβληματισμός είναι αυτοί οι άνθρωποι του πόνου. Γιατί κοιτάξτε, κακά τα ψέματα: Αυτό που λέμε ευτυχία και χαρά είναι σαν ένα φύσημα δροσιάς στην κάψα του καλοκαιριού. Ο άξονας της ζωής κινείται μεταξύ πόνου και ανίας.

– Είναι αισιόδοξη αυτή η ματιά;
– Φυσικά. Γι’ αυτό πολεμώ μ’ αυτούς τους ανθρώπους. Για να δείξουν τη δύναμή τους. Κι έχουν μια δύναμη μεγάλη. Εκεί κρύβεται η ανθρώπινη ποιότητα. Οι άλλοι πιθηκίζουν. Αυτοί είναι που γλεντούν πραγματικά. Ο χορός τους κάθε φορά έχει πολύ προσωπική έκφραση. Οι άλλοι χορεύουν ολόιδια. Και ξέρουμε ότι η ομαδική έκφραση οδηγεί στη βιομηχανία, ενώ η προσωπική στην τέχνη.

– Η εισβολή της φωτογραφίας προσφέρει ουσιαστικά στην επικοινωνία ή πρόκειται για οπτική φλυαρία;
– Στη δημοσιογραφία βάζουν τη φωτογραφία να υπηρετεί δουλικά το λόγο. Ενώ είναι μια αυτόνομη τέχνη. Τείνει σήμερα να αντικαταστήσει το κείμενο γιατί είναι πιο καταληπτή, δεν κουράζει και είναι περισσότερο πειστική, μια και μεταξύ φωτογράφου και αντικειμένου παρεμβάλλεται ο αμείλικτος ρεαλισμός του φακού. Όμως αυτό λειτουργεί μόνο αν μεταφέρει κάποιο μήνυμα, αν δημιουργεί κάποια συγκίνηση.

– Είχατε πρότυπα όταν ξεκινήσατε;
– Ο πρώτος – πρώτος ήταν ο Σπύρος Μελετζής. Είναι άνθρωπος με βαθειά καλλιέργεια. Και ήταν ίσως ο πρώτος που δεν εργάστηκε για τα λεφτά, για αυτό και δεν έκανε ποτέ του περιουσία. Ήταν ο άνθρωπος που κάθε Κυριακή την αφιέρωνε στους καλλιτέχνες. Φωτογράφιζε τα γλυπτά τους, τους πίνακές τους. Πήγαινα κι εγώ τις Κυριακές και τον χάζευα. Είχαμε γνωριστεί στην ΕΦΕ (σ.σ. Ελληνική Φωτογραφική Εταιρεία). Αλλά τον είχα δει για πρώτη φορά το ’36, όταν πεζοπόρος ήρθε από την Άρτα στο χωριό μου, διανύοντας 90χλμ, με κείνα τα παλιά βαριά σύνεργα στην πλάτη, για να φωτογραφίσει το πανηγύρι του Δεκαπενταύγουστου. Με γοήτευσε. Έδινε σημασία στο παραμικρό. Μέχρι και στο πασπαρτού που χρησιμοποιούσε. […] Οι ξένοι μου άρεσαν πολύ στο ρεπορτάζ. Η Λαγκ, ο Έβανς, ο Σμιθ, ο Κάπα. Ήταν άνθρωποι που φωτογράφιζαν με την καρδιά. Ο Κάπα είχε αμφισβητηθεί πολύ ξέρετε, γιατί δεν έδινε ιδιαίτερη σημασία στην τεχνική.

– Για τις κυρίες της ελληνικής φωτογραφίας ποια είναι η γνώμη σας;
– Η Νelly’ς ήταν άνθρωπος του φωτογραφείου. Την ενδιέφερε το πώς θα βγάλει ένα ωραιοποιημένο πρόσωπο. Δεν μας έδωσε χαρακτήρες. Έγινε βέβαια μεγάλος ντόρος με τη χορεύτρια στην Ακρόπολη. Αλλά έκανε πολύ καλά τη δουλειά που ήξερε και σε αυτήν περιορίστηκε. Θέλω να πω ότι ήταν καλή, χωρίς όμως να έχει δώσει μια ώθηση στη φωτογραφία. Η Παπαϊωάννου, ναι. Ήταν καλλιτέχνης με καλλιέργεια, με ευαισθησία, με σωστή απόδοση.

– Βγάλατε χρήματα από τη φωτογραφία;
– Όχι. Ούτε πούλησα ποτέ μου φωτογραφία και το αποφεύγω σαν το διάβολο. Πιστεύω ότι ζημιώνει. Γιατί ο παράγοντας πελάτης, όταν ζεις απ’ τη φωτογραφία, στέλνει περίπατο την προσωπική σου αίσθηση. Ο Στουρνάρας π.χ. ήταν πολύ καλός φωτογράφος, αλλά δεν κατάφερε να αφήσει σπουδαίο έργο. Καλοτυπωμένη φωτογραφία, καλοκαδραρισμένη, αλλά σταματά στη φλούδα της φαινομενικότητας.

– Ποια συμβουλή θα δίνατε στους νέους φωτογράφους;
– Πολλή δουλειά και πολλή αγάπη. Τα θέματά τους να τα βλέπουν και να τα ξαναβλέπουν. Δεν χρειάζεται βιασύνη. Ούτως ή άλλως η πείρα έρχεται σιγά σιγά, μόνη της και δεν μεταφέρεται. Είναι σαν να βλέπετε κάποιον να χορεύει ωραία. Δεν θα μάθετε εσείς χορό, αν δεν προσπαθήσετε η ίδια. Να διαβάσουν ποίηση, να διαβάσουν λογοτεχνία. Εκεί θα δουν εικόνες. Εκεί θα καταλάβουν. Δεν μπορείς να κάνεις πορτρέτο αν δεν ξέρεις φυσιογνωμική. Πρέπει να μελετήσουν εις βάθος τα πράγματα.

–   –

Βιογραφικό Σημείωμα

Ο Κώστας Μπαλάφας γεννήθηκε το 1917 στο ορεινό χωριό Χώσεψη (Κυψέλη σήμερα) της Ηπείρου, από γονείς αγρότες. Μυήθηκε στη φωτογραφική τέχνη, την οποία αγάπησε και υπηρέτησε για εξήντα και πλέον χρόνια, στα Γιάννενα, λίγο πριν το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου στην Ελλάδα. Από το 1941 έως το 1944 φωτογράφησε τον ένοπλο αντάρτικο αγώνα του ηπειρώτικου λαού κατά των κατακτητών. Μετά το τέλος του πολέμου εργάστηκε στη Δ.Ε.Η. στο Τμήμα Αναπαραγωγής Σχεδίων, από όπου και συνταξιοδοτήθηκε. Υπήρξε από τα ιδρυτικά μέλη της Ελληνικής Φωτογραφικής Εταιρείας. Από το 1952 ταξίδεψε σε όλη την Ελλάδα, φωτογραφίζοντας και κινηματογραφώντας τη ζωή και τα έθιμα των ανθρώπων της επαρχίας. Τα τελευταία τριάντα χρόνια, οι φωτογραφίες του έχουν παρουσιαστεί σε πολυάριθμες ατομικές και ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό και έχουν δημοσιευτεί σε καταλόγους εκθέσεων καθώς και σε προσωπικές εκδόσεις.