H απρόβλεπτη εξέγερση της Τυνησίας

Posted on 23 Ιανουαρίου, 2011 2:12 μμ από

9


Γράφει η Κατερίνα Σταυρούλα

Ένας μήνας κινητοποιήσεων, που πήραν τον χαρακτήρα της εξέγερσης και κατέληξαν να ονομαστούν η πρώτη επανάσταση του σύγχρονου αραβικού κόσμου, ήταν αρκετός για να ανατρέψει σχεδόν 25 χρόνια ουσιαστικής δικτατορίας στην Τυνησία και να οδηγήσει τον σχεδόν ισόβιο πρόεδρο Ζιν Αμπιντίν Μπεν Αλί στο να εγκαταλείψει κυνηγημένος την χώρα. Από τις 17 Δεκεμβρίου, μέρα που σημαδεύει πλέον την σύγχρονη ιστορία της Τυνησίας, και τον θάνατο του Μοχάμεντ Μπουαζίζι που ήταν η σπίθα πυροδότησης της εξέγερσης των ανέργων, όλα τα ενδεχόμενα παραμένουν ακόμα ανοιχτά. Το πολιτικό σύστημα της χώρας συνεχίζει να στέκεται αδύναμο και αμήχανο απέναντι στις συνεχείς κινητοποιήσεις σε όλη τη χώρα, που  αμφισβητούν ακόμα και την μεταβατική κυβέρνηση εθνικής ενότητας του πρωθυπουργού Μοχάμεντ Γκανούσι και και του προέδρου Φουέντ Μπάζα λόγω των άμεσων δεσμών της με το καθεστώς Μπεν Αλι.

Το σκηνικό συνεχίζει να δημιουργεί αναταραχή στον Αραβικό κόσμο, με κινητοποιήσεις – εμπνευσμένες από την Τυνησία –  σχεδόν σε όλες τις γύρω χώρες, και τους ηγέτες τους να προσπαθούν να υποτιμήσουν την κατάσταση με τις ανακοινώσεις τους. Επιπλέον, η εξέγερση εντείνει την αμηχανία της ΕΕ αλλά και των ΗΠΑ που ήταν παραδοσιακοί σύμμαχοι του προηγούμενου καθεστώτος της Τυνησίας και κάνουν προσπάθειες να ελιχθούν πιεζόμενοι από την κατάσταση της χώρας ώστε να μην χάσουν έναν πολύτιμο σύμμαχο.

Ο φυγάς πρόεδρος της Τυνησίας Μπεν Αλι ήταν το χαϊδεμένο παιδί του ΔΝΤ και όλου του διεθνούς συστήματος του κεφαλαίου. Είχε μάλιστα παρασημοφορήσει τον Στρος Καν με τον τίτλο του «Ανώτερου Αξιωματικού του Τάγματος για τη Δημοκρατία. Το κόμμα του ήταν μέλος της … Σοσιαλιστικής Διεθνούς. Μετά την πτώση του οι κινήσεις των ισχυρών φανερώνουν τον κρυφό τους πανικό και την ανάγκη τους να ελέγξουν την κατάσταση. Χαρακτηριστικά μέχρι και η Σοσιαλιστική Διεθνής με πρόεδρο τον δικό μας Γ. Α. Παπανδρέου , διέγραψε την εβδομάδα που πέρασε το κόμμα του Μπεν Αλί, σε μια κίνηση καθαρού εντυπωσιασμού. Ενώ στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σοσιαλιστές και συντηρητικοί μπλόκαραν την έκδοση ψηφίσματος συμπαράστασης στον λαό της Τυνησίας, στη Γαλλία, χώρα με στενούς οικονομικούς αλλά και πολιτικούς δεσμούς με το καθεστώς Αλί η υπουργός Εξωτερικών κατηγορείται θέλησε να στείλει υλική βοήθεια προς το καθεστός για την καταστολής της εξέγερσης. Την ίδια στιγμή, οι φωτογραφίες χειραψιών του προέδρου Σαρκοζύ με τον Μπεν Αλί αποκαθηλώνονται απο την ιστοσελίδα της πρεσβείας της Τυνησίας.

Στην Τυνησία όμως ακόμα ο λαός συνεχίζει να αμφισβητεί, να αγωνίζεται και να κερδίζει…

«Δεν σας φοβόμαστε πια, προδότες»

Eίναι το σύνθημα που κυριάρχησε την εβδομάδα που μας πέρασε τους δρόμους των μεγάλων πόλεων της Τυνησίας, σχεδόν μία εβδομάδα από την πτώση του καθεστώτος Μπεν Αλί και ουσιαστικά την φυγάδευση του δικτάτορα από την χώρα. Μπορεί ο ίδιος ο Μπεν Αλί να έκανε κάθε προσπάθεια , στα πλαίσια της αυταρχικής εξουσίας του, να καταστείλει μια μεγαλειώδη εξέγερση, με τρία διαγγέλματα κατά την διάρκεια του τελευταίου μήνα, όπου έταξε από θέσεις εργασίας μέχρι και μείωση της τιμής της ζάχαρης, του ψωμιού και του γάλακτος, ελευθερία του Τύπου και πάταξη της διαφθοράς, όμως η ιστορική αλλαγή είχε πια ξεφύγει από τον έλεγχό του. Και οι εξεγερμένες συνειδήσεις βρίσκονται πια σε πορεία συνεχούς διεκδίκησης, μια πορεία που δεν έχει καταφέρει να ανακόψει ούτε και η πτώση του καθεστώτος αλλά ούτε και η προσπάθεια του υπάρχοντος πολιτικού κατεστημένου να δημιουργήσει μεταβατική κυβέρνηση ώστε να ενσωματώσει τις αντιστάσεις.

Η ιστορία του Μοχάμεντ Μπουαζίζι είναι πια μία παγκόσμια αφήγηση. Νέος, πτυχιούχος, άνεργος που για να επιβιώσει έγινε μικροπωλητής φρούτων. Η αστυνομία καταστρέφει τον πάγκο του και απευθυνόμενος στις αρχές δεν βρίσκει καμία δικαίωση. Αυτοπυρπολείται σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την απελπιστική πραγματικότητα που βιώνει , και υποκύπτει στα τραύματά του. Ο θάνατός του ήταν η αφορμή για να ξεσπάσει η εξέγερση των ανέργων της Τυνησίας , που μετατράπηκε στην επανάσταση που έριξε έναν δικτάτορα και επανέφερε στο προσκήνιο την πραγματική ουσία της πάλης των τάξεων και τον ρόλο της πολιτικής.

Η Τυνησία ήταν μια χώρα όπου η επίσημη μακροοικονομία ευημερούσε, με την στήριξη μιας δικτατορίας με δημοκρατικό μανδύα. Η χώρα συμμετείχε στην GATT και τον ΠΟΕ, είχε στενούς δεσμούς συνεργασίας με την ΕΕ, με υπογεγραμμένες συνθήκες ελεύθερης διακίνησης εμπορευμάτων και κυριότερους συνεταίρους  την Γαλλία και την Ιταλία. Υπό το καθεστώς Μπεν Άλί ο χρηματοπιστωτικός τομέας αναμορφώθηκε και αναπτύχθηκε, σημαντικά τμήματα του δημόσιου τομέα μετατράπηκαν σε κερδοφόρες επιχειρήσεις και 160 κεντρικές κρατικές επιχειρήσεις ιδιωτικοποιήθηκαν. Η χώρα είχε ΑΕΠ αντίστοιχο με την ευρωπαϊκή περιφέρεια, χαμηλό έλλειμμα δημόσιου τομέα, πληθωρισμό απόλυτα ελεγχόμενο και πλήρως ανανεωμένη δανειοληπτική ικανότητα στις περίφημες αγορές… Οι πολιτικές του ΔΝΤ που εφαρμόστηκαν ήταν απολύτως αποτελεσματικές. Ταυτόχρονα ορισμένες οικογένειες της χώρας, ανάμεσα στις οποίες και η οικογένεια Τραμπελσί, γόνος της οποίας και η δεύτερη γυναίκα του δικτάτορα, είχαν στην κατοχή τους τις πιο κερδοφόρες επιχειρήσεις της χώρας, ανάμεσα τους τράπεζες, ξενοδοχεία, τηλεπικοινωνίες, αντιπροσωπείες.

Η χώρα ουσιαστικά είναι χωρισμένες σε ζώνες ανισότητας, με την παραλιακή ζώνη να έχει συγκεντρώσει όλο τον πλούτο. Ακόμα και σε τομείς της οικονομίας που ευημερούσαν επί Μπεν Αλί οι μισθοί παραμένανε χαμηλοί, ενώ για τα φτωχότερα στρώματα του πληθυσμού η κυβέρνηση , ακολουθώντας πολιτική ΔΝΤ, είχε καταργήσει τις οικονομικές παροχές και είχε οδηγήσει σε εξασθένιση το κράτος πρόνοιας. Οι εργαζόμενοι αντιμετώπιζαν την άνοδο των τιμών των βασικών ειδών διατροφής και των δαπανών στέγασης, ενώ η ανεργία επισήμως καταγραφόταν στο 15%, με την πραγματικότητα να είναι πολύ χειρότερη. Τα ποσοστά ποικίλουν τόσο με βάση την γεωγραφία της χώρας, με το ποσοστό να εκτοξεύεται στο εσωτερικό της, αλλά και με βάση την ηλικία. Η ανεργία στους νέους αγγίζει σε περιοχές το 50% ενώ είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι ο άνεργος πληθυσμός αποτελείται από μεγάλο ποσοστό πτυχιούχων, σε ένα μορφωμένο πληθυσμό, αφού οι απόφοιτοι λυκείου αγγίζουν το 100%.

Σε αυτό το σκηνικό ανισοτήτων και καταπίεσης η κοινωνική αναταραχή ήταν απλά θέμα χρόνου. Όμως η έκταση και έντασή της ήταν κάτι που το καθεστώς δεν περίμενε. Ξεκινώντας από την πόλη του Σιντί Μπουζίντ, όπου ζούσε ο Μοχάμεντ Μπουαζίζι , και με αρχικό πυρήνα την άνεργη νεολαία, εξαπλώθηκε σιγά σιγά σε όλη τη χώρα και μετατράπηκε σε παλλαϊκή εξέγερση, με τους εργαζόμενους να παίρνουν τη σκυτάλη της συμμετοχής από τους ανέργους, τους δικηγόρους και τους καλλιτέχνες να προκηρύσσουν απεργίες και την αντίσταση να φτάνει στην πρωτεύουσα. Και αυτό παρά την εκκωφαντική  σιωπή που τηρούνταν ευλαβικά από όλα τα μέσα ενημέρωσης της χώρας, που ελεγχόταν από το καθεστώς. Για εβδομάδες το μόνο που έφτανε στα αυτιά των Τυνήσιων ήταν τα διαγγέλματα του προέδρου.

Το επόμενο όπλο του καθεστώτος ήταν , αναμενόμενα, η βίαιη καταστολή. Όλες οι μονάδες της αστυνομίας ήταν στον δρόμο, ανάμεσά τους και ελεύθεροι σκοπευτές. Η εξέγερση αυτή σημαδεύτηκε από 100 νεκρούς σύμφωνα με τον ΟΗΕ. Είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι το καθεστώς έφτασε στο σημείο να κλείσει όλα τα σχολεία και τα πανεπιστήμια της χώρας στην προσπάθειά του να μην εμπλακούν στην εξέγερση που είχε ήδη ξεκινήσει. Η κίνηση αυτή του καθεστώτος καταγγέλθηκε από την Γενική Ένωση των Φοιτητών (UGET), ένωση παράνομη για πολλά χρόνια. Στο ξεκίνημα του, το κίνημα υποτιμήθηκε και από τα συνδικάτα της χώρας, που τελικά εγκαίρως κινητοποιήθηκαν. Με αποτέλεσμα όταν το Γενικό Συνδικάτο Εργατών της Τυνησίας (UGTT) καταδίκασε την βίαιη καταστολή  και έδωσε το πράσινο φως για τοπικά καλέσματα σε γενικές απεργίες στις αρχές του Γενάρη, αλλά και ανακοίνωσε την γενική απεργία και το ραντεβού στην Τύνιδα, πια να έχει  ξεπεραστεί από το κίνημα που ήταν σε πορεία ευθείας σύγκρουσης με το καθεστώς. Οι κινητοποιήσεις βέβαια στέφθηκαν με απόλυτη επιτυχία.

Ο κοινωνικός χαρακτήρας αυτού που τα δυτικά μέσα και η μεταβατική κυβέρνηση βαφτίζουν «επανάσταση της αξιοπρέπειας και την ελευθερίας» στοχεύοντας στην ενσωμάτωση στο υπάρχον πολιτικό σκηνικό, είναι αδιαμφισβήτητος. Οι πολιτικές δυνάμεις που θα μπορούσαν να παίξουν καίριο ρόλο υπό διαφορετικές συνθήκες, είχαν ήδη αποδυναμωθεί και κατασταλεί από το καθεστώς. Η επιρροή του Ισλαμικού κόμματος An-Nahda παραμένει ελάχιστη, μιας και οι ηγεσία του είχε ουσιαστικά διωχθεί και αυτοεξορισθεί εδώ και δεκαετίες και οι δομές του είναι ανύπαρκτες. Αντίστοιχα το Κομμουνιστικό Κόμμα των Εργατών της Τυνησίας ήταν στην παρανομία και ο ηγέτης του Xάμα Χαμάμι  απελευθερώθηκε πρόσφατα μετά την πτώση του καθεστώτος. Οι ίδιοι στην προσπάθεια τους να ενημερώσουν για το τι ακριβώς συνέβαινε στη χώρα τις πρώτες μέρες της εξέγερσης ,ενημέρωσαν το ΝΑΡ, ανάμεσα στα άλλα και για τις συλλήψεις των μελών τους. Ο Αmmar Amroussia συνελήφθη στις 29/12 στην Gafsa  λόγω του ρόλου του στο δρόμο, και των άρθρων του, ενώ ο  Wael Naouar,  γενικός γραμματέας του γραφείου της Γενικής Ένωσης Φοιτητών συνελήφθη την 5/1 παρά το ότι είχε σπάσει το γόνατό του.

Η πραγματική πολιτική αξία και επικινδυνότητα της εξέγερσης ήρθε να επιβεβαιωθεί και όταν ο Μπεν Άλι κατέβασε τον στρατό στον δρόμο. Οι σκηνές στρατιωτών και διαδηλωτών να πανηγυρίζουν μαζί, ήταν το τελευταίο χτύπημα στο καθεστώς.

Με την πτώση του Μπεν Άλι το πολιτικό σκηνικό της χώρας παραμένει ρευστό. Θα κριθεί από την ένταση των κινητοποιήσεων και  την προσπάθεια του αστικού μπλοκ εξουσίας να τις οδηγήσει σε εξασθένιση, παίζοντας το χαρτί της εγκαθίδρυσης δημοκρατίας.  Η δημιουργία μεταβατικής κυβέρνησης «εθνικής ενότητας» με πρωθυπουργού τον Μοχάμεντ Γκανούσι και  πρόεδρο τον Φουέντ Μπάζα και η προκήρυξη εκλογών δεν ήταν αρκετές για να καθησυχάσουν τον λαό. Με δεδομένο ότι υπουργοί της κυβέρνησης αλλά και ο ίδιος ο πρωθυπουργός ήταν μέλη του κόμματος Μπεν Αλί «Συνταγματικός Δημοκρατικός Συναγερμός» (RCD) μέχρι πρόσφατα, που υπό την λαϊκή κατακραυγή παραιτήθηκαν και το κόμμα αυτοδιαλύθηκε, η κυβέρνηση είχε τις πρώτες παραιτήσεις υπουργών πριν καλά καλά προλάβει να δημιουργηθεί. Πρόκειται για πολιτικούς, που αρνούνταν να συνδεθούν με την έστω και έμμεση στήριξη του κατεστημένου. Παράλληλα ο πρωθυπουργός προσπαθεί να εξευμενίσει την κοινή γνώμη με κάθε τρόπο, από την υπουργοποίηση γνωστού «μπλόγκερ» και ακτιβιστή του διαδικτύου, μέχρι την νομιμοποίηση των κομμάτων που ήταν στην παρανομία, την αμνήστευση των πολιτικών κρατουμένων αλλά και των συλληφθέντων της εξέγερσης, την απελευθέρωση του Τύπου και την κατάργηση της λογοκρισίας, τις δηλώσεις «ρήξης με το παρελθόν» και την κήρυξη τριήμερου πένθους για τους νεκρούς της επανάστασης. Όμως οι καθημερινές διαδηλώσεις συνεχίζονται, και αντιμετωπίζονται μέχρι και με πυροβολισμούς. Το στοίχημα της κοινωνικής αλλαγής παραμένει ανοιχτό και απειλεί πλέον την σταθερότητα του τυραννικού καπιταλισμού στην ευρύτερη περιοχή.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο σημερινό ΠΡΙΝ