Μια συντηρητική επανάσταση στην έννοια του κοσμικού κράτους

Posted on 17 Ιανουαρίου, 2011 5:32 μμ από

43


Ισλαμοφοβία: Ένας κρατικός ρατσισμός

Του Πιέρ Τεβανιάν

(τη μετάφραση έκανε το Καπυμπάρα)

Ο νόμος ενάντια στη μαντίλα της 15ης Μαρτίου 2004, παρουσιάστηκε από τους υποστηριχτές του ως μια «επιστροφή στις πηγές». Σύμφωνα με το μυθολογικό αφήγημα που πέτυχαν να επιβάλουν στην κοινή γνώμη, ο νόμος αυτός δεν έκανε τίποτε άλλο από το να «επανεπιβεβαιώσει» ξεχασμένες αρχές, να «ξανα-ανακαλύψει» την ορθότητα και την επικαιρότητα των ιδρυτικών κειμένων της Γαλλικής Δημοκρατίας, να «ξανασυναντηθεί» με τον υγιή ασυμβίβαστο χαρακτήρα του Ζυλ Φερρί, του Ζαν Ζωρές ή του Γαμβέττα, να «επαναφέρει το νόμο», όπως επίσης και να «αποκαταστήσει» ή να «επανιδρύσει» μία τάξη που τίθεται σε κίνδυνο από την αναγέννηση της θρησκευτικής απειλής…Το παράδοξο, που σπάνια αποκαλύπτεται, είναι ότι η ρητορική αυτή της επιστροφής στις πηγές χρησιμοποιείται για την προώθηση ενός καινούργιου νόμου· ενός νόμου ο οποίος, επιβάλλοντας από δω και πέρα την «ουδετερότητα» και στους χρήστες και όχι μόνο στους υπαλλήλους των δημόσιων υπηρεσιών εκπαίδευσης, επιφέρει μια ριζική αναμόρφωση στην έννοια του γαλλικού κοσμικού κράτους, σε πλήρη ρήξη με το πνεύμα των ιδρυτικών του νόμων. Αυτό, του οποίου υπήρξαμε μάρτυρες το 2003-2004, ήταν μια οριστική συντηρητική επανάσταση στην έννοια του κοσμικού κράτους.

Αν μπορούμε να μιλάμε για συντηρητική επανάσταση, αυτό δε συμβαίνει μόνο επειδή εγκαθιδρύθηκε μια «νέα τάξη» υποβοηθούμενη από μια ρητορική  «προσκολλημένη στο παρελθόν», «συντηρητική» ή «αντιδραστική». Αυτό συμβαίνει κυρίως γιατί στις αρχές της, τους σκοπούς της και τις ιδεολογικές της προϋποθέσεις, αυτή η επανάσταση έρχεται σε ρήξη με τις αρχές αυτού που ονομάζουμε «προοδευτισμό» (την ελευθερία και την ισότητα) και εγγράφεται αντίθετα σε ένα βαθιά αντιδραστικό ιδεολογικό πλαίσιο. Αυτό το αντιδραστικό ιδεολογικό πλαίσιο μπορεί να συνοψιστεί στις ακόλουθες προτάσεις:

  • πέρασμα από μια κοσμική αντίληψη της κοσμικότητας σε μια θρησκευτική αντίληψη της κοσμικότητας,
  • πέρασμα από μια ελευθεριακή κοσμικότητα σε μια αστυνομική κοσμικότητα,
  • πέρασμα από μια δημοκρατική λογική σε μια λογική ολοκληρωτισμού,
  • πέρασμα από μια κοσμικότητα της ισότητας σε μια ταυτοτική κοσμικότητα.

Θρησκευτική κοσμικότητα του κράτους

«Ιερή κοσμικότητα»: Αυτό το απίθανο σύνθημα, που φιγουράριζε σε αυτοκόλλητα που κολλήθηκαν κατά τη διάρκεια μιας διαδήλωσης για την εκατοστή επέτειο του νόμου του 1905, δείχνει ότι η κοσμικότητα έχει κατά κάποιον τρόπο καταστεί ιερή. Από μία αρχή για την οργάνωση της κοινωνίας, της οποίας οι όροι υπόκεινται στο διαρκή δημοκρατικό διάλογο, την κριτική και την αναθεώρηση, φτάσαμε στην κατασκευή μιας αχρονικής «αξίας», που δεν επιδέχεται κριτική και τροποποιήσεις, και της οποίας η απλή επίκληση υποτίθεται ότι μπορεί να ρυθμίσει, δίκην εξορκισμού, όλα τα κοινωνικά προβλήματα. Επίσης, περάσαμε από μια σχέση αντιπαραδείγματος ανάμεσα στη κοσμικότητα και τη θρησκευτικότητα, σε μια σχέση μιμητικής αντιπαλότητας, η οποία συνοψίζεται με τον καλύτερο τρόπο στην ακόλουθη διατύπωση, που στην περίπτωση του διαλόγου για τη μαντίλα στο σχολείο διατρέχει τη σχετική επιχειρηματολογία, από το Νικολά Σαρκοζί μέχρι την άκρα αριστερά:

«Όπως όταν μπαίνουμε στο τζαμί πρέπει να βγάζουμε τα παπούτσια μας, με τον ίδιο τρόπο, όταν μια μαθήτρια μπαίνει στην τάξη, πρέπει να βγάζει τη μαντίλα της».

Είναι αυτό το «με τον ίδιο τρόπο» που αποτελεί το πρόβλημα, καθώς αναπαριστά το σχολείο με βάση το πρότυπο του τόπου λατρείας και την κοσμικότητα του κράτους με βάση το πρότυπο της θρησκείας. Αυτός ο τρόπος αναπαραγωγής της θρησκευτικής λογικής και η τοποθέτηση της κοσμικότητας σε σχέση ανταγωνισμού με τις άλλες θρησκείες, έρχεται σε αντίθεση με τη κοσμικότητα των αρχών του 20ου αιώνα, η οποία έκανε κάτι τελείως διαφορετικό: Είχε εφεύρει μια άλλη λογική και είχε θέσει σε εφαρμογή ένα άλλο είδος κανόνων, τους οποίους, οι σημερινές ενδυματολογικές απαγορεύσεις δεν τους τιμούν και ιδιαίτερα. Από άποψη αυθεντικά κοσμική, οφείλουμε να μην αντιμετωπίζουμε με ακριβώς τον ίδιο τρόπο τη μαντίλα μιας μαθήτριας στο σχολείο και τα παπούτσια σ’ ένα τζαμί, για τον απλό λόγο ότι η αίθουσα διδασκαλίας δεν είναι το ίδιο πράγμα με ένα τζαμί, δεν είναι χώρος θρησκευτικός, αλλά κοσμικός. Και ένας χώρος κοσμικός είναι χώρος πραγματιστικός, δηλαδή, στην περίπτωση του σχολείου, ένας χώρος μέσα στον οποίο οι κανόνες θεμελιώνονται πάνω στις ανάγκες της παιδαγωγικής δραστηριότητας: Επιτρέπεται κάθε τι που είναι συμβατό με την παιδαγωγική δουλειά του καθηγητή και των μαθητών και δεν απαγορεύεται τίποτα, παρά μόνο ό,τι θέτει εμπόδια σε αυτή τη δουλειά.

Ένας κοσμικός χώρος είναι επίσης ένας χώρος μη-δογματικός, δηλαδή, ένας χώρος ανοιχτός στη συζήτηση, συμπεριλαμβανομένης της συζήτησης για τη σημασία που έχει το ένα ή το άλλο αντικείμενο, το ένα ή το άλλο φαινόμενο, το ένα ή το άλλο «σύμβολο», η μία ή η άλλη ενδυμασία. Μόνο το θρησκευτικό τελετουργικό αποδίδει μία και μοναδική ερμηνεία (είτε «σεμνή» είτε «ασεβή») σε μια ενδυμασία ή σε μια χειρονομία. Θεωρώντας ότι μια μαντίλα που καλύπτει τα μαλλιά είναι απαραίτητα ένα «σύμβολο», ότι αυτό το «σύμβολο» είναι απαραίτητα «εμφανές» και ότι αυτό αποτελεί αναμφισβήτητα μια επίθεση στη «κοσμικότητα», το σχολείο μετατρέπει την ώρα του μαθήματος σε θρησκευτική τελετουργία κατά την οποία το ίδιο αναλαμβάνει το ρόλο του Κλήρου, που επιβλέπει την ορθοδοξία των πράξεων, των χειρονομιών ή της ενδυμασίας των πιστών.

Αυτή η καινούργια «θρησκεία της κοσμικότητας» έχει και τους θεολόγους της. Ο φιλόσοφος Ανρί Πένια-Ρουίς, χαρακτηριστικά, αναπτύσσει μια απολογητική σχετικά με τη κοσμικότητα, τελείως αφηρημένη, που παρουσιάζει περισσότερο χαρακτηριστικά μεταφυσικής και κατήχησης, παρά δικαίου, πολιτικής ή κοινωνιολογίας. Παρομοίως, ο Ρεζίς Ντεμπραί και ο Αλαίν Φινκελκρότ αποδέχονται και υπερασπίζονται τη θρησκευτική διάσταση που αποδίδει ο νόμος της 15ης Μαρτίου 2004 στη κοσμικότητα του κράτους. Αυτοί οι συγγραφείς μας εξηγούν με ηρεμία ότι το κύριο πρόβλημα της κοινωνίας μας είναι ότι έχει χάσει κάθε έννοια «υπερβατικότητας», και τοποθετούν κάθε ελπίδα για σωτηρία σ’ ένα σχολείο που «ξαναγίνεται» «ιερός χώρος». Λοιπόν, ας το επαναλάβουμε ακόμη μια φορά, το κοσμικό σχολείο, όπως αυτό κατασκευάστηκε ιστορικά και θεσπίστηκε στη βάση των νόμων του 1880-1886, και μέσα στο πνεύμα του νόμου του 1905, είναι ένα σχολείο χωρίς υπερβατικότητα ή ιερότητα, που εστιάζει την προσοχή του στη κοσμικότητα του εκπαιδευτικού προσωπικού και του περιεχομένου των σπουδών, αλλά δεν αποδίδει καμιά ιδιαίτερη σημασία στην ενδυμασία ή στα θρησκευτικά σύμβολα που φορούν οι μαθητές και απέχει από το να εισχωρήσει στο καθαρά θεολογικό πεδίο της ερμηνείας των συμβόλων αυτών. Υπήρξε επίσης ένα σχολείο του οποίου η κύρια φροντίδα ήταν να αποδέχεται τους πάντες, ενώ σύμφωνα με το νόμο της 15ης Μαρτίου 2004 θέτει τις μαθήτριες που φορούν μαντίλα μπροστά σε ένα ανελαστικό δίλημμα: είτε θα βγάλουν τη μαντίλα τους είτε θα εγκαταλείψουν το σχολείο, προκαλώντας μ’ αυτόν τον τρόπο αποκλεισμούς.

Μπορούμε επομένως, να κάνουμε τη διάκριση ανάμεσα σε μια κοσμική αντίληψη της κοσμικότητας και μια θρησκευτική αντίληψη της κοσμικότητας. Η πρώτη θεμελιώνεται στο νόμο του 1905 και στη νομοθεσία της δεκαετίας του 1880 που σχετίζεται με τη κοσμικότητα του σχολείου: μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, η κοσμικότητα δεν γίνεται αντιληπτή σαν αυτοσκοπός, αλλά σαν απλό μέσο. Ένα μέσο, με ιδιαίτερη αξία βέβαια, αλλά παρόλ’ αυτά μέσο και όχι σκοπός, και ακόμη λιγότερο δόγμα, «αξία» ή «νοοτροπία». Πριν ιδεολογικοποιηθεί, μυθοποιηθεί και θεωρηθεί ιερή, η κοσμικότητα ήταν το εξής: μια «πολιτική μηχανή», μια πραγματιστική διαθέσιμη επιλογή, που επιτρέπει αυτό που λέμε «συνύπαρξη», και επιπλέον ένα συγκεκριμένο μοντέλο συνύπαρξης: μια συνύπαρξη που μεγιστοποιεί την ελευθερία και την ισότητα. Και είναι ακριβώς το γεγονός ότι έχουμε ξεχάσει αυτούς τους σκοπούς, που οδήγησε στη «θεολογικοποίηση» της κοσμικότητας. Αυτού του είδους η κοσμικότητα, μετατρέπεται σε κατηγορηματική προσταγή,  σε αυτοσκοπό, τον οποίο υπερασπιζόμαστε χωρίς να ξέρουμε πια το γιατί, και χωρίς να διστάζουμε να τον χρησιμοποιήσουμε με τρόπο διαμετρικά αντίθετο με τους αρχικούς του στόχους: την ελευθερία και την ισότητα.

Αστυνομική κοσμικότητα του κράτους

Μπορούμε πραγματικά να χαρακτηρίσουμε τη κοσμικότητα, όπως ορίζεται στους νόμους της δεκαετίας του 1880, ως μια ελευθεριακή κοσμικότητα, με την έννοια ότι η «ουδετερότητα» επιβάλλεται στους χώρους, στο προσωπικό και στα προγράμματα του σχολείου και ως εκ τούτου συνδέεται άμεσα με τις αρχές της ελευθερίας και της ισότητας. Έχει σαν σκοπό να εγγυηθεί, δηλαδή να παράγει, τη μέγιστη ατομική ελευθερία, και να την εγγυηθεί με τρόπο ισότιμο για όλους, προσέχοντας η ελευθερία του ενός (του ενήλικου εκπαιδευτικού ή των μαθητών που ανήκουν στη θρησκευτική ή πολιτιστική πλειοψηφία) να μην πνίγει αυτήν του άλλου (των παιδιών που μορφώνονται και πιο ειδικά αυτών που ανήκουν σε μειονοτικές ομάδες). Ο χαρακτηρισμός ελευθεριακός είναι ο πιο κατάλληλος για να περιγράψει αυτή τη μέριμνα για ελευθερία ισότιμη για όλους, ενώ τον όρο φιλελεύθερος μπορούμε ίσως να τον αποδώσουμε σε μια πιο αφηρημένη λογική ρύθμισης της ατομικής ελευθερίας, που κλείνει τα μάτια μπροστά στις σχέσεις εξουσίας, που κάνουν την ελευθερία του ενός να αναπτύσσεται εις βάρος της ελευθερίας των άλλων.

Είναι ακριβώς η αρχή της ελευθερίας, ή πιο συγκεκριμένα, η μέριμνα για μια ελευθερία ισότιμη για όλους, που βρίσκεται στη βάση της υποχρέωσης για «ουδετερότητα» που επιβάλλεται σ’ ένα εκπαιδευτικό ίδρυμα. Στην πραγματικότητα, αν η απόλυτη ουδετερότητα του εκπαιδευτικού είναι αδύνατη, μια σχετική ουδετερότητα είναι αντίθετα επιθυμητή και εφαρμόσιμη, συνιστάμενη κυρίως στον αυτοπεριορισμό της έκφρασης των προσωπικών πεποιθήσεων. Αυτή η υποχρέωση επιβάλλεται στον εκπαιδευτικό με σκοπό να επιτρέψει στον μαθητή να διαμορφώσει το χαρακτήρα του, να μάθει να σκέφτεται για τον εαυτό του και να διαμορφώνει δική του γνώμη. Ο μαθητής θεωρείται σαν μια «συνείδηση υπό διαμόρφωση»: ο λόγος του δασκάλου πρέπει επομένως να είναι συγκρατημένος, «ουδέτερος», με σκοπό να μην καταπνίξει αυτή τη «συνείδηση υπό διαμόρφωση» ασκώντας πάνω σ’ ένα πνεύμα ακόμη αμαθές και ατελές μια πολύ ισχυρή επιρροή.

Το ίδιο ισχύει και για την ουδετερότητα των σχολικών προγραμμάτων: Οφείλουν να μην επιβάλλουν στο μαθητή μια επίσημη θρησκεία ή ιδεολογία, αντίθετα οφείλουν να του παρουσιάζουν με τον πιο αδιάβλητο και ισότιμο δυνατό τρόπο το σύνολο της πολιτιστικής κληρονομιάς της ανθρωπότητας, μέσα σε όλη της τη διαφορετικότητα και τις αντιπαραθέσεις που τη χαρακτηρίζουν, με σκοπό να κάνει τις δικές του πνευματικές, ηθικές, αισθητικές και πολιτικές επιλογές μετά λόγου γνώσεως.

Είναι ο ίδιος σκοπός, η δημιουργία ελεύθερης συνείδησης, πάνω στον οποίο στηρίζονται τόσο η υποχρέωση ουδετερότητας που επιβάλλεται στο σχολείο όσο και η μέγιστη ελευθερία έκφρασης που απονέμεται στους μαθητές. Οι μαθητές πλέον, απολαμβάνουν μέγιστη ελευθερία έκφρασης. Οι μόνοι περιορισμοί που τίθενται σ’ αυτήν την ελευθερία είναι αυτοί του κοινού δικαίου -όπως η απαγόρευση της εξύβρισης, της προσβολής της τιμής ή (μετά το νόμο του 1972) της πρόκλησης φυλετικού μίσους- ή αυτοί που τίθενται από το παιδαγωγικό πλαίσιο, π.χ. η υποχρέωση να μιλάς πάνω στο θέμα του μαθήματος ή να περιμένεις τη σειρά σου για να μιλήσεις. Εάν κανένας άλλος περιορισμός δεν υφίσταται στο νόμο, από τους ιδρυτές του κοσμικού σχολείου, εάν οι νόμοι της περιόδου 1880-1886 σιωπούν σε σχέση με την «ουδετερότητα» του μαθητή, εάν, επομένως, του επιτρέπουν την έκφραση των θρησκευτικών και πολιτικών του πεποιθήσεων, αυτό ακριβώς οφείλεται στο γεγονός ότι η διαμόρφωση ελεύθερης συνείδησης απαιτεί ο μαθητής να κάνει χρήση της ελεύθερης κρίσης του και να διαμορφώνει απόψεις με σκοπό να τις φέρει αντιμέτωπες με αντικρουόμενες, ώστε η σκέψη του να εξελίσσεται. Η χειραφέτηση είναι μια πρακτική, και η γλώσσα είναι το εργαλείο με το οποίο σκεφτόμαστε: Δεν μπορούμε επομένως να διανοηθούμε την ύπαρξη πραγματικής χειραφέτησης χωρίς ελευθερία λόγου. Αυτή η ελευθερία του λόγου πρέπει να είναι μέγιστη και να συμπεριλαμβάνει το δικαίωμα της έκφρασης ακόμη και ανοησιών ή προκαταλήψεων, καθώς για να ξεπεραστούν οι προκαταλήψεις, πρέπει πρώτα να αντικρουστούν και για να αντικρουστούν είναι απαραίτητη προϋπόθεση πρώτα να ειπωθούν.

Ο νόμος του 2004 έρχεται σε ριζική ρήξη με αυτήν την «ελευθεριακή κοσμικότητα»: Επιβάλλοντας την ουδετερότητα στους μαθητές, έρχεται σε σύγκρουση με ένα βασικό στοιχείο της κοσμικότητας του σχολείου. Παρόλο που ο νόμος για την απαγόρευση στοχεύει αποκλειστικά στην ενδυμασία, η απαγόρευση απευθύνεται προς τους μαθητές, και πιο συγκεκριμένα στις μαθήτριες με μουσουλμανικό θρήσκευμα, πρόκειται επομένως για μια προσταγή για διακριτικότητα, για «αποτράβηγμα» και τελικά για σιωπή, κι όλα αυτά μάλιστα, μετά την αντιπαράθεση που προηγήθηκε και προκάλεσε την υιοθέτηση του νόμου, η οποία υπογραμμίστηκε από τις ασταμάτητες εκκλήσεις να μην βιώνει κανείς τη θρησκεία του παρά μόνο στην «προσωπική σφαίρα», δηλαδή «να αφήνει τη θρησκεία του στο σπίτι».

Σ’ αυτές τις μαθήτριες, το κράτος δε δηλώνει μόνο ότι κάποιες μορφές της ελευθερίας του λόγου τους είναι απαγορευμένες, αλλά επίσης ότι η δική τους άποψη, σαν μαθητριών, δεν δικαιούται να ειπωθεί, όταν συζητείται η σημασία κάποιων συγκεκριμένων ενδυμάτων. Ακόμη πιο ριζικά, είναι η ίδια η συζήτηση για το εάν αυτή η σημασία αποτελεί το αντικείμενο ελεύθερου διαλόγου, που από δω και μπρος απαγορεύεται. Τέλος, για τα κορίτσια που αρνούνται να συμμορφωθούν με την απαγόρευση βγάζοντας τη μαντίλα τους, η οριστική αποβολή αποτελεί μια πρωτοφανή μορφή βίας. Συναινώντας σ’ αυτούς τους αποκλεισμούς, των οποίων τους όρους δημιούργησε το ίδιο, το σχολείο αρνείται στις μαθήτριές του το δικαίωμα να απολαμβάνουν τα εργαλεία χειραφέτησης, που είναι οι γνώσεις που παρέχει το σχολείο, υποβιβάζοντάς τις σε υπανθρώπους που είναι οριστικά «ανίκανοι να είναι ελεύθεροι».

Την ίδια στιγμή που παύει να είναι ελευθεριακή, αυτή η νέα μορφή κοσμικότητας γίνεται «αστυνομική», με την έννοια ότι η δημόσια τάξη παίρνει πλέον τη θέση της ελευθερίας και της ισότητας σαν θεμελιώδης αρχή της. Ένα από τα κύρια επιχειρήματα υπέρ του νέου νόμου, υπήρξε στην πραγματικότητα η ιδέα ότι θα έπρεπε να εξαφανίσουμε όλα τα ορατά σύμβολα για να επαναφέρουμε την ειρήνη στα εκπαιδευτικά ιδρύματα, που βρίσκονται στη δίνη ενός «θρησκευτικού πολέμου». Από αυτή την άποψη υπάρχει στην ιστορία της Γαλλίας «προϊστορία» του νόμου του 2004, την οποία δε βρίσκουμε ούτε στο 1880 ούτε στο 1905, αλλά στο 1936: Όταν ο Ζαν Ζε (υπουργός παιδείας εκείνη την εποχή Σ.τ.Μ) εξέδωσε μία εγκύκλιο με την οποία απαγορευόταν στους μαθητές να φέρουν πολιτικά σύμβολα. Αυτό το μέτρο ήρθε σαν αντίδραση στις βίαιες αντιπαραθέσεις στα λύκεια ανάμεσα στους συνδέσμους της άκρας δεξιάς και τους μαχητικούς κομμουνιστές. Επρόκειτο λοιπόν, για ένα συγκυριακό μέτρο, ένα μέτρο δημόσιας τάξεως, μια αναστολή των δημόσιων ελευθεριών, που συναρτάται με την ύπαρξη μιας εξαιρετικής κατάστασης και βρίσκεται πολύ μακριά από τα θεμέλια της γαλλικής έννοιας της κοσμικότητας.

Πολλοί από τους υποστηριχτές του νόμου του 2004 αναφέρονται σ’ αυτό το πλαίσιο περισσότερο, παρά στα μυθικά «ιδρυτικά κείμενα της κοσμικότητας». Επιχειρηματολογούν χρησιμοποιώντας έναν άλλο απατηλό ισχυρισμό, ότι το 2004 αντιμετωπίζαμε μια παρόμοιου τύπου κατάσταση, αυτή τη φορά ανάμεσα στους Εβραίους και τους μουσουλμάνους.

Λογική ολοκληρωτισμού

Το σύνθημα «η Πολιτεία ενάντια στη δημοκρατία», που εφηύρε ο Ρεζίς Ντεμπραί το 1989 κατά τη διάρκεια της πρώτης δημόσιας εμπλοκής του στην πρώτη υπόθεση της απαγόρευσης της μαντίλας, οφείλουμε να το πάρουμε στα σοβαρά. Είναι πράγματι η δημοκρατική λογική, και τίποτα λιγότερο, που αμφισβητείται από τη «ρεπουμπλικανική κοσμικότητα», όπως αυτή επανεφευρέθηκε και αναδιαμορφώθηκε τα τελευταία χρόνια. Για να το κατανοήσουμε, θα αρκούσε να αναφερθούμε στην επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε από τους υποστηριχτές του νόμου κατά της μαντίλας σχετικά με την απαραίτητη «ουδετερότητα του δημόσιου χώρου». Στην πραγματικότητα η ιδέα ενός «ουδέτερου δημόσιου χώρου»  θα μπορούσε να γίνει κατανοητή με πολλούς τρόπους: αν παραμερίσουμε το ακανθώδες πρόβλημα της διάκρισης ανάμεσα στο τι είναι δημόσιο και τι όχι, παραμένουν δύο ριζικά διαφορετικοί, ακόμη και αντιθετικοί, τρόποι να ορίσουμε αυτό το «χώρο» και την «ουδετερότητά» του.

Σύμφωνα με μία αντίληψη, θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτό που πρέπει να είναι ουδέτερο είναι η οργάνωση του «δημόσιου χώρου». Θα λέγαμε ότι ουδέτερος είναι εκείνος ο χώρος στον οποίο ισχύει ισότιμα το δικαίωμα στην έκφραση για όλους, χωρίς προνόμια ή διακρίσεις και τον οποίο επιβλέπουν οι αρχές. Πιο συγκεκριμένα, η «ουδετερότητα» συνίσταται στο γεγονός ότι καμία πλειοψηφία και καμία κοινωνική δύναμη που βρίσκεται σε θέση κυριαρχίας, δεν μονοπωλεί το λόγο ή τη χρήση του δημόσιου χώρου και ότι τίποτε δεν εμποδίζει τις μειοψηφίες να εκφραστούν. Σύμφωνα με μια τέτοια αντίληψη, αυτό που πρέπει να είναι ουδέτερο σε έναν δημόσιο χώρο, είναι ο χώρος, όχι το κοινό που τον επισκέπτεται. Θα μπορούσε να πει κανείς επίσης ότι ο δημόσιος χώρος πρέπει να είναι ουδέτερος ακριβώς επειδή το κοινό, το κάθε κοινό, δεν μπορεί να είναι. Μια γυναίκα επομένως, μπορεί να φορά τη μαντίλα της χωρίς να αμφισβητείται η «ουδετερότητα του δημόσιου χώρου». Η ουδετερότητα του χώρου αυτού αντίθετα, συνίσταται στο γεγονός ότι η γυναίκα αυτή μπορεί να φορά μαντίλα αν το επιθυμεί και ότι άλλες γυναίκες μπορούν να επιλέξουν να μη φορούν. Αυτό που θα απειλούσε την ουδετερότητα του δημόσιου χώρου, θα ήταν μια κυβερνητική απόφαση ή η ύπαρξη κοινωνικής πίεσης που θα υποχρέωνε όλες τις γυναίκες να συμμορφωθούν με μία μοναδική νόρμα, να φορούν ή να μη φορούν μαντίλα.

Η άλλη αντίληψη, που διατυπωνόταν όλο και πιο συχνά κατά τη διάρκεια της «διαμάχης για τη μαντίλα» συνίσταται αντίθετα, στην επιβολή της ουδετερότητας στο κοινό, δηλαδή στα άτομα που διασχίζουν τους δημόσιους χώρους. Σ’ αυτήν την περίπτωση, η μουσουλμάνα, που ξεχωρίζει φορώντας μαντίλα προσβάλλει πραγματικά την «ουδετερότητα του δημόσιου χώρου». Αυτή η αντίληψη του «ουδέτερου δημόσιου χώρου» είναι εξίσου συνεκτική με την πρώτη, μόνο που οφείλουμε να υπολογίσουμε αυτό που συνεπάγεται: την πλήρη καταστολή της ελευθερίας έκφρασης, τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο. Ένας δημόσιος χώρος στον οποίο τα άτομα επιβάλλεται να «είναι ουδέτερα», είναι επίσης, με την πιο αυστηρή σημασία της λέξης, ένας χώρος ολοκληρωτισμού.

Δεν θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι ο νόμος ενάντια στη μαντίλα μετέτρεψε τη Γαλλία σε μια ολοκληρωτική κοινωνία. Θα μπορούσαμε όμως, να διαπιστώσουμε ότι η ερμηνεία της «απαραίτητης ουδετερότητας του δημόσιου χώρου», που επιβλήθηκε προς χάριν της «διαμάχης για τη μαντίλα» υπακούει σε μια ολοκληρωτική λογική. Ο νομοθέτης δεν της έδωσε, ευτυχώς, ισχύ νόμου, όμως, αυτή η ολοκληρωτική λογική βρήκε την ευκαιρία με τη «διαμάχη για τη μαντίλα» να καθιερωθεί και να διαχυθεί σε πολύ ευρύτερο ακροατήριο από αυτό των εξτρεμιστικών κύκλων, στο οποίο θα έπρεπε να περιοριστεί. Αυτή η ρητορεία, κυριολεκτικά παραληρηματική στα μάτια οποιουδήποτε δημοκρατικού ανθρώπου, απενοχοποιήθηκε και χωρίς αμφιβολία αποτέλεσε την πηγή έμπνευσης για πολλές πράξεις βίας και αγενείς συμπεριφορές, που διεπράχθησαν τους τελευταίους μήνες στο όνομα της «κοσμικότητας» ενάντια σε γυναίκες που φορούσαν μαντίλα σε πανεπιστήμια, τράπεζες, δημαρχεία, αστυνομικά τμήματα ή μέσα μαζικής μεταφοράς…

Αν οι αναρίθμητες διακηρύξεις σχετικά με την «αναγκαία ουδετερότητα του δημόσιου χώρου» ως ουδετερότητα του κοινού, δεν θεωρήθηκαν απαράδεκτες, αν κανείς δεν ανησύχησε και πολύ, αν κανείς δεν συμπέρανε ότι ένα ισχυρό ρεύμα ολοκληρωτισμού διατρέχει τη γαλλική κοινωνία (ή εν πάση περιπτώσει τη διανόηση και την πολιτική ελίτ), είναι γιατί όλοι ένιωθαν, έστω και συγκεχυμένα, ότι η «υποχρέωση για ουδετερότητα» δεν αφορούσε στην πραγματικότητα παρά μόνον τις γυναίκες με μαντίλα και ότι ήταν εκτός συζήτησης η επιβολή μιας τέτοιας ολοκληρωτικής αντίληψης της «ουδετερότητας του δημόσιου χώρου» στο σύνολο του πληθυσμού. Ήταν αυτονόητο, από την αρχή της «υπόθεσης», ότι δε θα αμφισβητούταν από κανέναν το δικαίωμα της δημόσιας έκφρασης και ότι υποχρέωση ουδετερότητας θα υφίσταται μόνο για το χώρο και ότι το μόνο κοινό που θα υποχρεωνόταν σε ουδετερότητα, θα ήταν το μουσουλμανικό ή τουλάχιστον οι μουσουλμάνοι που ασκούν τη λατρεία τους ή οι μουσουλμάνοι με μούσι ή μαντίλα. Με άλλα λόγια, το δόγμα που διαμορφώθηκε στο στρατόπεδο όσων ήταν υπέρ της απαγόρευσης, δεν ήταν παρά μόνον «μερικώς ολοκληρωτικό»:

  • Αναγνώριζε στην πλειοψηφία του πληθυσμού το δικαίωμα να απολαμβάνει τα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα, με άλλα λόγια, να απολαμβάνει ένα «ουδέτερο δημόσιο χώρο» με την πρώτη έννοια του όρου, ένα δημόσιο χώρο αρκετά ουδέτερο, ώστε το κοινό να μπορεί να μην είναι,
  • Επέβαλε αντίθετα, δια της πλαγίας οδού σε μια μειονότητα την «ουδετερότητα του δημόσιου χώρου» με τη δεύτερη  έννοια του όρου, υποχρεώνοντάς την να γίνει η ίδια «ουδέτερη» δηλαδή, αόρατη και σιωπηλή από τη στιγμή που θα εισέρχεται σε δημόσιο χώρο.

Η δημοκρατία επομένως, και ο ολοκληρωτισμός δεν αποτελούν πια δύο τύπους καθεστώτος ή δύο τύπους κοινωνίας, που βρίσκονται ο ένας στον αντίποδα του άλλου, συνυπάρχουν μέσα στην ίδια κοινωνία ή μάλλον στον ίδιο σχεδιασμό για την κοινωνία: ολοκληρωτισμός για τους μουσουλμάνους (ή τουλάχιστον για τους «κακούς» μουσουλμάνους), δημοκρατία για τους υπόλοιπους.

Ταυτοτική κοσμικότητα του κράτους

Αυτή η παραδοξότητα από τη σκοπιά της πιο ακαδημαϊκής πολιτικής επιστήμης, δεν παρουσιάζει αντίθετα, τίποτα το παράδοξο για όποιον έχει μελετήσει ή υποστεί αυτή τη συγκεκριμένη μορφή καταπίεσης που ονομάζουμε διακρίσεις και ειδικότερα ρατσισμό, σεξισμό ή ομοφοβία. Πραγματικά, ο ρατσισμός, ο σεξισμός και η ομοφοβία στο μέτρο που είναι δομικοί διαιρούν ακριβώς μια κοινωνία σε δύο ομάδες, αρνούμενοι στη μία τα δημοκρατικά δικαιώματα που αποδίδονται στην άλλη. Ο τρόπος π.χ. που έχει ειπωθεί επανειλημμένα στους μουσουλμάνους ότι «μπορούν» να ζουν και να εκφράζουν την πίστη τους, όπως επιθυμούν «στο σπίτι τους», «στη ιδιωτική σφαίρα», αλλά ότι «στο δημόσιο χώρο» οφείλουν υποχρεωτικά να «σέβονται τη κοσμικότητα», «να είναι ουδέτεροι», δεν μπορούν παρά να μας θυμίζουν την σχεδόν ταυτόσημη επιχειρηματολογία, που συνεχίζει να αναπαράγεται σχετικά με τους ομοφυλόφιλους: «Κάντε ό,τι θέλετε στο σπίτι σας. Είναι η ιδιωτική σας ζωή, αλλά δε μπορείτε να το επιδεικνύεται στο δημόσιο χώρο». Και στις δύο περιπτώσεις, ο ίδιος προσχηματικός «σεβασμός» και «γενναιοδωρία» («μπορείτε να κάνετε ό,τι θέλετε στο σπίτι σας») κρύβει τις ίδιες διακρίσεις, την ίδια προσταγή σε σιγή, σε κρύψιμο, σε μια υποταγή σε μια ολοκληρωτική τάξη, από την οποία τα μέλη της «πλειοψηφίας» ξεφεύγουν, εφόσον κανείς δε ζητά από έναν ετεροφυλόφιλο να κρύβει την ετεροφυλοφιλία του στο «δημόσιο χώρο», πολύ περισσότερο απ’ ότι ζητάμε από τους καθολικούς, τους προτεστάντες, τους Εβραίους, τους βουδιστές, τους άθεους, τους κομμουνιστές, τους σοσιαλιστές, τους φιλελεύθερους ή τους κεντρώους να κρατούν τις απόψεις τους «σπίτι τους» και να «είναι ουδέτεροι στο δημόσιο χώρο».

Είναι αυτή η ανισότητα, αυτά τα δύο μέτρα και σταθμά, που οδήγησαν πολλούς πολίτες αυτής της χώρας να χαρακτηρίσουν το νόμο ενάντια στη μαντίλα ρατσιστικό. Δε σημαίνει ότι λέγοντας αυτό χαρακτηρίζει κανείς κάθε έναν που συμφωνεί μ’ αυτό το νόμο, ως κινούμενο από μίσος για τους Άραβες ή τους μουσουλμάνους. Αντίθετα, υπογραμμίζει το γεγονός ότι οι αντιλήψεις των οποίων έγινε επίκληση περί «αναγκαίας ουδετερότητας του δημόσιου χώρου» και «αναγκαίας ουδετερότητας του σχολικού χώρου» και οι οποίες χρησίμευσαν ως υπόβαθρο της εκστρατείας ενάντια στη μαντίλα, θέτουν θέμα ρατσισμού. Επιπλέον θα λέγαμε ότι αν ορίσουμε το ρατσισμό ως ένα σύστημα σκέψης και μια αντίστοιχη πρακτική, που κάνουν διακρίσεις με βάση τη «φυλή», την «καταγωγή», την «εθνότητα» ή τον «πολιτισμό», τότε, αναμφίβολα, ο νόμος κατά της μαντίλας είναι ρατσιστικός.

Στην πραγματικότητα, αυτός ο νόμος θεσμοθετεί μια ανισότητα θέτοντας μια απαγόρευση που ασκεί καταναγκασμό σε κάποιους μαθητές (κυρίως τους Σιχ και τις μουσουλμάνες με μαντίλα) περισσότερο απ’ ότι σε κάποιους άλλους (τους χριστιανούς, που μπορούν, αν θέλουν να φορούν σταυρό, να τον κρύβουν κάτω από τα ρούχα τους). Αυτή η διάκριση δεν είναι καρπός της τύχης. Ο νόμος σχεδιάστηκε με αυτόν τον σκοπό. Δεν μπορεί να αμφισβητήσει κανείς ότι:

  • Είναι μόνο η μαντίλα που τέθηκε υπό συζήτηση στην πλειοψηφία των επιχειρημάτων υπέρ του νόμου, παρόλο που διακηρυσσόταν, τόσο στην επικεφαλίδα, όσο και στα συμπεράσματα, η απαγόρευση «όλων των θρησκευτικών συμβόλων».
  • Μόνο για τη μαντίλα μίλησε ο Ζακ Σιράκ στη συζήτηση στη βουλή στις 17 Δεκεμβρίου 2003, όταν ζητούσε την υπερψήφιση του νόμου.
  • Μόνο για τη μαντίλα μιλούσαν και μόνο σ’ αυτήν ασκούσαν ασταμάτητα κριτική οι βουλευτές κατά την κοινοβουλευτική συζήτηση.

Όλα αυτά τα γεγονότα, που είναι αντικειμενικά και επαληθεύσιμα, κάνουν το νόμο κατά της μαντίλας έναν νόμο αντικειμενικά ρατσιστικό, ανεξάρτητα από τη συνείδηση που είχαν οι μαχητικοί προοδευτικοί, ακόμη και αντιρατσιστές, που βοήθησαν το νόμο αυτό να γίνει αποδεκτός στο όνομα του φεμινισμού ή της κοσμικότητας του κράτους.

Παρόλ’ αυτά η συλλογική υστερία και οι αντιφάσεις που επιδείχθηκαν κατά τη διάρκεια της διαμάχης, δύσκολα μπορούν να ερμηνευτούν διαφορετικά: Όταν έξυπνοι άνθρωποι γίνονται ξαφνικά ανόητοι, όταν άνθρωποι γλυκείς και αγαπητοί γίνονται ξαφνικά εμπαθείς, όταν φεμινίστριες αρχίζουν να αντιμετωπίζουν άλλες γυναίκες σαν «βρώμες» (με το πρόσχημα ότι αξιώνουν να συμμετέχουν σε φεμινιστικές διαδηλώσεις φορώντας μαντίλα), όταν ελευθεριακοί γίνονται αυταρχικοί (αποδεχόμενοι ότι το Κράτος οφείλει να ελέγχει τις ενδυματολογικές επιλογές των μαθητών και να παραπέμπει τους «ντυμένους λάθος» στο πειθαρχικό συμβούλιο) δεν μπορούμε παρά να μιλήσουμε για συλλογική φοβία. Δεν μπορούμε αλλιώς να εξηγήσουμε την σχεδόν γενική αδιαφορία σχετικά με την εκδίωξη από το σχολείο κάποιων εφήβων, χωρίς να συνυπολογίσουμε τη βαθιά διείσδυση της ισλαμοφοβίας. Πώς να εξηγήσουμε διαφορετικά ότι σε μια κοινωνία όπου τα παιδιά και το μέλλον τους είναι ένα απ’ τα θέματα που συγκινούν περισσότερο και όπου η σχολική επιτυχία θεωρείται ομόφωνα το κλειδί για την κοινωνική πρόοδο, η εκδίωξη από τα σχολεία εκατοντάδων εφήβων, προερχόμενων κυρίως από τις λαϊκές τάξεις, μπορεί να αντιμετωπίστηκε με τόση αδιαφορία;

Ένας σεβαστός ρατσισμός

Ο ρατσισμός που διαχύθηκε σε όλη τη διάρκεια της διαμάχης δεν ήταν πάντοτε θεωρητικοποιημένος, αλλά υπήρξε πανταχού παρών στην επιχειρηματολογία υπέρ της απαγόρευσής. Θα μπορούσαμε να αναπαράγουμε αρκετές πολύ διδακτικές φράσεις, όπου επιχειρείται να παρουσιαστεί μια πλήρως μονοδιάστατη εικόνα του Ισλάμ και μια σειρά από συνεπαγωγές (μαντίλα – βιασμός – κλειτοριδεκτομή – ισλαμισμός – φονταμενταλισμός – τρομοκρατία – φασισμός – ναζισμός – αντισημιτισμός). Όμως, θα επιστήσουμε την προσοχή μας σε δύο συγκεκριμένα παραδείγματα, αντιπροσωπευτικά της ταυτοτικής (βλ. ρατσιστικής) αναδίπλωσης, που έκανε την εμφάνισή της στην καρδιά της γαλλικής αριστεράς με την ευκαιρία του διαλόγου σχετικά με το νόμο κατά της μαντίλας: αυτά του σοσιαλιστή γερουσιαστή Ζαν-Λυκ Μελανσόν και του φιλοσόφου Ανρί Πένια-Ρουΐς.

Κατά τη διάρκεια της εκπομπής «Σταυρόλεξα» στις 12 Δεκεμβρίου 2005, ο γερουσιαστής Ζαν-Λυκ Μελανσόν έπλεξε το εγκώμιο του νόμου της 15ης Μαρτίου 2004, παρουσιάζοντάς τον ως τη λογική κατάληξη της γαλλικής έννοιας της «κοσμικότητας». Όσο μονοπωλούσε το λόγο, ανέπτυσσε μια αφηρημένη και κατευναστική επιχειρηματολογία που παρουσίαζε τη κοσμικότητα ως «οικουμενική» αρχή που μας επιτρέπει «να συνυπάρχουμε» με σεβασμό στις αντιλήψεις «του καθενός». Δύο καλεσμένοι (η Κριστίν Μπουτέν και ο Αμάρ Λασφάρ) του ανέδειξαν την αντίφαση, από τη μια ότι δεν είναι φυσιολογικό να αποδίδεται μια μοναδική και δυσφημιστική  ερμηνεία, που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση, στη μαντίλα, χωρίς τα κορίτσια που τη φορούν να μπορούν να αρθρώσουν λέξη, και από την άλλη ότι η εκστρατεία ενάντια στη μαντίλα είχε σαν αποτέλεσμα το στιγματισμό μιας ολόκληρης κατηγορίας του γαλλικού πληθυσμού στη βάση προκαταλήψεων και φοβιών, έχοντας τέλος, αυτός ο νόμος σαν αποτέλεσμα τον αποκλεισμό από το κοσμικό σχολείο πολλών εφήβων, που επιθυμούσαν ακόμα να πηγαίνουν σ’ αυτό. Το απλό γεγονός ότι όφειλε να απαντήσει σε αντεπιχειρήματα εξόργισε σε ακραίο βαθμό τον γερουσιαστή. Αντί να αντεπιχειρηματολογήσει σε όσα έθεσαν οι συνομιλητές του (το ζήτημα της νοηματοδότησης της μαντίλας, αυτό του δικαιώματος του λόγου των εφήβων με μαντίλα, αυτό της νομιμοποίησης του σχολικού αποκλεισμού…) ύψωσε τη φωνή του και διέκοψε κάθε διάλογο, με τις παρακάτω πύρινες λέξεις   :

«Ακούστε! Ο τρόπος ζωής μας, εμάς των Γάλλων, είναι ότι δε φοράμε μαντίλα στο σχολείο!»

Αυτή η ακατανόητη κατάληξη, ιδιαίτερα βίαιη και πρωτόγονη, είναι ενδεικτική της ανικανότητας των γαλλικών πολιτικών ελίτ να αποδεχτούν το διάλογο, δηλαδή, την ανταλλαγή επιχειρημάτων σαν ίσος προς ίσον, ιδιαίτερα όταν το θέμα ή οι συνομιλητές έχουν να κάνουν με «τη μετανάστευση», «τον αραβικό κόσμο» ή «το Ισλάμ».

Είναι βαθύτερα ενδεικτική των αντιφάσεων της «ρεπουμπλικανικής» επιχειρηματολογίας, που αποτελεί το ιδεολογικό εφόδιο της γαλλικής άρχουσας τάξης: Ένας πολιτισμένος μονόλογος, προσηνής (βλ. κατευναστικός), που προβάλλει εθελοντικά τη «γενναιοδωρία» του, ο οποίος μεταμορφώνεται σε βίαιος, υβριστικός ή ανακαλεί αδιάλλακτα στην τάξη, όταν οι «μετανάστες» ή «τα μεταναστευτικά θέματα» μπαίνουν στη συζήτηση για να αμφισβητήσουν, να αποκηρύξουν και να αξιώσουν οι ελευθεριακές και εξισωτικές διακηρύξεις των οικουμενικών αρχών, να εφαρμοστούν στην πραγματικότητα.

Η αντίδραση του Ζαν-Λυκ Μελανσόν είναι τέλος, ενδεικτική της βαθιάς αντίφασης ενός πολιτικού συστήματος που κάνει χρήση και κατάχρηση της οικουμενικής ρητορικής (ελευθερία και «σεβασμός» των πεποιθήσεων «όλων», «ίση» μεταχείριση «του καθενός», όποια κι αν είναι η καταγωγή ή η πίστη του, άρνηση των «διακρίσεων» και της «αναδίπλωσης στο εσωτερικό της κοινότητας» κ.λπ.), αλλά με έναν τελείως αφηρημένο τρόπο, χωρίς ποτέ να αναζητήσουν την εφαρμογή τους σε κάποια κοινωνική πραγματικότητα. Ένα πολιτικό σύστημα, το οποίο όταν αντιμετωπίζει την πραγματικότητα περνά με απίστευτη ευκολία από το πλαίσιο της αφηρημένης οικουμενικότητας στο διαμετρικά αντίθετο, αυτό του σχετικισμού και της απόσυρσης στην ιδιαίτερη κοινότητα, της πιο στενόμυαλης και επιθετικής διακήρυξης της ταυτότητας, εφόσον το να ανάγεις «τον τρόπο ζωής μας, εμάς των Γάλλων» σε βάση ενός νόμου, που υποτίθεται ότι εφαρμόζεται σε όλους τους μαθητές, είναι η λιγότερο οικουμενική και η περισσότερο «ταυτοτική» προσέγγιση που θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς.

Το δεύτερο παράδειγμα, όπου βλέπουμε να συντελείται το πέρασμα από την εξισωτική κοσμικότητα (αρθρωμένη γύρω από την ισότητα) σε μια «ταυτοτική» κοσμικότητα (αρθρωμένη γύρω από την ταυτότητα) είναι αυτό του φιλοσόφου Ανρί Πένια-Ρουΐς, ο οποίος υπήρξε τόσο στην Επιτροπή Σταζί, όσο και στα μέσα ενημέρωσης, από τους πιο ένθερμους υποστηριχτές του νόμου του 2004. Κατά τη διάρκεια του δημόσιου διαλόγου, ο Ανρί Πένια-Ρουΐς διακήρυττε συχνά τα παρακάτω, τα οποία επαναλαμβάνονταν συχνά και από άλλους υποστηριχτές του νόμου κατά της μαντίλας:

«Σαν δάσκαλος, δεν πρέπει να γνωρίζω αν οι μαθητές μου είναι Εβραίοι, χριστιανοί, μουσουλμάνοι, άθεοι ή κάτι άλλο, καθώς πρέπει να αντιμετωπίζω όλους τους μαθητές σαν ίσους».

Αυτό που είναι ενδιαφέρον σ’ αυτήν την πρόταση είναι ότι η συντηρητική επανάσταση δεν ξεδιπλώνεται πλήρως, η ισότητα δεν δυσφημείται όπως θα γινόταν σε κάποιες αντιδραστικές και «ταυτοτικές» επιχειρηματολογίες (από τον Αλαίν Ντε Μπενουά ως τον Αλαίν Φινκελκρότ), αντίθετα διεκδικείται ως τελικός στόχος. Αντίστροφα τα ταυτοτικά ελατήρια της θέσης υπέρ της απαγόρευσης δεν διεκδικούνται, αλλά, αντίθετα τα αρνείται πλήρως. Η ουσία της επιχειρηματολογίας του Ανρί Πένια-Ρουΐς συνίσταται ακριβώς στην αντιπαραβολή της αυτής μεγαλειότητας της «Οικουμενικότητας» με το σκότος του σχετικισμού και της κοινοτικής αναδίπλωσης ή του κλεισίματος στην ταυτότητα. Δεν πρόκειται επομένως για μια επιχειρηματολογία αμιγώς ταυτοτική, όπως αυτή της άκρας δεξιάς, των νέοσυντηρητικών ή των «δεξιών ρεπουμπλικανιστών», αλλά βρισκόμαστε στην καρδιά της αντίφασης του γαλλικού ρεπουμπλικανισμού: Η κυρίαρχη ταυτότητα ταυτίζεται με την «Οικουμενικότητα» και η ταυτοτική λογική εκφράζεται με όρους υπεράσπισης της ισότητας.

Στην πραγματικότητα, η πρόταση του Ανρί Πένια-Ρουΐς, συγχέοντας με σχεδόν παιδικό τρόπο την έννοια της ισότητας με αυτήν της ταυτότητας, παρουσιάζει μια πλήρη παρερμηνεία της λογικής της ισότητας και του τρόπου με τον οποίο προσεγγίζει την ανάδυση, την έκφραση και την αντιμετώπιση της διαφοράς. Πραγματικά, το γεγονός ότι αναγνωρίζεις μια διαφορά (π.χ. η γνώση ότι κάποιος είναι Εβραίος ή μουσουλμάνος, κάποιος είναι πιστός και κάποιος άλλος όχι) σε τί σε εμποδίζει από το να τους αντιμετωπίζεις με ισότιμο τρόπο; Η διαφορά δεν είναι έννοια αντιπαραθετική της ισότητας, αλλά της ταυτότητας. Το αντίθετο του «διαφορετικού» είναι το «όμοιο». Η «ισότητα» δεν είναι αντιθετική της «διαφοράς», αλλά της «ανισότητας». Το να συγχέει κανείς το ζήτημα «ισότητα / ανισότητα» με το ζήτημα «ταυτότητα / διαφορά», καθιστώντας την ταυτότητα προϋπόθεση της ισότητας, θεωρώντας αδύνατη την ισότητα ανάμεσα σε διαφορετικούς, θεωρώντας ότι η διαφορά μεταφράζεται απαραίτητα σε ανισότητα, είναι χαρακτηριστικό της ρατσιστικής σκέψης. Θα έδινα επομένως στον κύριο Πένια-Ρουΐς την παρακάτω απάντηση:

«Είμαι καθηγητής λυκείου και είτε απαγορεύεται η μαντίλα είτε όχι, τίποτα δεν θα με εμποδίσει από το να μάθω τι είναι οι μαθητές μου. Υπάρχουν χίλιοι τρόποι να το εκφράσουν και δε νομίζω ότι η έκφραση αυτή της ταυτότητάς τους είναι από μόνη της κάτι κακό. Τείνω μάλιστα να πιστέψω ότι είναι καλό ο καθηγητής να γνωρίζει τους μαθητές του, να γνωρίζει τι είναι, με άλλα λόγια να γνωρίζει την ταυτότητά τους, είτε πρόκειται για θρησκευτική είτε για άλλη. Δεν είναι η έκφραση της ταυτότητας που είναι επικίνδυνη, αλλά η επιβολή στους άλλους μιας μοναδικής ταυτοτικής νόρμας.

Όμως οπωσδήποτε, το γεγονός ότι γνωρίζω μια «διαφορά», (το να γνωρίζω π.χ. ότι κάποιοι πιστεύουν και κάποιοι άλλοι όχι, ότι κάποιοι είναι μουσουλμάνοι και κάποιοι κάτι άλλο), δεν πρόκειται ποτέ να με εμποδίσει από το να τους φέρομαι ισότιμα. Αν το γεγονός ότι γνωρίζετε τη διαφορά ανάμεσα σε δύο πρόσωπα σας εμποδίζει από το να τους φέρεστε με ισοτιμία, τότε το πρόβλημα δε βρίσκεται σε αυτό που φορά η μαθήτρια στο κεφάλι της, αλλά σε αυτό που έχετε στο δικό σας. Και αυτό ονομάζεται ρατσισμός.»

Το κείμενο αυτό είναι απόσπασμα από το βιβλίο «La république du mépris. Les métamorphoses du racisme dans la France des années Sarkozy» (Η δημοκρατία της περιφρόνησης. Οι μεταμορφώσεις του ρατσισμού στη Γαλλία στα χρόνια του Σαρκοζί). Εκδόσεις «La Découverte»,  2007 και δημοσιεύτηκε στο μπλογκ της κολεκτίβας «les mots sont importants» (οι λέξεις είναι σημαντικές)

Σόρτλινκ: http://wp.me/p1pa1c-5qa