Jingle Bells…

Posted on 25 Δεκέμβριος, 2010 3:11 μμ από

130


γράφει ο Kαλικάντζαρος Μαντρακούκος

 

Σήμερα το βράδυ, 25 του Δεκέμβρη, κάτι άσχημα και σακάτικα δαιμόνια, οι καλικάντζαροι, θα ανέβουν στη γη. Τώρα που τα «νερά» είναι αβάφτιστα κι ο Χριστός αβάφτιστος οι καλικάντζαροι θα βγουν στην επιφάνεια της γης για να αλωνίσουν τον κόσμο.

Όλο το χρόνο βρίσκονται στα έγκατα της γης και προσπαθούν να κόψουν το δέντρο που την στηρίζει, με πριόνια, τσεκούρια ή και με τα ίδια τους τα δόντια. Όταν το δέντρο είναι έτοιμο να κοπεί και η γη ετοιμόρροπη, οι καλικάντζαροι φοβούμενοι μην πέσει και τους πλακώσει, ανεβαίνουν στην επιφάνεια. Άλλοι λένε πως ανεβαίνουν για να γιορτάσουν πρόσκαιρα τη νίκη τους και να πειράξουν τους ανθρώπους.

Μετά απο δώδεκα ημέρες, στις 6 Γενάρη, όταν οι καλικάντζαροι θα έχουν κάνει άνω-κάτω τον κόσμο θα ξανακατέβουν στα έγκατα της γης, όμως το δέντρο θα είναι πάλι ακέραιο κι έτσι θα αναγκαστούν να ξαναρχίσουν από την αρχή να το πριονίζουν…

Το χριστουγεννιάτικο δέντρο συμβολίζει αυτό το δέντρο της γης, το οποίο κάθε χριστούγεννα στέκει γερά και κρατάει τη γη να μην πέσει.

Οι δοξασίες για τους καλικάντζαρους διαφέρουν από τόπο σε τόπο. Είναι κακομούτσουνοι, μαυριδεροί, τριχωτοί σε όλο τους το σώμα, με κόκκινα μάτια, έχουν ουρά, χέρια μακριά και νύχια πιθήκου. Έχουν μακριά αυτιά και φοράνε σκούφους. Είναι ψηλοί και ξερακιανοί. Έχουν πόδια γαϊδάρου, ή ένα γαϊδάρου και το άλλο ανθρώπινο. Κοντά κι ατημέλητα μαλλιά. Φοράνε σιδεροπάπουτσα. Το σίγουρο είναι ότι καθένας τους έχει κι από ένα κουσούρι. Άλλος κουτσός, άλλος στραβός ή μονόφθαλμος, άλλος μονοπόδαρος ή στραβοπόδαρος, άλλοι στραβοχέρηδες, στραβοπρόσωποι, με καμπούρα ή ουρά. Είναι διχόγνωμα όντα και φιλόνικοι και έτσι δεν μπορούν να κάνουν μέχρι το τέλος μία δουλειά και όλα τα αφήνουν στη μέση.

Ανεβαίνουν στη γη και κρύβονται σε μύλους, κάτω από γεφύρια, σε ποτάμια και τρίστρατα (μεγάλα μονοπάτια). Όπου δεν περνάει φως. Αλλοίμονο σε κείνον που θα πρέπει να βγει τη νύχτα και να πάει σε μακρινή δουλειά. Παρουσιάζονται μπροστά του οι καλικάντζαροι με διάφορες μορφές για να τον εκφοβίσουν ή να τον βλάψουν. Τον τραβολογούν, τον πειράζουν, τον καβαλικεύουν και χορεύουν γύρω του, εμποδίζοντάς τον να γυρίσει σπίτι. Κάθονται στους ώμους σου και σε ρωτάνε: «Στούππος ή μόλυβος». Αν απαντήσεις στούππος, γίνεται ελαφρύς και κάθεται πάνω σου μέχρι να τον μεταφέρεις σπίτι σου, όπου δεν πειράζει κανέναν και αφήνεται να τον δέσεις με σπαρτόβρουλο, ενώ αν απαντήσεις μόλυβος ο καλικάντζαρος βαραίνει και μένει πάνω σου μέχρι να σε συντρίψει!

Η μανία τους, όμως, είναι να πειράζουν προπάντων τις κακόμοιρες τις γριές.

Οι καλικάντζαροι δε μπορούν να βλάψουν τους ανθρώπους, παρά μόνο να τους φοβίσουν και να τους πειράξουν. Βέβαια, μερικοί λένε πως οι καλικάντζαροι μπορούν να κλέψουν τη μιλιά από όποιον μιλήσει κατά τη συνάντηση μαζί τους. Αυτά όμως είναι ψέματα!

Καθώς είναι πολύ ευκίνητοι ανεβαίνουν στα δένδρα, πηδούν από στέγη σε στέγη σπάζοντας κεραμίδια, κάνοντας μεγάλη φασαρία. Και ό,τι βρουν απλωμένα τα ποδοπατούν. Άμα βρουν ευκαιρία μπαίνουν στα σπίτια απ’ όπου μπορείς να φανταστείς: από τις καμινάδες, τις κλειδαρότρυπες, τις χαραμάδες των πορτών και των παραθυριών. Τους αρέσει να πλατσουρίζουν μέσα στα δοχεία που έχουν οι νοικοκυρές το λάδι, στα τηγάνια, στα τσουκάλια, στα πιάτα. Λερώνουν τα φαγητά με τα ακάθαρτα νύχια τους και αφήνουν τις ακαθαρσίες τους όπου βρουν. Οι νοικοκυραίοι προκειμένου να αποφύγουν ένα τέτοιο συρφετό ρίχνουν στα κεραμίδια κομμάτια από χοιρινό ή λουκάνικα ή ξηροτήγανα, για να τους εξευμενίσουν!

Οι καλικάντζαροι τρώνε ό,τι μπορούν να βρουν, σκουλήκια, βατράχους, φίδια, ποντίκια. Επίσης, τρελαίνονται για τα εδέσματα του δωδεκαημέρου. Όταν έψηναν τηγανίτες οι νοικοκυρές, οι καλικάντζαροι ανέβαιναν στην καπνοδόχο και άπλωναν το χέρι τους ως κάτω στην εστία (μπορούσαν να απλώνουν και να κονταίνουν τα χέρια τους όσο ήθελαν) και ζητούσαν ή βουτούσαν ό,τι υπήρχε στο τηγάνι ή στη θράκα. Η πιο αγαπημένη τροφή, όμως, των καλικαντζάρων είναι το χοιρινό κρέας και κυρίως το παστό του (το πάχος), το οποίο όταν ψήνεται και πέφτει στη θράκα, σκορπάει μια πολύ ευώδη και πολύ ευάρεστη μυρωδιά.

Οι νοικοκυραίοι είχαν ανακαλύψει διάφορα κόλπα για να κρατάνε τους καλικάντζαρους έξω από το σπίτι τους. Τα δαιμόνια αυτά δεν ξέρουν –ή δε θέλουν- να μετράνε πάνω από το δύο. Έτσι, οι νοικοκυρές μαζεύουν μέσα στο σπίτι ό,τι αγγεία βρίσκονται έξω και βάζουν στο άνοιγμα της καπνοδόχου ή πίσω από την πόρτα ένα κόσκινο. Οι καλικάντζαροι, ως περίεργοι που είναι και πάρα πολύ βλάκες αρχίζουν να μετρούν τις τρύπες: «ένα-δύο, ένα-δύο, ένα-δύο…» Παρακάτω δεν ξέρουν να μετρήσουν γιατί μπερδεύονται. Έτσι, χάνουν την ώρα τους, έχει πια ξημερώσει και οι καλικάντζαροι πρέπει να εξαφανιστούν.

Άλλοι πάλι, κρεμούν στο χερούλι της πόρτας μία τούφα λινάρι. Μέχρι να μετρήσουν οι καλικάντζαροι τις τρίχες του λιναριού φτάνει το ξημέρωμα και όπου φύγει φύγει. Άλλοι κρεμούν το κατωσάγωνο ενός χοίρου στην καπνοδόχο, ή ένα δερμάτινο παλιοπάπουτσο ή ρίχνουν αλάτι στη φωτιά. Η απαίσια μυρωδιά του καμένου δέρματος και ο κρότος από το αλάτι κρατάει τους καλικάντζαρους μακριά.

Οι καλικαντζαραίοι φοβούνται το φως, έτσι κυκλοφορούν μόνο τις νύχτες. Και τρέμουν τον αγιασμό, γιατί αν πέσει πάνω τους, λέγεται ότι εξαφανίζονται. Και φοβούνται και τις φωτιές. Στα χωριά της επαρχίας ανάβουν φωτιές, τις οποίες οι καλικάντζαροι φοβούνται και οι χωριανοί πηδάνε όλο το βράδυ πάνω από τις φωτιές, χορεύοντας και τραγουδώντας.

Κατά τις διάφορες ελληνικές δοξασίες οι καλικάντζαροι ήταν άνθρωποι με κακιά μοίρα μεταβαλλόμενοι σε δαιμόνια, γίνονται δε καλικάντζαροι αυτοί που έχουν γεννηθεί μέσα στο Δωδεκαήμερο εκτός και αν βαπτισθούν αμέσως, ή εκείνοι στους οποίους ο ιερέας δεν ανέγνωσε σωστά τις ευχές του βαπτίσματος, τα τερατώδη βρέφη, ή κατά τους Σιφναίους, όσοι πέθαναν στο Δωδεκαήμερο ή αυτοκτόνησαν˙ στη Μακεδονία: όσοι δεν έχουν ισχυρό Άγγελο για να τους προστατεύει από τον Σατανά.

Άλλες ονομασίες για το είδος τους είναι: «Καλκατζόνια», «Καλκάνια», «Καλιτσάντεροι», «Καρκάντζαροι», «Σκαλικαντζέρια», «Σκαντζάρια», «Σκαλαπούνταροι», «Τζόγιες», «Λυκοκάντζαροι», «Καλικαντζαρού», «Καλικαντζαρίνες», «Καλοκυράδες», «Βερβελούδες», «Κωλοβελόνηδες» κ.ά.

Επίσης, πολλές και διάφορες είναι και οι απόψεις περί της ετυμολογίας της κοινής ονομασίας τους «καλικάντζαροι». Μερικές εκ των οποίων είναι:

– Ως παράγωγο από την Τουρκική γλώσσα

– Εκ του «καλός + κάνθαρος» [Καλικάνθαρος]

– Εκ του λατινικού «καλιγάτος» “Caligatus”
Ο κάθε τόπος έχει τις δικές του δοξασίες για τους καλικάντζαρους:

Νάξος : οι καλικάντζαροι φαντάζουν και χορευταράδες, αρπάζουν όποιον βρουν τη νύχτα και τον στροβιλίζουν στο χορό μέχρι να πέσει λιπόθυμος, ο γνωστός χορός των καλικαντζάρων. Αποκαλούνταν και «μικροί σατανάδες», σατανοπαίδια.

Αράχωβα: κακομούτσουνοι και σιχαμένοι, όλα τα κουσούρια και τα σακατιλίκια του κόσμου τα βρίσκεις όλα πάνω τους.

Σύρος: μισοί γάιδαροι και μισοί άνθρωποι.

Αθήνα: ο αρχηγός των καλικάντζαρων στη παλιά Αθήνα λεγόταν «κωλοβελόνης».

Θεσσαλία: ο αρχηγός των καλικάντζαρων στη Θεσσαλία λεγοταν «αρχι-τζόγιας».

Σίφνος: καλικάντζαροι γίνονται όσοι πέθαναν στο Δωδεκαήμερο ή αυτοκτόνησαν.

Σκιάθος: βγαίνουν παραμονή των χριστουγέννων με πλοιάριο απ’ τον κάτω κόσμο ή με χρυσή βάρκα (Οινοόη) ή επί των φλοιών των καρυδιών (Ικαρία).

Στην Κωνσταντινούπολη αποκαλούνται βερβελούδες. Ο πιο γνωστός καλικάντζαρος είναι ο «Μανδρακούκος ο αρχηγός». Ο «Μανδρακούκος ο Ζυμαρομύτης» κρατάει για σκήπτρο την ποιμαντορική του γκλίτσα και συχνάζει στα μαντριά και τα βοσκοτόπια. Η σκούφια του, που την έχει υφάνει μόνος του από γουρουνότριχες, δεν φτάνει να σκεπάσει τα αυτιά του, που είναι μεγάλα σαν του γαϊδάρου. Έχει και μία τεράστια μύτη που του κρέμεται σαν μαλακό ζυμάρι. Ο Μανδρακούκος ρίχνει γάντζο από την καμινάδα και κλέβει λουκάνικα από την φωτιά και πειράζει τα πρόβατα στα βοσκοτόπια.

Οι πιο γνωστοί καλικάντζαροι είναι:

καλικάντζαρος Μαλαγάνας: Ο Μαλαγάνας θέλει πολύ προσοχή γιατί ξεγελάει τα παιδιά με γλυκόλογα και έτσι καταφέρνει να τους παίρνει τα γλυκά .

καλικάντζαρος Τρικλοπόδης: Ο Τρικλοπόδης έχει χταποδίσιο χέρι που το χώνει παντού και σκουντουφλάνε πάνω του οι άνθρωποι . Του αρέσει πολύ να μπερδεύει τις κλωστές από το πλεχτό της γιαγιάς .

καλικάντζαρος Πλανητάριος: Ο Πλανήταρος πλανεύει τους ανθρώπους γιατί μπορεί να μεταμορφώνεται σε ζώο ή σε κουβάρι .

καλικάντζαρος Μαλαπέρδας: Του Μαλαπέρδα του αρέσει να κατουράει στα φαγητά την ώρα που μαγειρεύονται. Γι’ αυτό όσες νοικοκυρές τον ξέρουν φροντίζουν να κλείνουν καλά το καπάκι της κατσαρόλας τους.

καλικάντζαρος Μαγάρας: Ο Μαγάρας έχει μια κοιλιά σαν τούμπανο και αφήνει βρομερά αέρια πάνω στα φαγητά των ανθρώπων.

καλικάντζαρος Βατρακούκος: Ο Βατρακούκος είναι θεόρατος και ολόιδιος βάτραχος.

καλικάντζαρος Καταχανάς – Περίδρομος: Ο Καταχανάς τρώει διαρκώς και τα πάντα. Ρεύεται και βρομάει απαίσια. Ο Περίδρομος είναι ο άλλος φαταούλας της παρέας.

καλικάντζαρος Κουλοχέρης: Ο Κουλοχέρης είναι σαραβαλιασμένος , μ’ ένα χέρι κοντό κι ένα μακρύ, κι όλο μπερδεύεται και πέφτει κάτω.

καλικάντζαρος Παρωρίτης: Ο Παρωρίτης έχει μύτη σαν προβοσκίδα και πολύ μαλακή. Εμφανίζεται λίγη ώρα πριν λαλήσει ο πετεινός, αξημέρωτα, κι έχει μανία να παίρνει τις φωνές των ανθρώπων.

καλικάντζαρος Γουρλός: Ο Γουρλός έχει τα μάτια του τεράστια σαν αυγά και πεταμένα έξω. Φυσικά δεν του ξεφεύγει τίποτα.

καλικάντζαρος Κοψομεσίτης: Ο Κοψομεσίτης είναι κουτσός κα καμπούρης και πιο πολύ απ’ όλους τους άλλους καλικάντζαρους του αρέσουν οι τηγανίτες με το μέλι.

καλικάντζαρος Στραβολαίμης: Το χαρακτηριστικό του Στραβολαίμη είναι ότι στριφογυρνάει διαρκώς σα σβούρα το κεφάλι του.

καλικάντζαρος Κοψαχείλης: Του Κοψαχείλη τα δόντια είναι τεράστια και κρέμονται έξω από τα χείλη του. Του αρέσει να κοροϊδεύει τους παπάδες και γι αυτό φορά συνήθως ένα ψεύτικο καλυμμαύκι.

καλικάντζαρος Κωλοβελόνης: Ο Κωλοβελόνης είναι μακρύς σαν μακαρόνι κι έτσι μπορεί εύκολα να περνάει από τις κλειδαρότρυπες κι από τις τρύπες του κόσκινου. Είναι ιδιαίτερα σβέλτος και γρήγορος στις κινήσεις του. Λένε πως ίσως ο Κωλοβελόνης να έχει ουρά που καταλήγει σε βέλος.

καλικάντζαρος Μαντρακούκος Πρώτος ή Κουτσός): Αυτός ο αρχικαλικάντζαρος την ημέρα κρύβεται στις μάντρες και τη νύχτα βγαίνει και πειράζει τις γυναίκες που περπατούν στο δρόμο. Είναι κοντόχοντρος,  ραγοπόδαρος, καραφλός, ασχημομούρης, πιο πολύ απ’ τους άλλους και πολύ επικίνδυνος.

καλικάντζαρος Παγανός Πρώτος ή Μεγάλος): Η αφεντιά του είναι κουτσός. Λένε μάλιστα πως τον κούτσανε μια κλωτσιά από το γαϊδούρι της Μάρως, μιας χωριατοπούλας που την κυνηγούσε κάποτε ο Παγανός για να την κάνει γυναίκα του, αλλά αυτή κρύφτηκε στα σακιά με το αλεύρι που είχε φορτωμένα στο γαϊδούρι της και κατάφερε να του ξεφύγει. Ο Παγανός έτρεξε μανιασμένος κοντά στο γαϊδούρι και την έψαχνε. Το ζωντανό τότε τρόμαξε τόσο πολύ που άρχισε να κλωτσάει. Μια δυνατή φαίνεται πως έφαγε ο Παγανός και σακατεύτηκε. Ο Παγανός λατρεύει τη στάχτη και γι’ αυτό τρυπώνει από τις καμινάδες. Φοβάται όμως πιο πολύ απ’ όλους τους Καλικάντζαρους τη φωτιά και γι’ αυτό οι νοικοκύρηδες φροντίζουν να μη σβήσει κατά τη διάρκεια του δωδεκαήμερου. Ρίχνουν μάλιστα και αλάτι που κάνει θόρυβο όταν πέσει στη φωτιά, για να τον τρομάξουν ακόμα περισσότερο.

καλικάντζαρος Κατσικοπόδαρος Κατσιποδιάρης ή Μέγας Καλικάντζαρος): Η μεγαλειότητά του είναι φαλακρός και κασιδιάρης κι έχει ένα κατσικίσιο ποδάρι. Είναι κακορίζικος, ελεεινός και γρουσούζης. Όπου βάλει το κατσικίσιο του ποδάρι φέρνει καταστροφή.

Αυτά τα ατελείωτα παραμύθια τα ακούγαμε από τον παππού όταν είμασταν μικροί, μπροστά στη φωτιά και φοβόμασταν. Πλέον όχι. Πλέον ξέρουμε πως είναι όλα αλήθεια!

Οι καλικάντζαροι είναι οι ασχημομούρηδες μελαμψοί που μένουν στο υπόγειο της πολυκατοικίας μας. Τα κολασμένα δαιμόνια της γης. Αυτοί που εγκαταλείπουν τους κάτω κόσμους πριν καταρρεύσουν πάνω τους κι έρχονται στη δικιά μας «πατρίδα». Αυτοί οι χωρίς πατρίδα, χωρίς σπίτι, χωρίς γη, κατατρεγμένοι καλικάντζαροι. Καλικάντζαροι στο πλαίσιο της καθημερινότητας μας. Τα κολασμένα δαιμόνια του σήμερα. Αυτοί που –τέτοιες «άγιες μέρες»- αποτελούν ενόχληση για τους νοικοκυραίους και δεν τους αφήνουν να γλυκαθούν τις τηγανίτες τους και να νανουριστούν μπροστά στο στολισμένο χριστουγεννιάτικο δέντρο. Αυτοί, που γίνονται όλο και περισσότεροι.

Στο πνεύμα των χριστουγεννιάτικων ευχολογιών, αν μου επιτρέπεται κι εμένα μία, εύχομαι το δέντρο επιτέλους να κοπεί και η γη να πέσει. Καλήν εσπέραν Άρχοντες κι ας είν’ η τελευταία σας!!!

————–

Αφιερωμένο στον παππού μου και στον Αρούρη

(πίσω από τις ευχές: καλικάντζαρος Μαντρακούκος)

 

Short Link: http://wp.me/p1pa1c-4Si

ΠΡΟΣΟΧΗ! Το κείμενο το έστειλε ο ίδιος ο Μαντρακούκος στο μέιλ των Σχολιαστών Χωρίς Σύνορα… Εγώ απλά έβαλα το σκαμνάκι και την πινέζα για την ανάρτηση (η κάτω σειρά γέμισε και θέλουμε σκαμνάκι, πλέον)

Να συμπληρώσω μόνο ότι άργησα λιγουλάκι, γιατί μου την πέσανε κάτι καλικάντζαροι που δεν ξέρουν να «διαβάζουν την ώρα»… και σουλατσάρουν από τώρα!!

🙂

και επίσης, ότι στο Νότιο WordPress λέγεται και καλικαντζαροkoula

koula, the trell

Advertisements